888/2016 ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2016, με την εξής σύνθεση : Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Πρόεδρος, Ιωάννης Σαρμάς, Άννα Λιγωμένου και Αγγελική Μαυρουδή, Αντιπρόεδροι, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Μαρία Αθανασοπούλου, Ελένη Λυκεσά (εισηγήτρια), Σταμάτιος Πουλής, Βιργινία Σκεύη, Βασιλική Σοφιανού, Δέσποινα Τζούμα, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Κωνσταντίνος Παραθύρας, Αργυρώ Μαυρομμάτη και Κωνσταντίνος Κρέπης, Σύμβουλοι. Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Δημήτριος Τσακανίκας, Ασημίνα Σακελλαρίου, Ευαγγελία Σεραφή και Ειρήνη Κατσικέρη ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.
Γενικός Επίτροπος Επικρατείας : Μιχαήλ Ζυμής.
Γ ι α να δικάσει την από 24.1.2014 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Κ α τ ά του Αθανασίου Καραγεώργου, κατοίκου Νέου Φαλήρου Αττικής, οδός Χρυσοστόμου Σμύρνης 16, ο οποίος εμφανίστηκε στο ακροατήριο και ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεσή του.
Με την αίτηση αυτή το αιτούν επιδιώκει την αναίρεση της 4392/2013 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος ανέπτυξε την από 2.3.2016 γνώμη του και πρότεινε, επίσης, την παραδοχή της αίτησης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου, με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Αντιπροέδρους Ιωάννη Σαρμά και Άννα Λιγωμένου και τη Σύμβουλο Μαρία Αθανασοπούλου, που απουσίασαν λόγω κωλύματος. Για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχε επίσης ο Σύμβουλος Δημήτριος Τσακανίκας (αναπληρωματικό μέλος).
Άκουσε την εισήγηση της Συμβούλου Ελένης Λυκεσά. Και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφτηκε κατά το νόμο και
Αποφάσισε τα ακόλουθα:
1. Η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεν απαιτείται δε γι’ αυτήν η καταβολή παραβόλου (άρθρα 61 και 117 του π.δ. 1225/1981). Επομένως πρέπει να εξεταστεί, παρά τη δικονομική απουσία του αναιρεσίβλητου, αφού αυτός εμφανίστηκε στο ακροατήριο και ζήτησε την εκδίκαση της υπόθεσής του (άρθρα 16, 27, 65 και 117 π.δ. 1225/1981).
2. Με την εν λόγω αίτηση ζητείται η αναίρεση της 4392/2013 απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά το μέρος που με αυτήν έγινε εν μέρει δεκτή η με ημερομηνία υποβολής 31.12.2003 ευθεία αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, πολιτικού συνταξιούχου, και αναγνωρίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει, ως οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, το ποσό των 773,59 ευρώ για το από 2.5.1999 έως 28.2.2001 χρονικό διάστημα, κατ’ εφαρμογή, ως προς το χρόνο παραγραφής, του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 περί πενταετούς παραγραφής.
3. Το Δημόσιο επιδιώκει την ακύρωση της πληττόμενης απόφασης προβάλλοντας πλημμελή εφαρμογή του νόμου, με την αιτίαση ότι εφαρμοστέα είναι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ανωτέρω ν. 2362/1995 που προβλέπει διετή παραγραφή των απαιτήσεων των συνταξιούχων από καθυστερούμενα επιδόματα.
4. Από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», συνάγεται δέσμευση του νομοθέτη να μην εισάγει εξαιρέσεις και διακρίσεις κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΑΕΔ 1, 2/2012).
5. Ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του κράτους και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 247) ορίζει στο άρθρο 86, ότι «1. … 2. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου … παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. 3. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) … ε) αφορά σε περιοδικές παροχές … παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής», στο άρθρο 90 ότι «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. … 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της. … 5. Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου … από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα. …» και στο άρθρο 91, ότι «Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. …».
6. Με την ως άνω ρύθμιση του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995, που έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 166/2000 και ήδη π.δ. 169/2007), θεσπίζεται ειδική βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή για τις έναντι του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων του, που γεννώνται ευθέως εκ του νόμου λόγω άρνησης ή καθυστέρησης των αρμοδίων συνταξιοδοτικών οργάνων του Κράτους να τους καταβάλουν συνταξιοδοτικές παροχές, ήτοι συντάξεις, επιδόματα ή βοηθήματα. Η βραχυπρόθεσμη αυτή διετής παραγραφή, η οποία είναι μικρότερη τόσο από την πενταετή παραγραφή που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου 90 για άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από την πενταετή και εικοσαετή, αντίστοιχα, παραγραφή του άρθρου 86 του ίδιου ν. 2362/1995 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων έναντι του Δημοσίου που απορρέουν από περιοδικές παροχές, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασής του, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Η ταχεία εκκαθάριση των ανωτέρω εκκρεμοτήτων είναι αναγκαία προς αποφυγή αφενός της ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρόνου, των οικονομικών δεδομένων βάσει των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργάνωσης και του τρόπου λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης και στην πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού (βλ. εισηγητική έκθεση του ν. 2362/1995) και αφετέρου των δυσμενών επιπτώσεων που συνεπάγεται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του υπερβολικού ύψους των σχετικών απαιτήσεων που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των διαφορών που ανακύπτουν από την άσκηση αγωγών των συνταξιούχων του Ελληνικού Δημοσίου κατ’ αυτού. Ο ως άνω στόχος του Κράτους να προγραμματίζει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικού ύψους ανεξόφλητα χρέη παρελθόντων ετών, δικαιολογεί την θέσπιση ευλόγου χρόνου παραγραφής των σχετικών αξιώσεων. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις ανωτέρω αξιώσεις των συνταξιούχων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος προβλεπόμενη αρχή της ισότητας. Ομοίως, άλλωστε, έχει αποφανθεί και το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για παρομοίου περιεχομένου διατάξεις που αφορούν στις περιοδικές απαιτήσεις των εν ενεργεία υπαλλήλων του Δημοσίου ή των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Συγκεκριμένα, με την 9/2009 απόφασή του έκρινε σύμφωνη με το Σύνταγμα τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 που προβλέπει διετή επίσης παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις των υπαλλήλων κατά των Ν.Π.Δ.Δ. οι οποίες γεννώνται απευθείας από το νόμο, με την 2/2012 απόφασή του έκρινε συνταγματική τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 91 του ν.δ. 321/1969, που επίσης προέβλεπε διετή παραγραφή των αξιώσεων των δημοσίων υπαλλήλων που γεννώνται απευθείας από το νόμο και με την 1/2012 απόφασή του έκρινε επίσης συνταγματική τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, η οποία προβλέπει διετή παραγραφή όλων των απαιτήσεων των δημοσίων υπαλλήλων από αποδοχές, απολαβές και αποζημιώσεις, είτε γεννώνται απευθείας εκ του νόμου είτε βασίζονται σε παρανομία της διοίκησης.
7. Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε όπως και η Σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, την οποία μπορεί να στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της προστατευόμενης περιουσίας περιλαμβάνονται και τα ενοχικής φύσης περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Εναπόκειται δε στο νομοθέτη να εκτιμήσει τους λόγους δημόσιας ωφέλειας οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση στην περιουσία, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσης, αρκεί η εκτίμηση αυτή να μην στερείται προδήλως λογικής βάσης (ΕΔΔΑ απόφαση της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδος, αρ. 57665 και 57657/2012, σκ. 31 και 39). Εξάλλου, κατά το άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α., που εφαρμόζεται σε αξιώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΕΔΔΑ, απόφαση της 3.10.2013 Γιαβή κατά Ελλάδας, αρ. 25816/09, σκ. 40), τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν διακριτική ευχέρεια να καθορίσουν εάν και σε ποιο βαθμό διαφορές μεταξύ αναλόγων, ως προς άλλα σημεία, καταστάσεων δικαιολογούν μια διαφορετική μεταχείριση από τον εθνικό νομοθέτη. Μια τέτοια νομοθετική διάκριση καθίσταται όμως ανεπίτρεπτη εάν «στερείται αντικειμενικής και λογικής αιτιολογίας», αν δηλαδή δεν επιδιώκει νόμιμο σκοπό ή αν δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (ΕΔΔΑ απόφαση της 9.7.2006, Ζεϊμπέκ κατά Ελλάδας, αρ. 46368/06, σκ. 46, και απόφαση Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 38).
8. Η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995 εισάγει περιορισμό στην περιουσία των συνταξιούχων του Δημοσίου που όμως, όπως προεκτέθηκε, αποβλέπει στην ταχεία εκκαθάριση των απαιτήσεων που ανακύπτουν από μηνιαίες συνταξιοδοτικές παροχές, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της οικονομικής κατάστασης και της περιουσίας του Δημοσίου και για την αποτελεσματική εκτέλεση της αποστολής του (πρβλ. ΑΕΔ 25/2012, 2, 1/2012, 9/2009). Ειδικότερα, ενόψει των δημοσιονομικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη του Δημοσίου να αποφύγει την ανατροπή των οικονομικών δεδομένων με βάση τα οποία ρυθμίζει τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, τις δαπάνες, την κατάρτιση και την ορθή εφαρμογή του προϋπολογισμού, χωρίς να παρεμποδίζεται από ανεξόφλητα χρέη, ώστε να είναι σε θέση να προβλέψει, με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, τις επιπτώσεις τέτοιων αξιώσεων στον προϋπολογισμό του, ενόψει και του μεγάλου ύψους των αξιώσεων που έχουν συσσωρευτεί εξαιτίας πολυάριθμων ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που έχουν ασκηθεί από συνταξιούχους κατά του Δημοσίου (πρβλ. ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 48). Άλλωστε η διαφύλαξη της οικονομικής ευρωστίας του κράτους, μέσω της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας του, διαφέρει από το απλό ταμειακό συμφέρον του και συνιστά λόγο δημόσιας ωφέλειας που δικαιολογεί τον περιορισμό στην περιουσία των συνταξιούχων του Δημοσίου, τον οποίο επιφέρει η επίμαχη ρύθμιση (πρβλ. ΕΣ Ολ. 2341, 2333, 2311/2013 επί του ποσοστού του τόκου υπερημερίας για τις οφειλές του Δημοσίου), καθόσον με αυτήν δεν εξυπηρετείται το στενά εννοούμενο ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου αλλά το ευρύτερο δημοσιονομικό συμφέρον του σε συνδυασμό με την αποτελεσματική διαχείριση των δημοσίων εσόδων και τη συνέχεια της δημόσιας υπηρεσίας (ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 48, Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, σκ. 38 και 39). Κατά συνέπεια τηρήθηκε η απαιτούμενη από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαίτησης σεβασμού της περιουσίας των συνταξιούχων, ενώ εξάλλου η επέμβαση στο συγκεκριμένο δικαίωμα ήταν πρόσφορη για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος και δεν υπερέβη το μέτρο που απαιτείτο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με συνέπεια να μην ανακύπτει παραβίαση και του άρθρου 14 της Ε.Σ.Δ.Α. Ως εκ τούτων, η επίμαχη διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και στο άρθρο 14 της ίδιας Σύμβασης (πρβ. ΕΣ Ολ. 2348, 2341, 2333 και 2311/2013).
Τέλος, δεν αντίκειται και στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης αυτής, με τις οποίες εξασφαλίζονται το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας και οι εγγυήσεις για δίκαιη δίκη (βλ. και άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος., 2 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για ατομικά και πολιτικά δικαιώματα), καθόσον δεν παρέχει στο Δημόσιο δικονομικό προνόμιο σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, αλλά ανεκτό ουσιαστικό προνόμιο, και ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις ουσιαστικού δικαίου υπέρ του Δημοσίου, όταν μάλιστα αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. για το ποσοστό του τόκου υπερημερίας ΕΣ Ολ. 2311/2013, 3026/2012). Σε κάθε περίπτωση με τις ανωτέρω ρυθμίσεις, ενόψει του διετούς χρόνου παραγραφής, δεν περιορίζεται υπερβολικά η δυνατότητα των συνταξιούχων του Δημοσίου να διεκδικήσουν δικαστικά τις συντάξεις, τα βοηθήματα και τα επιδόματα που τους οφείλει το κράτος (ΕΔΔΑ Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 51).
9. Στην υπό κρίση υπόθεση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η, με ημερομηνία υποβολής 31.12.2003, αγωγή του αναιρεσίβλητου, πολιτικού συνταξιούχου του Δημοσίου, και αναγνωρίστηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να του καταβάλει, κατ’ εφαρμογή, ως προς το χρόνο παραγραφής, του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 περί πενταετούς παραγραφής, το ποσό των 773,5 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως οικογενειακή παροχή λόγω γάμου για το από 2.5.1999 έως 28.2.2001 χρονικό διάστημα. Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμελώς εφαρμόστηκαν οι περί παραγραφής διατάξεις του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, καθόσον εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση είναι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 5 του ως άνω νόμου, η οποία δεν αντίκειται σε συνταγματικές ή άλλες υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και θεσπίζει διετή παραγραφή για τις κατά του Δημοσίου αξιώσεις των συνταξιούχων του. Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, κατ’ αποδοχή του προβαλλομένου λόγου αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου υπόκειται σε πενταετή παραγραφή.
10. Περαιτέρω, ενόψει του ότι η υπόθεση για το ανωτέρω ζήτημα δεν χρειάζεται διερεύνηση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να διακρατηθεί και να δικασθεί περαιτέρω στην ουσία από την Ολομέλεια η αγωγή του Αθανασίου Καραγεώργου (άρθρα 87 παρ. 4 του ν. 4129/2013 και 116 π.δ. 1225/1981). Δεδομένου του χρόνου υποβολής της αγωγής του στις 31.12.2003, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οικογενειακή παροχή λόγω γάμου για το χρονικό διάστημα από 1.1.2001 έως 28.2.2001, καθόσον για το από 5.2.1999 έως 31.12.2000 χρονικό διάστημα η σχετική αξίωσή του έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 90 παρ. 5 του ν. 2362/1995 διετή παραγραφή. Ειδικότερα δικαιούται να λάβει ως οικογενειακή παροχή λόγω γάμου για το εν λόγω διάστημα το συνολικό ποσό των 70,43 ευρώ (2 μήνες x 12.000 δραχμές οικογενειακή παροχή λόγω γάμου = 24.000 δρχ. ή 70,43 ευρώ).
11. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου και να καθοριστεί στο ύψος των 70,43 ευρώ, το ποσό που δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, για οικογενειακή παροχή λόγω γάμου, νομιμοτόκως με τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής.
12.Το Δικαστήριο, τέλος, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα του Δημοσίου για την κατ’ αναίρεση δίκη, καθώς και το Δημόσιο από αυτά του ήδη αναιρεσίβλητου για την πρωτοβάθμια δίκη (άρθρο 123 του π.δ. 1225/1981, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με το άρθρο 275 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας)
Για τους λόγους αυτούς
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 4392/2013 απόφαση του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά το μέρος που δέχθηκε ότι η αξίωση του αναιρεσίβλητου υπόκειται σε πενταετή παραγραφή.
Διακρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσία.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή του αναιρεσίβλητου.
Αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 70,43 ευρώ, νομιμοτόκως προς 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.
Απαλλάσσει τον αναιρεσίβλητο από τα δικαστικά έξοδα του Δημοσίου για την κατ’ αναίρεση δίκη, καθώς και το Δημόσιο από αυτά του ήδη αναιρεσίβλητου για την πρωτοβάθμια δίκη.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαρτίου 2016.
| Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ | ΕΛΕΝΗ ΛΥΚΕΣΑ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 13 Απριλίου 2016.
| Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ | ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ |
