ΣτΕ 3544/2003, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΝΟΜΩ ΒΑΣΙΜΟ , Επί αγωγής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, το ζήτημα του προσώπου που ευθύνεται σε αποζημίωση συνάπτεται με το νόμω βάσιμο και ερευνάται αυτεπαγγέλτως.

ΣΤΕ

Επί αγωγής του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, το ζήτημα του προσώπου που ευθύνεται σε αποζημίωση συνάπτεται με το νόμω βάσιμο και ερευνάται αυτεπαγγέλτως.

 

Αριθμός 3544/2003
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2002, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α’ Τμήματος, Δ. Μπριόλας, Ειρ. Σαρπ, Σύμβουλοι, Π. Μπραΐμη, Χρ. Σιταρά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 24 Οκτωβρίου1999 αίτηση:
των : 1. Υπουργού Οικονομικών και 2. Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, οι οποίοι παρέστησαν με την Κυριακή Γρηγορίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά των : 1. Φρειδερίκης χήρας Σωτ. Λιάτσου, 2. Μαρίας Σωτ. Λιάτσου, 3. Πηνελόπης Σωτ. Λιάτσου, 4. Βασιλικής Σωτ. Λιάτσου, 5. Γεωργίου Δημ. Λιάτσου, 6. Πέτρου Δημ. Λιάτσου, 7. Βασιλείου Στ. Λιάτσου, 8. Κων/νου Ευαγ. Τζαμάρα, 9. Βάϊου Κων. Τζαμάρα, 10. Αποστόλου Κων/νου Τζαμάρα, 11. Κων/νας Κων/νου Τζαμάρα, 12. Βασιλικής Κων/νου Τζαμάρα, 13. Ευτυχίας Κων/νου Τζαμάρα και 14. Παύλου Κων/νου Τζαμάρα, οι οποίοι παρέστησαν με το δικηγόρο Σπυρ. Θεμελιόπουλο (Α.Μ. 1276 Δ.Σ. Θεσ/νίκης), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή οι Υπουργοί επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 173/1999 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λαρίσης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου, Ειρ. Σαρπ.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο των Υπουργών, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων, που ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται, κατά νόμο, ατελώς και άνευ καταβολής παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 173/1999 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της 501/1997 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε το Δημόσιο να καταβάλει σ’ αυτούς αποζημίωση λόγω ζημίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που προκλήθηκαν σ’ αυτούς από το θάνατο συγγενών τους συνεπεία τραυματισμού τους κατά τη σύγκρουση αυτοκινήτου τους με φορτηγό αυτοκίνητο του Νομαρχιακού Ταμείου Καρδίτσας οδηγούμενο από υπάλληλο αυτού.
2. Επειδή, με την παράγραφο 2 του άρθρου 36 του Ν. 2721/1999 (ΦΕΚ Α΄ 112), το οποίο άρχισε να ισχύει από 16.9.1999, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 1 του ίδιου νόμου, αντικαταστάθηκε η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του Π.Δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8) και ορίσθηκε ότι «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από 500.000 δραχμές. . . . Κατ’ εξαίρεση ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο από το παραπάνω ποσό, όταν με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται από το διάδικο ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης . . .». Με το άρθρο 5 του Ν. 2944/2001 (ΦΕΚ Α΄ 222/8.10.2001), ο οποίος άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 13 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις του, αντικαταστάθηκε η πρώτη περίοδος της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του Π.Δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί με την παράγραφο 2 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999, ως εξής : «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές». Εξ άλλου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 10 του νεότερου αυτού νόμου οι διατάξεις του άρθρου 5 αυτού καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις. Περαιτέρω, στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 10 ορίσθηκαν τα ακόλουθα : «Επί αιτήσεων αναιρέσεως με αντικείμενο της διαφοράς κατώτερο από δύο εκατομμύρια (2.000.000) δραχμές, που έχουν ασκηθεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου αλλά δεν έχουν συζητηθεί, εφαρμόζονται αναλόγως τα οριζόμενα στις παραγράφους 6 έως 8 του άρθρου 12 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ Α΄ 62). Ο αναιρεσείων μπορεί, μέσα σε προθεσμία ενενήντα (90) ημερών από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, να προβάλει με υπόμνημα ότι η επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις, που δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης. Στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται υποχρεωτικά για συζήτηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού σχηματισμού, ο οποίος και αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι περίπτωση να καταργηθεί η δίκη». Τέλος, στις παραγράφους 6 έως 8 του άρθρου 12 του Ν. 2298/1995, στις οποίες παραπέμπει η ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 10 του Ν. 2944/2001, ορίζονται τα εξής : «6. Εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας επί αιτήσεων αναίρεσης, οι οποίες έχουν ασκηθεί από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αφορούν διαφορές από φόρους, δασμούς, τέλη και συναφή δικαιώματα, ασφαλιστικές εισφορές, πρόστιμα και λοιπές κυρώσεις, καταργούνται αυτοδικαίως, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς είναι κατώτερο από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές. Ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το αμφισβητούμενο ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας ποσόν χωρίς πρόσθετους φόρους και προσαυξήσεις. 7. Για να διαπιστωθεί η συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της προηγούμενης παραγράφου, η διάδικος διοικητική αρχή ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με μέριμνα της γραμματείας του δικαστηρίου υποβάλλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας σημείωμα για το ποσόν της διαφοράς, όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου. 8. Για την κατάργηση της δίκης, σύμφωνα με την παράγραφο 6, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του προέδρου του οικείου σχηματισμού του δικαστηρίου».
3. Επειδή, με την παράγραφο 3 του άρθρου 53 του Π.Δ. 18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 36 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο των 500.000 δρχ. ασκείται απαραδέκτως μετά την 16.9.1999, εκτός αν με το εισαγωγικό δικόγραφο ο διάδικος προβάλει ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αιτήσεως. Περαιτέρω, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν. 2944/2001 προβλέφθηκε ότι καταργείται η δίκη αν το ποσό της αγομένης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, με αίτηση αναιρέσεως εκκρεμή κατά την έναρξη ισχύος του νόμου τούτου, διαφοράς είναι κατώτερο των 2.000.000 δρχ., εφόσον ο αναιρεσείων δεν προβάλει με υπόμνημα, υποβαλλόμενο εντός της οριζομένης με τη διάταξη αυτή προθεσμίας, ότι η επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις. Εξάλλου, επί πλειόνων αναιρεσιβλήτων για τον προσδιορισμό του ύψους του αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το ύψος του χρηματικού ποσού το οποίο αντιστοιχεί σε καθέναν εξ αυτών (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3937/2000).
4. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής : Στις 28.7.1993 και ώρα 11.30΄ π.μ. το ΚΥ – 5471 φορτηγό αυτοκίνητο του Νομαρχιακού Ταμείου Καρδίτσας οδηγούμενο από τον Ηρακλή Τσίτρα, υπάλληλο του εν λόγω Ταμείου, που εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία μεταφέροντας ορυκτό υλικό, εκινείτο στην επαρχιακή οδό Καρδίτσας – Λουτρών Σμοκόβου με κατεύθυνση προς Λουτρά Σμοκόβου. Στο 18ο χιλιόμετρο της εν λόγω οδού το ανωτέρω αυτοκίνητο κινήθηκε στο οδόστρωμα που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί μετωπικώς με το ΚΡΕ – 8283 Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο (αγροτικό), που οδηγούσε ο Δημ. Λιάτσος και εκινείτο στην ίδια οδό με κατεύθυνση προς Καρδίτσα. Από τη σύγκρουση αυτή το δεύτερο αυτοκίνητο ξέφυγε από την πορεία του και σύρθηκε σε αρκετή απόσταση από το σημείο συγκρούσεως, με αποτέλεσμα ο οδηγός Δημ. Λιάτσος και ο συνεπιβάτης πατέρας του Σωτ. Λιάτσος να υποστούν τραύματα, που επέφεραν τον ακαριαίο θάνατό τους. Κατόπιν τούτου οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν αγωγή στρεφομένη κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησαν η πρώτη (μητέρα του πρώτου και σύζυγος του δεύτερου των θανόντων) αποζημίωση λόγω εξόδων κηδείας, στερήσεως διατροφής και υλικής ζημίας από την ολική καταστροφή του αυτοκινήτου, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, η δεύτερη (αδελφή του πρώτου και κόρη του δεύτερου των θανόντων) αποζημίωση λόγω στερήσεως διατροφής και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι (εκ των οποίων η τρίτη και τέταρτη είναι αδελφές του πρώτου και κόρες του δεύτερου των θανόντων και οι άλλοι συγγενείς, συνδεόμενοι με διάφορους βαθμούς συγγενείας με τους θανόντες) χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος ήταν ο Ηρακλής Τσίτρας, υπάλληλος του Νομαρχιακού Ταμείου Καρδίτσας, που οδηγούσε το ΚΥ – 5471 φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εν λόγω Ταμείου, και ότι, ως εκ τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση των αναιρεσιβλήτων για τη ζημία που υπέστησαν από το ατύχημα αυτό. Κατόπιν τούτου δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ’ αυτούς τα εξής ποσά : στην πρώτη 10.356.000 δρχ., στη δεύτερη 5.485.000 δρχ., στις τρίτη και τέταρτη από 3.000.000 δρχ. στην καθεμία, στους πέμπτο, έκτο και έβδομο από 350.000 δρχ. στον καθέναν, στον όγδοο 1.500.000 δρχ. και στους λοιπούς (ένατο έως δέκατο τέταρτο) από 250.000 δρχ. στον καθέναν. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως άσκησαν έφεση το Ελληνικό Δημόσιο και η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καρδίτσας. Η έφεση αυτή απερρίφθη με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η έφεση ασκήθηκε παραδεκτώς μόνον από το Δημόσιο, απαραδέκτως δε από την ανωτέρω Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, εφόσον η αγωγή δεν εστρέφετο κατ’ αυτής, δεν είχε δε παρέμβει στην πρωτόδικη δίκη ούτε ήταν καθολικός ή ειδικός διάδοχος κάποιου από τους διαδίκους στην πρωτόδικη δίκη. Περαιτέρω, ισχυρισμός του Δημοσίου ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε την αποζημίωση εις βάρος του, ενώ έπρεπε να την επιδικάσει εις βάρος της προαναφερθείσης Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, στην οποία ανήκε το προκαλέσαν το ατύχημα αυτοκίνητο, απερρίφθη με την προσβαλλόμενη απόφαση, προεχόντως διότι είχε προβληθεί το πρώτον με το επί της εφέσεως υπόμνημα του Δημοσίου, δεδομένου μάλιστα ότι, κατά το δικάσαν δικαστήριο, ούτε αυτεπαγγέλτως εξετάζεται το ζήτημα ποιος είναι διάδικος. Στη συνέχεια το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για το ατύχημα ήταν ο υπάλληλος του Νομαρχιακού Ταμείου Καρδίτσας, που οδηγούσε το φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του εν λόγω Ταμείου, και ότι για τη ζημία που είχε προκληθεί από την παράνομη υλική ενέργεια του υπαλλήλου αυτού ευθύνεται σε αποζημίωση το Ελληνικό Δημόσιο, επικύρωσε δε και κατά τα λοιπά την πρωτόδικη απόφαση.
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα παρατεθέντα ανωτέρω ποσά, τα οποία υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Δημόσιο να καταβάλει σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους με την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, το αντικείμενο της αγομένης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διαφοράς ανέρχεται σε ποσό ανώτερο των 2.000.000 δρχ. μόνον ως προς τις τέσσερις πρώτες αναιρεσίβλητες (Φρειδερίκη, Μαρία, Πηνελόπη και Βασιλική Λιάτσου). Ως προς τους πέμπτο, έκτο, έβδομο και ένατο έως δέκατο τέταρτο αναιρεσιβλήτους (Γεώργιο, Πέτρο και Βασίλειο Λιάτσο και Βάϊο, Απόστολο, Κωνσταντίνα, Βασιλική, Ευτυχία και Παύλο Τζαμάρα) το αντικείμενο της διαφοράς ανέρχεται σε ποσό κατώτερο των 500.000 δρχ.. Επομένως, ως προς αυτούς, η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε στις 26.10.1999, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της διατάξεως του άρθρου 36 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, εφόσον το Δημόσιο με το δικόγραφο της εν λόγω αιτήσεως δεν προβάλλει ότι η επίλυση της προκειμένης διαφοράς έχει γι’ αυτό ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση αυτής. Περαιτέρω, ως προς τον όγδοο αναιρεσίβλητο Κων. Τζαμάρα, ως προς τον οποίο το αντικείμενο της διαφοράς ανέρχεται σε 1.500.000 δρχ., είναι δηλαδή κατώτερο των 2.000.000 δρχ., η δίκη πρέπει να κηρυχθεί κατηργημένη, διότι η υπόθεση ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου 10 παρ. 3 του Ν. 2944/2001, το αναιρεσείον δε Δημόσιο δεν υπέβαλε εντός της τασσομένης με την εν λόγω διάταξη προθεσμίας υπόμνημα, με το οποίο να προβάλει ότι η επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς έχει γι’ αυτό ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν τη συνέχιση της δίκης ως προς τον εν λόγω αναιρεσίβλητο. Ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση είναι περαιτέρω εξεταστέα ως προς τις τέσσερις πρώτες αναιρεσίβλητες, ως προς τις οποίες ασκείται εν γένει παραδεκτώς.
6. Επειδή, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα ορίζει στο άρθρο 105 ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. . . .» και στο άρθρο 106 ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του προηγουμένου άρθρου «εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους».
7. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 69 του Π.Δ. 341/1978 (ΦΕΚ Α΄ 71), το οποίο είναι εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 1406/1983 (ΦΕΚ Α΄ 182), ορίζει ότι «1. Διά της ασκήσεως της εφέσεως η υπόθεσις μεταβιβάζεται εις το εφετείον, καθ’ όσον αφορά τας δι’ αυτής προβαλλομένας αιτιάσεις κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. 2. Το εφετείον και άνευ ειδικού περί τούτου λόγου εφέσεως, ερευνά αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμον και το ωρισμένον της αγωγής. Εάν η αγωγή εγένετο δεκτή ή απερρίφθη κατ’ ουσίαν εν όλω ή εν μέρει και το εφετείον κρίνη ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμος ή αόριστος, εξαφανίζεται η απόφασις και απορρίπτεται η αγωγή».
8. Επειδή, από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι, για να ευθύνεται το Δημόσιο σε αποζημίωση, πρέπει η ζημία να προήλθε από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή παράνομη υλική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης υλικής ενέργειας οργάνου ευρισκομένου στην υπηρεσία του. Αν η ζημία προήλθε από ενέργειες ή παραλείψεις οργάνου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, υπόχρεο προς αποζημίωση είναι το νομικό τούτο πρόσωπο και όχι το Δημόσιο (πρβλ. Σ.τ.Ε. 2463/1998, 2077/1999). Εξάλλου, επί αγωγής, το ζήτημα του προσώπου που ευθύνεται σε αποζημίωση συνάπτεται με το νόμω βάσιμο αυτής και, επομένως, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό εφετείο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 69 παρ. 2 του Π.Δ. 341/1978.
9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητες, με την αγωγή που άσκησαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου ζήτησαν την αποκατάσταση της ζημίας και της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το θάνατο των συγγενών τους, προέβαλαν δε ότι ο θάνατος προκλήθηκε από παράνομες ενέργειες του Ηρακλή Τσίτρα, υπαλλήλου του Νομαρχιακού Ταμείου Καρδίτσας, ο οποίος οδηγούσε το ΚΥ – 5471 φορτηγό αυτοκίνητο του εν λόγω Ταμείου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι ο προαναφερθείς Ηρακλής Τσίτρας ήταν υπάλληλος του ανωτέρω Νομαρχιακού Ταμείου, έκρινε, κατά τα εκτεθέντα σε προηγούμενη σκέψη, ότι αυτός, οδηγώντας το ως άνω φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εν λόγω Ταμείου, προκάλεσε το τροχαίο ατύχημα, συνεπεία του οποίου προκλήθηκε ο θάνατος των συγγενών των αναιρεσιβλήτων. Με τα δεδομένα αυτά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ’ αυτές ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση τα προαναφερθέντα ποσά. Η κρίση δε αυτή της πρωτόδικης αποφάσεως επικυρώθηκε με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση. Δεδομένου, όμως, ότι το Νομαρχιακό Ταμείο Καρδίτσας ήταν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου όταν ο πιο πάνω υπάλληλός του προκάλεσε το ανωτέρω ατύχημα (βλ. άρθρο 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 3620/1956, ΦΕΚ Α΄ 279), σε αποζημίωση, για τη ζημία και την ηθική βλάβη που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητες, ευθύνετο όχι το Δημόσιο, αλλά το νομικό τούτο πρόσωπο και, μετά την κατάργησή του – από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του οργανισμού της εσωτερικής υπηρεσίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Καρδίτσας (απόφαση του Νομαρχιακού Συμβουλίου Ν. Καρδίτσας 18/31.3.1995, ΦΕΚ Β΄ 359/4.5.1995) – η Νομαρχιακή αυτή Αυτοδιοίκηση, η οποία υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταργηθέντος Ταμείου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 2218/1994 (ΦΕΚ Α΄ 90), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 18 του Ν. 2240/1994 (ΦΕΚ Α΄ 153), όπως κωδικοποιήθηκαν με το άρθρο 103 του Π.Δ. 30/1996 (ΦΕΚ Α΄ 21) [βλ. Σ.τ.Ε. 869/2000, 612/1999]. Ενόψει των ανωτέρω, και δεδομένου ότι η αγωγή με το περιεχόμενο που έχει πιο πάνω εκτεθεί, ήταν νόμω αβάσιμη εφ’ όσον στρεφόταν κατά του Δημοσίου, το διοικητικό εφετείο έπρεπε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί, ποιο πρόσωπο ευθυνόταν σε αποζημίωση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Δημοσίου ότι η αποζημίωση έπρεπε να επιδικασθεί εις βάρος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Καρδίτσας μη νομίμως απερρίφθη με την αιτιολογία ότι απαραδέκτως είχε προβληθεί το πρώτον με το επί της εφέσεως υπόμνημα και ότι δεν αφορούσε ζήτημα αυτεπαγγέλτως εξεταστέο. Για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση ως προς τις τέσσερις πρώτες αναιρεσίβλητες (Φρειδερίκη, Μαρία, Πηνελόπη και Βασιλική Λιάτσου) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που τις αφορά, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο εκδόν την εν λόγω απόφαση δικαστήριο για νέα κρίση.
Διά ταύτα
Κηρύσσει τη δίκη κατηργημένη ως προς τον Κων. Τζαμάρα.
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των Γεωργίου, Πέτρου και Βασιλείου Λιάτσου, Βάϊου, Αποστόλου, Κωνσταντίνας, Βασιλικής, Ευτυχίας και Παύλου Τζαμάρα.
Δέχεται αυτήν κατά το μέρος που στρέφεται κατά των Φρειδερίκης, Μαρίας, Πηνελόπης και Βασιλικής Λιάτσου.
Αναιρεί, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό, την 173/1999 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, κατά το μέρος που αφορά τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, και παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο δικαστήριο αυτό.
Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους απορρίπτεται η κρινόμενη αίτηση, ανερχόμενη σε τριακόσια ογδόντα (380) ευρώ, και στις αναιρεσίβλητες, ως προς τις οποίες γίνεται δεκτή η αίτηση, τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται σε επτακόσια εξήντα (760) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2002 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου 2003.
Ο Πρόεδρος του Α’ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος
 
 
Γ. Ανεμογιάννης    Ε. Κουμεντέρη
 

./.
 

 

./.