ΣτΕ 3042/08, Α τμ. 7μ., ΙΚΑ, ΠΕΕ ελάχιστο περιεχόμενο στο σώμα της πράξης , ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΑ ΥΠΟΨΗ ( η υπόθεση δικα΄στηκε με την παλαιά δικονομία πδ 341/78). ΙΔΙΑ ΛΥΣΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΚΔΔ ΜΕ ΤΗΝ 1893/2010

ΣΤΕ

Αριθμός 3042/2008
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2008, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Δ. Μπριόλας, Ελ. Δανδουλάκη, Δ. Μαρινάκης, Ι. Ζόμπολας, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 15 Ιανουαρίου 1998 αίτηση:
του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Αγ. Κων/νου 8), το οποίο παρέστη με τον Αντ. Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά: Α) του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ» (ΕΛΚΕΠΑ), που εδρεύει στην Αθήνα (Καποδιστρίου 28), και Β) των: 1) Ευφροσύνης Αλεξοπούλου, κατοίκου Ν. Σεπολίων Αττικής (Έκτωρος 3), 2) Καλλιόπης Αντωνοπούλου, κατοίκου Περιστερίου Αττικής (Ζαλοκώστα 8), 3) Διονυσίας Βαρδακαστάνη-Κολοβού, κατοίκου Αθηνών (Βικάτου 8-Αμπελόκηποι), 4) Αλεξάνδρας Γαρδικιώτη, κατοίκου Πειραιά (Μακεδονίας 286), 5) Βασίλη Ξευγενή, κατοίκου Γαλατσίου (Ναυαρίνου 4), 6) Παναγιώτη Ξύδη, κατοίκου Αθηνών, 7) Κωνσταντίνας Σταθουλοπούλου, κατοίκου Γαλατσίου (Ελευθ. Βενιζέλου 18-20), 8) Διονυσίας Χρυσολώρα, κατοίκου Κ. Ηλιουπόλεως Αττικής (Γουτεμβέργη 11), 9) Στεφανίας Ταμουρίδου, κατοίκου Αθηνών (Αριστοτέλους 28), 10) Διονυσίας Μποτώνη, κατοίκου Γαλατσίου (Κοραή 10), και 11) Μαριάνθης Ιατροπούλου, κατοίκου Καισαριανής (Ηρ. Σκοπευτηρίου 14), οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3492/1997 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ι. Ζόμπολα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση δεν απαιτείται κατά νόμο (άρθρ. 2 παρ. 9 ν. 1902/1990, που ίσχυε εν προκειμένω) η καταβολή τελών και παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 3492/1997 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε έφεση του ΙΚΑ κατά της 14430/1996 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή προσφυγή του ΕΛΚΕΠΑ και είχε ακυρωθεί η 140/20/28-2-1994 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Ομονοίας, απορριπτική ενστάσεως του ΕΛΚΕΠΑ κατά της 29852/8-11-1993 Πράξεως Επιβολής Εισφορών του ίδιου Υποκαταστήματος ΙΚΑ.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος κατόπιν της 533/2007 παραπεμπτικής αποφάσεως του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση.
4. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 (Α΄ 172) ορίζει τα εξής: «Διά την καταβολήν των εισφορών των ησφαλισμένων ευθύνεται επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν ο εργοδότης . . . . .» (παρ. 1). «Κατά την πληρωμήν των μισθών, επί παρεχόντων εξηρτημένην εργασίαν, ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατή τα τμήματα των εισφορών τα βαρύνοντα τους ησφαλισμένους. Εάν ο εργοδότης δεν εκπληρώση την υποχρεωσίν του ταύτην εντός διμήνου από της ημέρας της πληρωμής των μισθών, η καταβολή της τε εργοδοτικής και της εισφοράς του ησφαλισμένου βαρύνει τον εργοδότην» (παρ. 5). «Προς εξακρίβωσιν των εκάστοτε υπαγομένων εις την ασφάλισιν προσώπων, του αριθμού τούτων και των καταβλητέων εισφορών, οι εργοδόται υποχρεούνται : α) Να μεριμνούν διά τον εφοδιασμόν των απασχολουμένων παρ΄ αυτοίς προσώπων διά ασφαλιστικής ταυτότητος, β) Να τηρώσι, κατά τους ορισμούς κανονισμού, καταστάσεις προσωπικού και να διαφυλάττωσι ταύτας επί πενταετίαν. γ) Να επιτρέπωσιν εις τα διά Κανονισμού ορισθησόμενα όργανα του Ι.Κ.Α. και του Κράτους την εξέτασιν των ως άνω καταστάσεων, των εμπορικών των βιβλίων και παντός ετέρου στοιχείου, ως και την επιτόπιον έρευναν προς διαπίστωσιν της ακριβείας των εν αυταίς εγγραφών. . . δ) Να υποβάλλουν εις τας υπηρεσίας του Ι.Κ.Α., κατά τα ειδικώτερον εν τω κανονισμώ ορισθησόμενα, αντίγραφα των περί ων το εδάφιον α΄ καταστάσεων. Εν περιπτώσει υποβολής εις το Ι.Κ.Α. υπό του εργοδότου αμφισβητουμένων στοιχείων, όσον αφορά εις το μέγεθος των καταβλητέων εισφορών, δύναται το Ι.Κ.Α. να προβή εις επαλήθευσιν των καταβληθέντων μισθών ή ημερομισθίων εκ της παρά τη αρμοδία Οικονομική Εφορία φορολογικής δηλώσεως του εργοδότου, ήτις αποτελεί τεκμήριον διά τον υπολογισμόν των εισφορών. . .» (παρ. 9, συμπληρωθείσα με την παρ. 3 άρθρου 7 του ν.δ/τος 4104/1960, Α΄ 147). «Εάν ο εργοδότης παραβαίνη την υποχρέωσιν προς τήρησιν και διαφύλαξιν των περί ων ανωτέρω στοιχείων ή δεν τηρή ταύτα προσηκόντως, ή αρνείται να συμμορφωθή προς τους ορισμούς της παραγράφου 9, εκ τούτου δε δυσχεραίνεται η εξακρίβωσις των υπαγομένων εις την ασφάλισιν προσώπων ή των καταβλητέων εισφορών, αύται καθορίζονται κατά την ανεξέλεγκτον κρίσιν του Ι.Κ.Α.» (παρ. 11).
6. Επειδή, εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 26 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. (απόφαση Υπουργού Εργασίας 55575/Ι.479/ 18.11.1965, Β΄ 816/7.12.1965), που εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 και 16 του α. ν. 1846/1951 και 1 και 5 του ν.δ. 3710/1957 (Α΄ 100), ορίζει τα εξής: «Ενεργουμένου ελέγχου παρ΄ εργοδόταις, οίτινες επικολλούν οι ίδιοι τα ένσημα επί των ασφαλιστικών βιβλιαρίων τών παρ΄ αυτοίς απασχολουμένων. . . , εάν ο επί του ελέγχου υπάλληλος πείθεται εκ της εξετάσεως των μισθολογίων και των ασφαλιστικών βιβλιαρίων και εν γένει εκ της επιτοπίου ερεύνης, ότι ο εργοδότης κατά την καταβολήν των μισθών ή, πάντως, καθ΄ όν χρόνον έδει να ενεργηθή η καταβολή, δεν επεκόλλησε παντάπασιν επί των ασφαλιστικών βιβλιαρίων των ησφαλισμένων είτε είναι ούτοι εγεγραμμένοι εν τω μισθολογίω, είτε μη, ή επεκόλλησε τοιαύτα αξίας μικροτέρας της κανονικής καλεί τούτον όπως επικολλήση τα ελλείποντα ένσημα, συνάμα δε όπως καταβάλη και το πρόσθετον τέλος, εφ΄ όσον συντρέχει περίπτωσις επιβολής τοιούτου. . .» (παρ. 1). Περαιτέρω, κατά την παρ. 3 του ιδίου άρθρου «Εάν ο εργοδότης αδυνατεί ή αρνείται να επικολλήση τα ελλείποντα ένσημα, ο επί του ελέγχου υπάλληλος συντάσσει πράξιν επιβολής εισφορών, καλεί δε τούτον διά της αυτής πράξεως όπως καταβάλη εις το Ίδρυμα εντός προθεσμίας τριών ημερών την αξίαν των ενσήμων μετά του προσθέτου τέλους» (εδάφιο πρώτο). «Συγχρόνως, ο επί του ελέγχου υπάλληλος συντάσσει έκθεσιν, εμφαίνουσαν τους αριθμούς μητρώου, τα ονοματεπώνυμα, τας αποδοχάς, τον αριθμόν των ημερομισθίων, δι΄ ά δεν επεκολλήθη ένσημον, την μισθολογικήν περίοδον και την μισθολογικήν κλάσιν, εν ή επραγματοποιήθησαν ταύτα» (εδάφιο δεύτερο). «Ελλιπής, κατά τα ανωτέρω στοιχεία, έκθεσις ελέγχου δεν συνεπάγεται ακυρότητα της πράξεως επιβολής εισφορών. . .» (εδάφιο τελευταίο).
7. Επειδή, από την παρ. 3 του άρθρου 26 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α., η οποία εφαρμόζεται και σε όσες περιπτώσεις συντρέχουν οι ειδικότερες προϋποθέσεις των παρ. 9 και 11 του άρθρου 26 του αν. ν. 1846/1951, συνάγεται ότι οι πράξεις επιβολής εισφορών είναι έγκυρες, εφ’ όσον στο σώμα των πράξεων αυτών περιέχονται όλα τα στοιχεία που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 26 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α., δηλαδή τόσο ο υπόχρεος προς καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών εργοδότης, όσον και το ύψος αυτών και του προσθέτου τέλους. Επομένως, έλλειψη οποιουδήποτε από τα στοιχεία αυτά από το σώμα της πράξεως επιβολής εισφορών συνεπάγεται ακυρότητα της πράξεως αυτής. Όλα δε τα στοιχεία που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της πιο πάνω διατάξεως, δηλαδή ο αριθμός μητρώου του απασχοληθέντος, το ονοματεπώνυμό του, οι αποδοχές του, ο αριθμός των ημερομισθίων για τα οποία δεν επικολλήθηκαν ένσημα, η μισθολογική περίοδος και η μισθολογική κλάση στην οποία πραγματοποιήθηκαν τα ημερομίσθια, απαιτείται να περιέχονται, επί ποινή ακυρότητας της πράξεως επιβολής εισφορών, είτε στο σώμα της πράξεως αυτής είτε στη σχετικώς συντασσόμενη έκθεση ελέγχου. Και ναι μεν το τελευταίο εδάφιο της πιο πάνω διατάξεως ρητώς προβλέπει – ως συνέπεια της ελλιπούς, ως προς τα στοιχεία του δευτέρου εδαφίου της διατάξεως αυτής, εκθέσεως ελέγχου – τη μη ακυρότητα της πράξεως επιβολής εισφορών, πλην η συνέπεια αυτή τελεί, κατά την έννοια του πιο πάνω τελευταίου εδαφίου, υπό την εξυπακουόμενη προϋπόθεση ότι τα ελλείποντα αυτά στοιχεία περιέχονται στην πράξη επιβολής εισφορών. Επομένως, αν τα ελλείποντα αυτά στοιχεία δεν περιέχονται ούτε στην πράξη επιβολής εισφορών, η πράξη αυτή δεν είναι έγκυρη. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, για να είναι έγκυρη η πράξη επιβολής εισφορών απαιτείται να αναφέρονται στο σώμα της πράξης αυτής ο υπόχρεος προς καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών εργοδότης, καθώς και το ύψος των εισφορών αυτών και του πρόσθετου τέλους. Περαιτέρω, αν η πράξη αυτή δεν περιέχει όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της πιο πάνω διατάξεως, η σύνταξη εκθέσεως ελέγχου, στην οποία πρέπει να περιέχονται τα ελλείποντα στοιχεία, συνιστά ουσιώδη τύπο της διαδικασίας για την έκδοση της πράξεως επιβολής εισφορών και, αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η πράξη επιβολής εισφορών δεν είναι έγκυρη (Σ.τ.Ε. 3942/1989 7μ., 4088/1996, 19, 5136/1997).
8. Επειδή, εξάλλου, το π.δ. 341/1978 (φ. 71/Α), το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω, ορίζει στην παρ. 1 του άρθρου 22 ότι «Το δικόγραφον της προσφυγής δέον να περιέχει… τους συγκεκριμένους λόγους επί των οποίων ερείδεται αύτη…». Περαιτέρω στην παρ. 1 του άρθρου 53 του πιο πάνω π.δ/τος ορίζεται ότι «Το δικαστήριον κρίνει περί του κύρους της διοικητικής πράξεως κατά τον νόμον και την ουσίαν» και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι λόγοι ακυρώσεως των διοικητικών πράξεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η παράβαση ουσιώδους τύπου «διατεταγμένου περί την ενέργειαν της πράξεως». Τέλος, στο άρθρο 54 του ίδιου π.δ/τος ορίζονται τα εξής: «Συντρέχοντος λόγου ακυρώσεως, το δικαστήριον επί μεν προσφυγής ακυροί ή τροποποιεί την διοικητική πράξιν… 2. Το δικαστήριον ενεργεί μόνον κατ’ αίτησιν των διαδίκων και αποφαίνεται εντός των ορίων των υποβαλλομένων εις αυτό αιτήσεων». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι το διοικητικό πρωτοδικείο κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλομένων με την προσφυγή διοικητικών πράξεων ερευνά αυτές, ως προς το νόμο και την ουσία, μόνο εντός των ορίων της προσφυγής. Τούτο σημαίνει ότι κατά τον πιο πάνω έλεγχο το δικαστήριο ερευνά το κύρος των πράξεων αυτών ως προς τα κεφάλαιά τους που έχουν αμφισβητηθεί με την προσφυγή. Κατά τη σαφή δε έννοιά της, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 54 του π.δ. 341/1978 δεν αποκλείει στο δικαστήριο της ουσίας να εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγους ακυρώσεως της προσβαλλομένης με την προσφυγή διοικητικής πράξεως οι οποίοι δεν έχουν προβληθεί με την προσφυγή. (ΣτΕ 1968/2008 7μ.) Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Ι. Ζόμπολας, κατά τη γνώμη του οποίου η παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας δεν μπορεί να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό πρωτοδικείο. Τούτο δε, διότι δεν υπάρχει συνταγματική διάταξη ή διάταξη νόμου ούτε γενική αρχή του δικαίου που επιβάλλει στο διοικητικό πρωτοδικείο την υποχρέωση να εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγο ακυρώσεως διοικητικής πράξεως προσβαλλομένης με προσφυγή ουσίας αναγόμενο σε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. Κατά παγία, άλλωστε, νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και πάντως όταν δεν πρόκειται περί πειθαρχικών υποθέσεων δημοσίων υπαλλήλων, το Δικαστήριο δεν προβαίνει επί αιτήσεως ακυρώσεως κατ’ ατομικών διοικητικών πράξεων στην αυτεπάγγελτη έρευνα λόγου αναγομένου στην εξωτερική νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξεως – όπως είναι η παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας – παρά μόνο όταν ο λόγος ακυρώσεως ανάγεται στην αναρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, θεωρώντας προφανώς ότι πρόκειται για λόγο που, προεχόντως, συνάπτεται με την τήρηση κανόνων δημοσίας τάξεως, δηλαδή κανόνων οργάνωσης της Διοικήσεως και όχι με το συμφέρον των ενδιαφερομένων. Τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αποδίδει κατ’ αρχήν και ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), οι διατάξεις του οποίου διέπουν την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια (άρθρ. 1), με το άρθρο 79 του οποίου ρητώς αποκλείεται ο αυτεπάγγελτος έλεγχος της «παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξης», ενώ αντιθέτως προβλέπεται ότι ερευνάται αυτεπαγγέλτως «αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο ή από συλλογικό όργανο που δεν έχει νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση (παρ. 1 περ. α΄ σε συνδυασμό με την παρ. 3 περ. α΄ και β΄) (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3718/2003 7μ., 2960,3559/2005 , 3451/2007). Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 54 του π.δ. 341/1978, με την οποία χαράσσονται τα όρια του δικαστικού ελέγχου της προσβαλλόμενης με προσφυγή ουσίας διοικητικής πράξεως και ορίζεται ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνον κατ’ αίτηση των διαδίκων και αποφαίνεται εντός των ορίων των υποβαλλομένων εις αυτό αιτήσεων. Συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει την ευχέρεια να εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγους ακυρώσεως της προσβαλλόμενης με την προσφυγή διοικητικής πράξεως αναγομένους σε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας εκδόσεώς της.
9. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την 29852/8-11-93 πράξη επιβολής εισφορών του Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Πλατείας Ομονοίας επιβλήθηκαν στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Κέντρο Παραγωγικότητας εισφορές ύψους 26.350.000 δραχμών συνολικά, για την ασφαλιστική τακτοποίηση κατά τη χρονική περίοδο 17/9/1985-30/9/1993 των εξής εργαζομένων: 1) Ευφροσύνης Αλεξοπούλου, 2) Καλλιόπης Αντωνοπούλου, 3) Διονυσίας Βαρδακαστάνη-Κολοβού, 4) Αλεξάνδρας Γαρδικιώτη, 5) Αθανασίου Ντουντούμη, 6) Βασιλείου Ξευγενή, 7) Παναγιώτη Ξύδη, 8) Κωνσταντίνας Σταθουλοπούλου, 9) Μαρίας Τσιλέμου, 10) Διονυσίας Χρυσολώρα, 11) Στεφανίας Ταμουρίδου, 12) Διονυσίας Μποτίνη, 13) Μαριάνθης Ιατροπούλου και 14) Αγγελικής Βάσσου. Η ανωτέρω πράξη εκδόθηκε ύστερα από καταγγελία που υπέβαλαν στο Ι.Κ.Α. οι ένδεκα πρώτοι από τους ανωτέρω ασφαλισμένους. Κατά της πράξεως αυτής το ΕΛΚΕΠΑ υπέβαλε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την 140/20/28-2-94 απόφαση της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (Τ.Δ.Ε.) του ιδίου ως άνω Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. Κατά της αποφάσεως της ΤΔΕ το αναιρεσίβλητο ΕΛΚΕΠΑ άσκησε προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, με τη σκέψη ότι η πράξη επιβολής εισφορών ήταν νομικώς πλημμελής, αφού στο σώμα της δεν περιέχονταν οι αριθμοί μητρώου των ασφαλισμένων για την ασφαλιστική τακτοποίηση των οποίων είχαν επιβληθεί οι ένδικες εισφορές, ούτε προέκυπταν οι αριθμοί αυτοί από την έκθεση ελέγχου (από 1-11-1993) που είχε συνταχθεί, με αποτέλεσμα η πράξη αυτή να καθίσταται μη έγκυρη λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας εκδόσεώς της, έστω και αν στο σώμα της πράξης αυτής περιέχονταν τα υπόλοιπα στοιχεία που απαιτούνταν σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 26 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ. Η κρίση αυτή επικυρώθηκε στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ΙΚΑ, με τη σκέψη ότι το διοικητικό πρωτοδικείο ορθώς είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει το νόμο. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι «νομίμως η εκκαλούμενη απόφαση είχε εξετάσει το νόμω βάσιμο της πράξεως πέραν των ορίων της προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 75 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας».
10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των αναφερομένων στην έβδομη σκέψη διατάξεων έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορούσε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως λόγο ακυρώσεως της ένδικης ΠΕΕ που αφορούσε σε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας εκδόσεώς της. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη σκέψη 7, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τον πιο πάνω λόγο ακυρώσεως της ένδικης πράξεως, αν δηλαδή είχε τηρηθεί ο αναφερόμενος παραπάνω ουσιώδης τύπος της διαδικασίας εκδόσεως της πράξεως αυτής. Κατά τη γνώμη όμως της μειοψηφίας ο λόγος αυτός βασίμως προβάλλεται.
11. Επειδή, περαιτέρω, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 παρ. 3 εδ. α΄ και β΄ του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, έκρινε ότι η μη αναφορά στην ένδικη ΠΕΕ του αριθμού μητρώου των εργαζομένων συνιστούσε λόγο ακυρώσεως της πράξεως αυτής λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας εκδόσεώς της, ενώ η μη αναφορά του στοιχείου αυτού στην ΠΕΕ δεν καθιστούσε την πράξη αυτή άκυρη. Άλλωστε, κατά το αναιρεσείον Ίδρυμα, η αναγραφή του αριθμού μητρώου των εργαζομένων στην ΠΕΕ προϋπέθετε δήλωση των εργαζομένων στο ΙΚΑ από τον εργοδότη, προϋπόθεση την οποία μη νομίμως παρέλειψε να ερευνήσει το δικάσαν δικαστήριο. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως βεβαιώνει η προσβαλλόμενη απόφαση, στην επίμαχη ΠΕΕ δεν αναφέρονταν οι αριθμοί μητρώου των εργαζομένων, για την ασφαλιστική τακτοποίηση των οποίων επιβλήθηκαν οι ένδικες εισφορές, ούτε προέκυπταν οι αριθμοί μητρώου από την από 1-11-1993 έκθεση ελέγχου. Συνεπώς, νομίμως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, ακυρώθηκε η πιο πάνω απόφαση της Τ.Δ.Ε. στην οποία ενσωματώθηκε η ΠΕΕ, για παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας εκδόσεως της ΠΕΕ. Εξάλλου, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, ανεξάρτητα αν έπρεπε κατά νόμο το διοικητικό εφετείο να προβεί στην έρευνα που προβάλλει το ΙΚΑ, ο λόγος αυτός συνδέεται με πραγματικό το οποίο δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, εξάλλου το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι είχε προβάλει τον ισχυρισμό αυτόν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.
12. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Φεβρουαρίου και 2 Οκτωβρίου 2008
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος   Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
 
 
Γ. Ανεμογιάννης Ε. Κουμεντέρη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 20ης Οκτωβρίου 2008.
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος