ΕΣ 2281/09, ΟΛΟΜ., ΕΑΝ Ο ΦΕΡΟΜΕΝΟΣ ΠΛΗΡΕΞ. ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ ΚΑΙ ΖΗΤΗΣΕΙ ΑΝΑΒΟΛΗ ΚΑΙ ΔΩΘΕΙ ΣΕ ΡΗΤΗ ΔΙΚΑΣΙΜΟ ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΕΙ , ΤΟΤΕ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ Η ΜΕΤ΄ΑΝΑΒΟΛΗ ΣΥΖΉΤΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΣΣΕΤΑΙ ΚΛΗΤΕΥΣΗ ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΔΙΚΑΙΗΣ ΔΙΚΗΣ (ΜΕΙΟΨ).

ΕΣ Ολομ

 
ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
2281/2009

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την ακόλουθη σύνθεση : Γεώργιος – Σταύρος Κούρτης, Πρόεδρος, Ιωάννης Καραβοκύρης, Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελάρας, Ελένη Φώτη, Κωνσταντίνος Κανδρής και Γεώργιος Κωνσταντάς, Αντιπρόεδροι, Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Θεοχάρης Δημακόπουλος, Διονύσιος Λασκαράτος (εισηγητής), Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα και Αγγελική Μυλωνά, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Ευστάθιος Ροντογιάννης και Φλωρεντία Καλδή και οι Σύμβουλοι Σωτηρία Ντούνη, Νικόλαος Μηλιώνης, Βασιλική Ανδρεοπούλου και Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ :  Γεώργιος Σχοινιωτάκης.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για   να δικάσει την από 27 Ιουνίου 2006 (αριθμ. καταθ. 289/2006)  για αναίρεση της 826/2005 οριστικής αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του Γεωργίου Ψαράκη του Ιωάννη, κατοίκου Θεσσαλονίκης (Βασιλίσσης Όλγας 155), ο οποίος δεν παραστάθηκε,
κ α τ ά   του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Με την 357/2001 απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ.) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απορρίφθηκε ένσταση του αναιρεσείοντος, πρώην καθηγητή μέσης εκπαίδευσης, κατά της 12904/27.7.1999 πράξης του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την 17124/6.10.1999 όμοια πράξη, με την οποία κανονίστηκε σ’ αυτόν σύνταξη, με αίτημα να τροποποιηθεί αυτή και να οριστεί ως ημερομηνία τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας του η 30.6.1999, ημερομηνία που πράγματι αποχώρησε από την υπηρεσία, αντί της 30.6.1995, που ορίστηκε, με την προαναφερόμενη πράξη, ως ημερομηνία τερματισμού της συντάξιμης υπηρεσίας του, λόγω συμπλήρωσης του 60ού έτους της ηλικίας και υπερτριακονταπενταετούς δημόσιας υπηρεσίας.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 826/2005 απόφαση του ΙΙ Τμήματος απορρίφθηκε η από 30.10.2002 έφεσή του ως αβάσιμη στην ουσία της.
Με την κρινόμενη δε αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του ΙΙ Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση  και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος επίσης πρότεινε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υποθέσεως, εκτός από τη Σύμβουλο Αγγελική Μυλωνά που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
Ι.    Το  π.δ. 1225/1981  «περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου
διατάξεων» (ΦΕΚ – Α΄, 304), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων των άρθρων 87 του π.δ. 774/1980 και 9 παρ. 11 του ν. 1160/1981, ορίζει : α) Στο άρθρο 17 ότι «ο διορισμός του πληρεξουσίου γίνεται δι’ εγγράφου ή δια προφορικής δηλώσεως ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά την συζήτησιν της υποθέσεως, καταχωριζομένης εις τα πρακτικά» (παρ. 1) και ότι «Το παρέχον την πληρεξουσιότητα έγγραφον δύναται να είναι δημόσιον ή ιδιωτικόν. Η γνησιότης της υπογραφής του εντολέως πρέπει να βεβαιούται επί του ιδιωτικού εγγράφου υπό συμβολαιογράφου ή υπό δημοσίας δημοτικής ή κοινοτικής αρχής» (παρ. 2),  β) στο άρθρο 18 παρ. 3 ότι «3. Ο πληρεξούσιος είναι υποχρεωτικώς και αντίκλητος του εντολέως του …», γ) στο άρθρο 21 ότι «1. Δια τας προπαρασκευαστικάς πράξεις και κλήσεις μέχρι της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως θεωρείται υπάρχουσα πληρεξουσιότης, δια δε την επ’ ακροατηρίου συζήτησιν απαιτείται ρητή πληρεξουσιότης, κατά τους ορισμούς του άρθρου 17 του παρόντος, ης μη υπαρχούσης κηρύσσονται άκυροι όλαι αι πράξεις και αυταί αι πρότερον επιχειρηθείσαι υπό του ενεργήσαντος ως πληρεξουσίου …              2. Ένδικα μέσα, υπογεγραμμένα υπό πληρεξουσίου μη νομιμοποιηθέντος το βραδύτερον κατά την πρώτην επ’ ακροατηρίου συζήτησιν, απορρίπτονται. …». και δ) στο άρθρο 22, ότι «η έλλειψις πληρεξουσιότητος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως υπό του δικαστηρίου». Περαιτέρω, το ίδιο π.δ. (1225/1981) αναφορικά με το ένδικο μέσο της εφέσεως ορίζει, στο άρθρο 59, ότι «η κλήσις προς συζήτησιν επιδίδεται προς τους διαδίκους τουλάχιστον οκτώ πλήρεις ημέρας προ της συζητήσεως ….», στο άρθρο 64 ότι «1. Συντρέχοντος αποχρώντος λόγου η συζήτησις δύναται να αναβληθή … τη αιτήσει … των διαδίκων. 2. Αν η συζήτησις υποθέσεως τινος αναβληθή … η συζήτησις γίνεται κατά την αμέσως επομένην συνεδρίασιν της Ολομελείας ή του Τμήματος, εφ’ όσον το Ελεγκτικόν Συνέδριον δεν ώρισε … ωρισμένην δικάσιμον τακτικήν ή έκτακτον, μη απαιτουμένης νέας κλήσεως προς συζήτησιν, εάν ο διάδικος ή ο νόμιμος πληρεξούσιος παρέστη κατά την συνεδρίασιν, λαβών γνώσιν της δι’ ωρισμένην δικάσιμον αναβολής της συζητήσεως» και στο άρθρο 65 ότι «1. Εάν τις των διαδίκων δεν εμφανισθή κατά την συζήτησιν, το δικαστήριον εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως. 2. Εάν τις των διαδίκων δεν εκλητεύθη, ή δεν εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως, το δικαστήριον κηρύσσει απαράδεκτον την συζήτησιν, ορίζει νέαν τακτήν δικάσιμον, δι’ απλής σημειώσεως επί του πινακίου και διατάσσει την κατ’ αυτήν εγγραφήν της υποθέσεως και την νόμιμον κλήτευσιν των διαδίκων, εκτός εάν ο διάδικος εμφανισθή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνησιν και ζητήση την εκδίκασιν της υποθέσεώς του οπότε καλύπτεται η ακυρότης». Οι ως άνω διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 117 του ιδίου π.δ/τος (1225/1981) εφαρμόζονται αναλόγως και για το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως. Από το συνδυασμό των προπαρατιθέμενων διατάξεων προκύπτει ότι : α) Το ένδικο μέσο της αίτησης αναίρεσης που υπογράφεται από δικηγόρο, ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος απορρίπτεται ως απαράδεκτο, λόγω ακυρότητος του  δικογράφου, εφόσον αυτός (δικηγόρος που υπογράφει) δεν νομιμοποιηθεί ως πληρεξούσιος μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 17, δηλαδή με προφορική δήλωση του αναιρεσείοντος ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή με την προσκόμιση εγγράφου (διορισμού του ως πληρεξουσίου) δημόσιου ή ιδιωτικού, που να  περιέχει βεβαίωση της γνησιότητας της  υπογραφής του εντολέα από δημόσια αρχή. β) Το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του εμφανιζομένου ως πληρεξουσίου δύναται εκτιμώντας τις περιστάσεις να χορηγήσει εφ’ άπαξ (άρθρ. 64 παρ. 3 του ανωτέρω π.δ/τος) σύντομη αναβολή της συζήτησης. γ) Η  έλλειψη πληρεξουσιότητας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. δ) Αν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά το στάδιο της διάσκεψης το δικαστήριο διαπιστώσει ότι κάποιος από τους διαδίκους δεν κλητεύθηκε ή δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως διατάσσονται  με απόφασή του τα οριζόμενα στο άρθρο  65 του π.δ. 1225/1981 (κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης και ορισμός νέας δικασίμου). Περαιτέρω από τα ανωτέρω κατά την πλειοψηφήσασα στο Δικαστήριο γνώμη συνάγεται ότι, σε περίπτωση που εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος ο οποίος και υπογράφει το σχετικό δικόγραφο, ύστερα από νόμιμη κλήτευση των διαδίκων και ζητήσει την αναβολή της συζήτησης για σπουδαίο λόγο, το δικαστήριο την χορηγεί εφάπαξ και ορίζει ρητή δικάσιμο χωρίς νέα κλήτευση των διαδίκων. Κατά την μετ’ αναβολή συζήτηση, αν δεν εμφανισθεί ούτε ο φερόμενος ως πληρεξούσιος, ούτε ο ασκήσας το ένδικο μέσο διάδικος, το δικαστήριο, ενόψει του κινδύνου να κηρυχθεί απαράδεκτο το ασκηθέν ένδικο μέσο λόγω ακυρότητας του δικογράφου, οφειλομένης στην έλλειψη νομιμοποίησης του υπογράφοντος αυτό δικηγόρου και για διασφάλιση του δικαιώματος του διαδίκου για «δίκαιη δίκη» κηρύσσει στην περίπτωση αυτή απαράδεκτη τη συζήτηση και ορίζει ρητή δικάσιμο κατά την οποία θα πρέπει να κλητευθούν οι διάδικοι. Τούτο δε προς αποτροπή του ενδεχομένου, ο ασκήσας το ένδικο μέσο διάδικος να μην είχε ενημερωθεί για την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσής του από τον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο (Ολ. Ελ. Συν. 899/2005).      Έξι (6) μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι οι Αντιπρόεδροι Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελάρας, Ελένη Φώτη και Κωνσταντίνος Κανδρής και οι Σύμβουλοι Διονύσιος Λασκαράτος και Μιχαήλ Ζυμής, είχαν την ακόλουθη γνώμη. Ο υπογράφων το δικόγραφο του ένδικου μέσου πληρεξούσιος δικηγόρος, που είναι και αντίκλητος του εντολέως – διαδίκου, νομίμως παρίσταται και εκπροσωπεί τον τελευταίο σε όλες τις διαδικαστικές και εξώδικες πράξεις, θεωρούμενος ότι έχει τη σχετική πληρεξουσιότητα μέχρι και την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως, οπότε και απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και συνεπώς είναι νόμιμος πληρεξούσιος του εντολέα του κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο με αίτημα την αναβολή της λόγω ασθένειας του πελάτου του, το οποίο αποδεχόμενο το δικαστήριο και ορίζοντας ρητή δικάσιμο, θεωρείται ότι λαμβάνει γνώση αυτής και ο απολειπόμενος πλην νομίμως κλητευθείς διάδικος, χωρίς να απαιτείται η εκ νέου κλήση του τελευταίου, η απουσία του οποίου έχει ως συνέπεια, σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης πληρεξουσιότητας, την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαράδεκτου για έλλειψη νομιμοποιήσεως του υπογράφοντος το δικόγραφο αυτό πληρεξουσίου δικηγόρου.
IΙ.  Στην κρινόμενη υπόθεση το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης υπογράφεται από τη δικηγόρο Ιωάννα Βατσολάκη, ως πληρεξούσια του αναιρεσείοντος Γεωργίου Ψαράκη. Η συζήτηση της υπόθεσης αυτής είχε αρχικά οριστεί για τη δικάσιμο της 1ης Οκτωβρίου 2008 κατά την οποία ο διάδικος και η πληρεξούσια δικηγόρος του είχαν κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως να παραστούν. Στη δικάσιμο αυτή εμφανίσθηκε η υπογράφουσα το δικόγραφο δικηγόρος η οποία ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, λόγω ασθένειας του αναιρεσείοντος. Το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας ανέβαλε τη συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο  που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4.3.2009) χωρίς κλήτευση των διαδίκων (βλ. πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως της 1.10.2008). Κατά την εκφώνηση όμως της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο της ως άνω δικασίμου, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε ο αναιρεσείων, ούτε η φερόμενη ως πληρεξούσια δικηγόρος του. Με τα δεδομένα αυτά κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη και για διασφάλιση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για «δίκαιη δίκη», σύμφωνα με όσα ανωτέρω έγιναν δεκτά, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και να ορισθεί αρμοδίως νέα δικάσιμος, να διαταχθεί η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της νέας δικασίμου αυτής καθώς και η νόμιμη κλήτευση όλων των διαδίκων, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Κατά τη γνώμη της μειοψηφίας το ένδικο μέσο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτο για έλλειψη νομιμοποιήσεως της υπογράφουσας αυτό δικηγόρου. Η γνώμη όμως αυτή δεν κράτησε.
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει ερήμην του αναιρεσείοντος.
Κηρύσσει απαράδεκτη την παρούσα συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Διατάσσει τον ορισμό αρμοδίως νέας δικασίμου για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, την κατ’ αυτήν εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο και τη νόμιμη κλήτευση όλων των διαδίκων για να παραστούν στη νέα αυτή δικάσιμο με μέριμνα της Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2009.
     Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                           Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ – ΣΤΑΥΡΟΣ  ΚΟΥΡΤΗΣ                         ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ  ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις  30 Ιουνίου 2009.
              Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ – ΣΤΑΥΡΟΣ  ΚΟΥΡΤΗΣ                      ΙΩΑΝΝΑ  ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ