Αριθμ. 1903/2010, IV Τμήματος
Περίληψη: Σε δίκη ανακοπής κατά πράξεων διοικητικής εκτέλεσης, την οποία επιμελείται, σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ, η ΔΟΥ υπέρ νομικού προσώπου, διάδικος είναι το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η διοικητική εκτέλεση και όχι το Ελληνικό Δημόσιο. Η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης αρχίζει από της κοινοποιήσεως αυτής στον οφειλέτη, άλλως, από τότε που αυτός έλαβε πλήρη γνώση περί της υπάρξεως και του περιεχομένου αυτής.
Πρόεδρος: Διονύσιος Λασκαράτος, Αντιπρόεδρος
Εισηγήτρια: Ασημίνα Σαντοριναίου, Σύμβουλος
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Ιωάννης Κάρκαλης, Αντεπίτροπος
I. Στο άρθρο 216 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ο οποί-ος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, ορίζεται ότι στις ρυθμίσεις αυτού περί της ανακοπής κατά πράξεων Διοικητικής εκτέλεσης υπάγονται οι διαφορές που αναφύονται κατά την είσπραξη δημοσίων εσόδων, σύμφωνα με το ν.δ/γμα 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.). Εξάλλου, στο άρθρο 28 παρ. 7 του ν. 2579/ 1998, που έχει διατηρηθεί σε ισχύ και μετά την έναρξη ισχύος του Κ.Δ.Δ. (άρθρο 285 παρ. 2 εδ. ζ΄) ορίζεται ότι: «Στις περιπτώσεις, που υπηρεσίες του Δημοσίου, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του ν.δ. 356/1974 (φ. 190 Α΄), επιμελούνται την είσπραξη εσόδων νομικών προσώπων, υπέρ των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, στις σχετικές δίκες που δημιουργούνται, δεν νομιμοποιείται να παρίσταται ως διάδικο το Δημόσιο, αλλά το ενδιαφερόμενο νομικό πρόσωπο». Εξάλλου, σχετικά με την είσπραξη των εσόδων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, το άρθρο 106 παρ. 4 του ν. 2362/1995 ορίζει ότι: «4. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, μπορεί να ανατεθεί στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (…) και η είσπραξη εσόδων νομικών προσώπων δημο¬σίου δικαίου και ιδιωτικού δικαίου και τρίτων. (…)». Κατ’ εξουσιοδότηση δε της ρύθμισης αυτής εκδόθηκε η ΥΑ 1019390/1501-25/0016/1997 «Είσπραξη εσόδων υπέρ τρίτων από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες» (Β΄ 128), το άρθρο μόνο της οποίας ορίζει: «1. Αναθέτουμε στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες την είσπραξη των εσόδων των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων, που περιέχονται στον κατωτέρω πίνακα: Α/Α ΟΝΟΜΑΣΙΑ 1. (…) 8. Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Κ.Α.Τ.». Με την ως άνω Υ.Α. ανετέθη στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.), η είσπραξη, σύμφωνα με το ν.δ/γμα 365/1974 των εσόδων, πλήθους νοσηλευτικών ιδρυμάτων, μεταξύ αυτών και του Κ.Α.Τ. (αριθμ. 8 της εν λόγω Υ.Α.).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι σε δίκη ανακοπής κατά πράξεων διοικητικής εκτέλεσης, την οποία επιμελείται, σύμφωνα με τον Κ.Ε.Δ.Ε., η Δ.Ο.Υ. υπέρ, όμως, νομικού προσώπου, διάδικος είναι το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου λαμβάνει χώρα η διοικητική εκτέλεση και όχι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δε νομιμοποιείται στη σχετική δίκη ως διάδικος. Ενόψει αυτών, στην προκειμένη περίπτωση, το Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείται να παρασταθεί ως διάδικος στην παρούσα δίκη, γιατί η Δ.Ο.Υ. Α., αρμόδια λόγω του τόπου κατοικίας του ανακόπτοντος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., επιμελείται αποκλειστικά την είσπραξη του ποσού, που καταλογίστηκε για λογαριασμό του Γενικού Νοσοκομείου «…» (Ν.Π.Δ.Δ.), υπέρ του οποίου έγινε και ο καταλογισμός και συνεπώς το Ν.Π.Δ.Δ. και μόνο νομιμοποιείται παθητικώς, ως διάδικος στην παρούσα δίκη. Συνεπώς, το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να αποβληθεί από την δίκη αυτή.
II. Με την κρινόμενη ανακοπή, ο ανακόπτων ζητεί την ακύρωση: α) της 5618/29.8.2005 ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Α., με την οποία βεβαιώθηκε σε βάρος του το ποσό των 474.829,43 ευρώ, το οποίο του καταλογίστηκε με την 2367/28.7.2005 απόφαση του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης λόγω ελλείμματος, που φέρεται ότι προκάλεσε στο Γενικό Νοσοκομείο «…» ως βοηθός ταμίας κατά τη χρονική περίοδο από 1.7.2000 έως 27.9.2004 και β) της 805/12.10.2005 ατομικής ειδοποίησης χρεών της ίδιας Δ.Ο.Υ. Η ανακοπή αυτή εισάγεται για συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν παραπομπής της από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (10677/2007 απόφασή του), το οποίο κηρύχθηκε αναρμόδιο, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, για την εκδίκασή της και την παρέπεμψε στο παρόν Δικαστήριο, με την αιτιολογία ότι η υποκείμενη σχέση, στην οποία στηρίζεται ο τίτλος του άρθρου 2 παρ. 2 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (καταλογιστική απόφαση) είναι σχέση δημοσίου δικαίου, που ανέκυψε στο πλαίσιο της ευθύνης υπολόγου, όπως είναι ο ανακόπτων και ως εκ τούτου πρόκειται για διαφορά απο-κλειστικής, κατά το Σύνταγμα, δικαιοδοσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που διέπεται από ειδικές διατάξεις του δημοσίου λογιστικού δικαίου, η δε διοικητική διαφορά ουσίας από την αμφισβήτηση του κύρους του νομίμου τίτλου ή της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., ανήκει στη δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο κρίνει περαιτέρω για το παραδεκτό και το βάσιμο της ανακοπής (βλ. Α.Ε.Δ. 18/1993, 23/1999 ΕλλΔνη 40 σελ. 1697, Σ.τ.Ε. 1669/1997, Α.Π. 1495/1997, αποφ. 711/2000, 1114/2000, 1434/2001, 591/2002, 1250/2002 II Τμ. Ελ.Συν., 2194/2004, 1520, 1554/2005, 612, 1439/2006, 7/2007 I Τμ. Ελ.Συν., 182/2007 IV Τμ. Ελ.Συν.). Περαιτέρω, η ως άνω ανακοπή συζητείται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τις διατάξεις του π.δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ 304 Α΄), σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 216 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 ΦΕΚ 97 Α΄), οι οποίες έχουν ανάλογη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006 (ΦΕΚ 135 Α΄/4.7.2006). Ως εκ τούτου η κρινόμενη ανακοπή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο, παραδεκτώς στρέφεται μόνο κατά της ανωτέρω υπό στοιχείο α΄ προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης, κατ’ άρθρο 217 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Δ.Δ. Αντίθετα, η ίδια ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανωτέρω υπό στοιχείο β΄ προσβαλλόμενης ατομικής ειδοποίησης, η οποία ως πράξη απλής ανακοίνωσης και πρόσκλησης για καταβολή του χρέους στερείται εκτελεστού χαρακτήρα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
III. Ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 ορίζει στο άρθρο 217 παρ. 1, ότι: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης (…)», και στο άρθρο 220 ότι: «1. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 2, η κατά το άρθρο 217 ανακοπή ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών, η οποία αρχίζει: α) στις περιπτώσεις α΄, β΄ και δ΄ της παρ. 1, από την επίδοση, αλλιώς από την πλήρη γνώση της πράξης ταμειακής βεβαίωσης, της κατασχετήριας έκθεσης και της έκθεσης πλειστηριασμού αντιστοίχως (…)». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, συνάγεται ότι η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης άρχεται από τότε που αυτή κοινοποιήθηκε στον οφειλέτη, διαφορετικά από τότε, που αυτός έλαβε «πλήρη γνώση» περί της υπάρξεως και του περιεχομένου αυτής. Η πλήρης γνώση της προσβαλλόμενης πράξης πρέπει να προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, τεκμαίρεται, δε, όταν από διάφορες ενέργειες (π.χ. αναφορές ή αιτήσεις προς τη Διοίκηση, λοιπά ένδικα βοηθήματα) εκείνου στον οποίο αφορά η πράξη, συνάγεται σαφώς ότι αυτός γνωρίζει την ύπαρξη αυτής και το περιεχόμενό της.
IV. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την 2367/28.7.2005 απόφαση του Σώματος Επιθεωρητών Υγείας και Πρόνοιας (Σ.Ε.Υ.Υ.Π.) του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καταλογίστηκε σε βάρος του ανακόπτοντος το ποσό των 474.829,43 ευρώ, ως έλλειμμα που διαπιστώθηκε στη διαχείριση του Γενικού Νοσοκομείου «…» πλέον νομίμων προσαυξήσεων και ειδικότερα, επειδή κατά τον έλεγχο της διαχείρισης του Ταμείου του Νοσοκομείου κατά την περίοδο από 1.7.2000 έως 27.9.2004 διαπιστώθηκε ότι ο ανακόπτων ως υπόλογος βοηθός ταμίας: α) δεν απέδωσε ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. ποσού 425.568,24 ευρώ, αν και εισέπραξε τα αντίστοιχα ποσά από τη ΔΟΥ Κηφισιάς, β) δεν απέδωσε εισφορές σε σωματεία, στο λογαριασμό Πρόνοιας του ΙΚΑ συνολικού ποσού 3.625,60 ευρώ και γ) εισέπραξε από τον ιατρό Κ.Τ. το ποσό των 4.288,51 ευρώ, προκειμένου να το καταβάλει στη ΔΟΥ Κηφισιάς, το οποίο φέρεται ότι παρακράτησε. Στις 29.8.2005 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμ. 5618 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του καταλογισθέντος ποσού, της οποίας, όμως, δεν προκύπτει κοινοποίηση στον ανακόπτοντα. Ακο-λούθως, με την 3311 β/14.12.2005 Έκθεση του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.Π., επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του 1/2 εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος του ανακόπτοντος, που βρίσκεται στην οδό … στο Δήμο Α. Αττικής. Κατά της ως άνω έκθεσης, που θυροκολλήθηκε στις 15.12.2005 στην κατοικία του ανακόπτοντος, ο ανακόπτων άσκησε στις 7.3.2006 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια στις 11.7.2006 άσκησε ανακοπή ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου κατά της ήδη προσβαλλόμενης 5618/29.8.2005 πράξης ταμειακής βεβαίωσης. Δεδομένου, όμως, ότι στο σώμα της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης αναγράφεται η πράξη ταμειακής βεβαίωσης του χρέους με όλα τα στοιχεία αυτής (αριθμός, αιτία, ποσό), συνάγεται ότι ο ανακόπτων τουλάχιστον από το χρόνο της άσκησης (7.3.2006) της ανακοπής κατά της ως άνω κατασχετήριας έκθεσης είχε πλήρη γνώση της ύπαρξης και του περιεχομένου της ήδη προσβαλλόμενης πράξης ταμειακής βεβαίωσης. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση ανακοπή ασκηθείσα στις 11.7.2006, δηλαδή μετά την παρέλευση της κατ’ άρθρο 220 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Δ.Δ. τριακονθήμερης προθεσμίας, από τότε που ο ανακόπτων έλαβε πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης ταμειακής βεβαίωσης, είναι εκπρόθεσμη και συνεπώς απορριπτέα ως απαράδεκτη.
V. Μετά από αυτά πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση του παραβόλου αυτής υπέρ του Δημοσίου (άρθρο 227 παρ. 2 περ. α΄ και παρ. 9 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981).
