ΣτΕ 3636/2011, Α τμ. 7μ., ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΠΡΑΞΗ ΑΔΕΙΑΣ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΜΙΓΟΥΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ, ΜΕΙΩΣΗ ΑΞΙΑΣ ΠΑΡΑΚΕΙΜΕΝΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ, ΔΕΝ ΑΣΚΕΙ ΕΠΙΡΡΟΗ Η ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΕ

Ευθύνη προς αποζημίωση λόγω μη εφαρμογής νόμιμης διοικητικής πράξης (ΣτΕ 3636/2011).

Η υπόθεση έχει ως εξής: Κατά τη διαδικασία χαρακτηρισμού αυθαίρετων κατασκευών που θεσπίζεται από το νόμο, είχε κηρυχθεί αυθαίρετη και κατεδαφιστέα τριώροφη οικοδομή και στη συνέχεια συγκροτήθηκε συνεργείο για την κατεδάφιση, μεταξύ άλλων, και της οικοδομής αυτής.Ακολούθησε ανάκληση οικοδομικής αδείας που είχε χορηγηθεί για την κατασκευή υπογείου και ισογείου. Σε νεότερη έκθεση αυτοψίας διαπιστώθηκε η συνέχιση εργασιών στην τριώροφη οικοδομή, την οποία αφορούσε και η αρχική έκθεση αυτοψίας και η οποία χαρακτηρίστηκε και πάλι αυθαίρετη. Μετά τη δεύτερη αυτή έκθεση αυτοψίας και την έκδοση της απόφασης της αρμόδιας επιτροπής, με την οποία απορρίφθηκε η σχετική ένσταση, ο ιδιοκτήτης οικοδομής, υπέβαλε αίτημα για τη νομιμοποίηση της αυθαίρετης οικοδομής. Πριν επιληφθεί η Διοίκηση του αιτήματος αυτού, ο ιδιοκτήτης όμορης οικοδομής άσκησε αγωγή κατά της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, με την οποία ζήτησε αποζημίωση κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ. Ν. Α.Κ., επικαλούμενος και το άρθρο 57 του Α.Κ. και ισχυριζόμενος αφενός ότι η αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης δεν είχε προβεί μέχρι την κατάθεση της αγωγής σε οποιαδήποτε ενέργεια για την κατεδάφιση της αυθαίρετης οικοδομής, κατά παράβαση των διατάξεων, με τις οποίες επιβάλλεται η κατεδάφιση κτισμάτων που έχουν κριθεί οριστικά αυθαίρετα και κατεδαφιστέα και αφετέρου ότι η παράνομη διατήρηση της αυθαίρετης οικοδομής στο όμορο ακίνητο είχε ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραίας αξίας του δικού του ακινήτου και την πρόκληση ηθικής βλάβης του λόγω στέρησης της οικοδομής του από τη δυνατότητα φωτισμού, αερισμού και ηλιασμού. Το αίτημα κρίθηκε νόμω βάσιμο με τη σκέψη ότι η παράλειψη της Διοίκησης, επί δυόμιση (2 ½) και πλέον έτη, τα οποία μεσολάβησαν έως την άσκηση της αγωγής από την έκδοση της απόφασης της οικείας επιτροπής, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση του ιδιοκτήτη της αυθαίρετης οικοδομής κατά της δεύτερης έκθεσης αυτοψίας, και την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά της απόφασης αυτής από τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη, συνιστά παραβίαση των διατάξεων για τις αυθαίρετες κατασκευές και θεμελιώνει δικαίωμα προς αποζημίωση.  Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το δικαίωμα αυτό δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής ο ιδιοκτήτης της αυθαίρετης οικοδομής είχε καταθέσει αίτηση νομιμοποίησης, αντιθέτως προς την κρίση του Διοικητικού Εφετείου, το οποίο είχε δεχθεί αφενός ότι, εφόσον είχε υποβληθεί, πριν από την κατάθεση της αγωγής αποζημίωσης, αίτηση νομιμοποίησης του αυθαιρέτου, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση  όφειλε, κατά τις αρχές της χρηστής διοίκησης, να μην προβεί στην κατεδάφιση και, ως εκ τούτου, δεν ήταν παράνομη η παράλειψη κατεδάφισης της οικοδομής και αφετέρου ότι δεν ήταν δικονομικώς επιτρεπτό να ληφθούν υπόψη η  πράξη νομιμοποίησης που ακολούθησε την άσκηση της αγωγής και η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε ύστερα από αίτηση ακύρωσης κατά της πράξης αυτής. 

 

 

 

Αριθμός 3636/2011 , 7Μ
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2010, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, ελλείποντος Προέδρου του Τμήματος, και σε αναπλήρωση του Αναπληρωτή Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Σκαλτσούνης, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Σύμβουλοι, Χρ. Σιταρά, Β. Ανδρουλάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.
Για να δικάσει την από 8 Νοεμβρίου 2006 αίτηση:
της Αικατερίνης Χατήρη, κατοίκου Περιστερίου Αττικής (Γενναδίου 9), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Χαράλ. Χρυσανθάκη (Α.Μ. 11855), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των: 1) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Φωτεινή Δεδούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και 2) Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Φώτη Χατζηφώτη (Α.Μ. 12571), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1106/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ελ. Δανδουλάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, την αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου και τον πληρεξούσιο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (γραμμάτιο 1638302/2006), ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 1106/2006 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 3443/2004 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζητούσε, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης να της καταβάλει το ποσό των 93.911 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την παράνομη παράλειψη των οργάνων της να προβούν στην κατεδάφιση αυθαίρετης οικοδομής, όμορης με ακίνητο ιδιοκτησίας της.
2. Επειδή, ενόψει του ότι υπόχρεη κατά νόμον για την αποκατάσταση της, σύμφωνα με την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, ζημίας ήταν η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής, από παραλείψεις οργάνων της οποίας προκλήθηκε η ζημία αυτή και κατά της οποίας εστρέφετο η ένδικη αγωγή, απαραδέκτως η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
3. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.) ορίζει ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …», το δε άρθρο 106 του ίδιου Εισαγωγικού Νόμου ορίζει ότι «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξεως, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και τη λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (Α.Ε.Δ.
5/1995, Σ.τ.Ε. 3042/1992, 2463/1998, 2774/1999, 740/2001, 2727/2003, 3256/2006, 1921/2007 κ.ά.). Εξάλλου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάρχει, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνο οσάκις με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και οσάκις παραλείπονται τα εκ της κείμενης εν γένει νομοθεσίας, καθώς και τα κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης προσιδιάζοντα στη συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (Σ.τ.Ε. 347, 4776/1997, 3102/1999, 2727/2003). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποχρεούνται σε αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας, τα δικαστήρια δε της ουσίας δύνανται, επί πλέον, να επιδικάσουν σε βάρος τους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα (Σ.τ.Ε. 2463/1998, 2727/2003, 1921/2007).
4. Επειδή, με το υπό τον τίτλο «Νέα αυθαίρετα» άρθρο 17 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33, άρθρο 382 παρ. 1 Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, Κ.Β.Π.Ν., που κυρώθηκε με το από 14.7.1999 π.δ/γμα, Δ΄ 580/27.7.1999) προβλέπεται ότι: «1. Τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31.1.1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων … καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο. 2. …3. …4. … 5. Η αρμόδια πολεοδομική αρχή μπορεί και αυτεπάγγελτα να προβαίνει στην κατεδάφιση του αυθαιρέτου …». Η διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών καθορίστηκε με τις διατάξεις του εκδοθέντος κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 7 του άρθρου 17 και της παρ. 9 του άρθρου 18 του ν. 1337/1983 π.δ/τος της 5/12.7.1983 (Δ΄ 291, άρθρα 390 έως 395 του Κ.Β.Π.Ν.). Στο άρθρο 1 του διατάγματος αυτού ορίζεται ότι: «1. Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 3 του παρόντος, γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση. Η έκθεση αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του … 2. Στην έκθεση αναφέρεται η θέση του αυθαιρέτου με τοπογραφικό σκαρίφημα, όπου απαιτείται, συνοπτική περιγραφή με σκαρίφημα και οι διαστάσεις του. Περιλαμβάνεται επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης να υποβάλει ένσταση στην κατά τόπο αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, αυτό το αυθαίρετο θα κατεδαφιστεί. 3. Η πιο πάνω έκθεση, που υπογράφεται από τον υπάλληλο που διενεργεί την αυτοψία, τοιχοκολλείται την ίδια μέρα στο αυθαίρετο. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πράξη κάτω από το πρωτότυπο της έκθεσης, σημειώνεται η ημερομηνία της τοιχοκόλλησης και υπογράφεται από τον υπάλληλο που έκανε την αυτοψία και από παριστάμενο τυχόν αστυνομικό όργανο ή δεύτερο υπάλληλο της πολεοδομικής υπηρεσίας. Αντίγραφο της έκθεσης στέλνεται με απόδειξη αμέσως στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα και στην αρμόδια αστυνομική αρχή. Η αστυνομική αρχή διακόπτει αμέσως χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής …», στο άρθρο 2 ότι: «1. Κατά της έκθεσης αυτοψίας μπορεί να κάνει ένσταση κάθε ενδιαφερόμενος. 2. Η ένσταση ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία 10 ημερών από την τοιχοκόλληση της έκθεσης στο αυθαίρετο με κατάθεση στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Μαζί με την ένσταση πρέπει να κατατεθούν και αντίγραφα των στοιχείων που αποδεικνύουν τις απόψεις που υποστηρίζει αυτός που υποβάλλει την ένσταση, οπωσδήποτε δε αντίγραφα ή της οικοδομικής άδειας που τυχόν έχει ή της δήλωσης του άρθρου 15 του ν. 1337/1983 ή της δήλωσης του α.ν. 410/1968 ή του τίτλου του ν. 720/1977. 3. Στην ένσταση που κατατίθεται σημειώνεται αμέσως η ημερομηνία και ώρα της εξέτασής της. Για τη σημείωση αυτή λαμβάνει γνώση ο ενδιαφερόμενος, υπογράφοντας αμέσως, και αν αρνηθεί να υπογράψει γίνεται σχετική μνεία στην ένσταση και υπογράφεται από τον αρμόδιο υπάλληλο. 4. Η ένσταση εξετάζεται από τετραμελή επιτροπή που αποτελείται από τρεις υπαλλήλους της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και έναν εκπρόσωπο της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων (όπως το εδάφιο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του π.δ/τος της 13/28.1.1986, Δ΄ 10) … Η απόφαση της Επιτροπής είναι οριστική. Αν απορριφθεί η ένσταση, το αυθαίρετο κατεδαφίζεται μέσα σε 10 ημέρες από την έκδοση της απόφασης είτε από τον κύριο ή συγκύριο του αυθαιρέτου είτε από την αρμόδια πολεοδομική αρχή 5. …» και στο άρθρο 4 ότι: «1. Η κατεδάφιση αυθαιρέτων ενεργείται από συνεργείο της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που αποτελείται από κατάλληλο προσωπικό και με τον αναγκαίο εξοπλισμό. Ο Νομάρχης μπορεί να εγκρίνει τη δημιουργία περισσοτέρων συνεργείων, την ενίσχυσή τους από προσωπικό άλλων υπηρεσιών και την παροχή κάθε δυνατής αρωγής … 2. …3. … 4. …5. Για τις κατεδαφίσεις του άρθρου αυτού συντάσσεται από επικεφαλής του συνεργείου σχετικό πρακτικό, στο οποίο αναφέρονται και οι διαστάσεις του κτίσματος που κατεδαφίστηκε». Το ως άνω προεδρικό διάταγμα καταργήθηκε από το χρόνο δημοσίευσης του νεότερου π.δ/τος 267/1998 «Διαδικασία χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών, τρόπος εκτίμησης της αξίας και καθορισμός του ύψους των προστίμων αυτών» (Α΄ 195/21.8.1998). Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του Γ.Ο.Κ. του 1985 (ν. 1577/1985, Α΄ 210) ορίζεται ότι «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Τέτοιες εργασίες είναι, ιδίως, οι εκσκαφές και επιχώσεις, η εγκατάσταση ικριωμάτων, η ανέγερση, επισκευή, διαρρύθμιση και κατεδάφιση κτιρίων και των παραρτημάτων τους … 2. … 3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983, όπως ισχύουν … Σε περίπτωση αυθαίρετης, κατά το προηγούμενο εδάφιο, κατασκευής, η οποία όμως δεν παραβιάζει τις διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο του ελέγχου της από την πολεοδομική υπηρεσία, ειδοποιούνται εγγράφως οι υπόχρεοι … να μεριμνήσουν ώστε να υποβληθούν τα απαραίτητα στοιχεία και δικαιολογητικά … για να εκδοθεί ή αναθεωρηθεί τυχόν υφιστάμενη οικοδομική άδεια, μέσα σε δύο μήνες από τη λήψη της ειδοποίησης. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η κατασκευή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως ισχύει … (όπως τα τελευταία εδάφια ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους με το άρθρο 19 παρ. 3 του ν. 2831/2000, Α΄ 140)». Τέλος, με το άρθρο 9 του ν. 1512/1985 (Α΄ 4) ορίζεται ότι «1… 2… 8. Με απόφαση του νομάρχη μπορεί να εγκρίνεται η εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών, εάν πρόκειται για μικρές παραβάσεις, των οποίων κατασκευών η κατεδάφιση θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο τη φέρουσα κατασκευή αυτού ή θα παράβλαπτε την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής και των οποίων η διατήρηση εν πάση περιπτώσει δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της κατασκευής ούτε θα απέβαινε σε βάρος της πόλεως. Η απόφαση της εξαίρεσης εκδίδεται με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλονται τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 2 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 πρόστιμα …». Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτουν τα εξής: Ως αυθαίρετες χαρακτηρίζονται οι κατασκευές οι οποίες έχουν ανεγερθεί είτε κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων είτε χωρίς οικοδομική άδεια ή καθ’ υπέρβαση της σχετικής άδειας ή με βάση άδεια που μεταγενεστέρως ανακλήθηκε. Περαιτέρω, κάθε αυθαίρετη, με την πιο πάνω έννοια, κατασκευή είναι και κατεδαφιστέα, εκτός αν είναι σύμφωνη προς τις ουσιαστικές πολεοδομικές διατάξεις που ισχύουν κατά το χρόνο κατά τον οποίο η οικεία πολεοδομική υπηρεσία προβαίνει σε έλεγχο της συγκεκριμένης κατασκευής, οπότε για την κήρυξή της ως κατεδαφιστέας απαιτείται να προηγηθεί έγγραφη ειδοποίηση του υποχρέου να υποβάλει τα αναγκαία δικαιολογητικά για την έκδοση ή την αναθεώρηση της σχετικής άδειας και να παρέλθει άπρακτη η δίμηνη προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 22 του ΓΟΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή, αν συμμορφωθεί ο ενδιαφερόμενος προς την πιο πάνω έγγραφη ειδοποίηση, επιβάλλονται μόνο τα κατά το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 1337/1983 πρόστιμα με πράξη του αρμόδιου οργάνου, ενώ, αν παρέλθει άπρακτη η προαναφερόμενη προθεσμία, η κατασκευή καθίσταται κατεδαφιστέα.
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Στις 21.3.1995 διενεργήθηκε αυτοψία, μετά από καταγγελία του Γεωργίου Χατήρη, στην επί της οδού Ερμού (Ο.Τ. 261) του δήμου Αρτέμιδας Αττικής οικοδομή της Μάρθας Γκαντιά, όπου διαπιστώθηκε ότι η τελευταία προέβη, καθ’ υπέρβαση της με αριθμ. 1348/1991 οικοδομικής άδειας (προσθήκης υπογείου και ισογείου), στην κατασκευή τριώροφης οικοδομής και ότι το εμφαινόμενο στα σχέδια της άδειας ως υπόγειο ήταν ισόγειο, ενώ τμήμα της οικοδομής εισερχόταν εντός της πρασιάς, η δε σκάλα κατασκευάστηκε σε διαφορετική θέση και οι εξώστες εφάπτονταν στο κοινό όριο, με αποτέλεσμα να έχουν γίνει υπερβάσεις κάλυψης, συντελεστή δόμησης και ύψους (σχετική η 2/21.3.1995 έκθεση αυτοψίας του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου). ΄Ενσταση που άσκησε η ιδιοκτήτρια της ως άνω οικοδομής κατά της εν λόγω έκθεσης αυτοψίας απορρίφθηκε από την αρμόδια Επιτροπή της παρ. 4 του άρθρου 2 του π.δ/τος της 5/12.7.1983 με την 3/7.6.1995 απόφασή της. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκοπούλου απέστειλε στη Νομαρχία Ανατολικής Αττικής (γραφείο Νομάρχη) το 12183/2151/4.9.1995 έγγραφό του για συγκρότηση και αποστολή συνεργείου κατεδάφισης με συνημμένη κατάσταση των αυθαιρέτων που κρίθηκαν οριστικώς κατεδαφιστέα, μεταξύ των οποίων και αυτό της Μάρθας Γκαντιά. Η αρχική οικοδομική άδεια προσθήκης υπογείου και ισογείου (1348/1991) ανακλήθηκε στη συνέχεια με την 16888/168/22.1.1997 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής, γιατί, όπως διαπιστώθηκε, υπήρχε ασυμφωνία μεταξύ των σχεδίων που υπέβαλε ο μηχανικός κατά την έκδοση της εν λόγω οικοδομικής άδειας, αφού ο υπόγειος χώρος είχε μετατραπεί σε ισόγεια οικοδομή, με αποτέλεσμα να έχει γίνει υπέρβαση του επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης, ύψους και κάλυψης. Έτσι, κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε στις 9.12.1997 από τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής, διαπιστώθηκε ότι η οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, ευρισκόμενη στο στάδιο των επιχρισμάτων, ήταν, μετά την ανάκληση της οικοδομικής άδειας, αυθαίρετη, κατά παράβαση του άρθρου 22 του ΓΟΚ του 1985 και του ν. 1337/1983. ΄Ενσταση κατά της εν λόγω έκθεσης αυτοψίας απορρίφθηκε με την 3/4/19.1.1998 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής. Στη συνέχεια, η ιδιοκτήτρια της φερόμενης ως αυθαίρετης οικοδομής με την 0240/8.3.1999 αίτησή της ζήτησε να της χορηγηθεί κατ’ άρθρο 22 του ΓΟΚ άδεια για νομιμοποίηση διώροφης οικοδομής με υπόγειο στην οδό Ερμού (Ο.Τ. 261) του δήμου Αρτέμιδας, η οποία και της χορηγήθηκε (αριθμ. 1094/2002) μετά την κατάθεση της ένδικης αγωγής, αφού προηγήθηκε η έκδοση της 10257/2352/31.10.2001 απόφασης του Νομάρχη για εξαίρεση από την κατεδάφιση τμημάτων ισογείου και Α΄ ορόφου, τμημάτων εξωστών Α΄ ορόφου και δώματος, τα οποία χαρακτηρίστηκαν μικροπαραβάσεις κατά την έννοια της παρ. 8 του άρθρου 9 του ν. 1512/1985. Με την από 16.10.2000 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών η αναιρεσείουσα, φερόμενη ως ιδιοκτήτρια οικοπέδου και της επ’ αυτού ισόγειας οικίας, όμορου προς το οικόπεδο της Μάρθας Γκαντιά, όπου είχε ανεγερθεί η επίμαχη τριώροφη οικοδομή, υποστήριξε ότι, μολονότι είχε διαπιστωθεί μετά από αυτοψίες η ύπαρξη στο ένδικο ακίνητο αυθαιρέτων και κατεδαφιστέων κατασκευών, η αναιρεσίβλητη Ν.Α. Ανατολικής Αττικής δεν είχε προβεί μέχρι την κατάθεση της αγωγής σε καμία ενέργεια για την κατεδάφισή τους, παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις του π.δ/τος της 5/12.7.1983, οι οποίες επιβάλλουν την κατεδάφιση του κτίσματος που έχει κριθεί οριστικά αυθαίρετο και κατεδαφιστέο. Η παράνομη δε αυτή διατήρηση αυθαίρετης οικοδομής στο όμορο ακίνητο και σε «ιδιαίτερα κοντινή απόσταση» είχε, κατά την αναιρεσείουσα, ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου της (σε ποσοστό τουλάχιστον 30%), ανερχόμενη στο ποσό των 12.000.000 δραχμών (40.000.000 Χ 30%). Επίσης, της προκαλούσε, όπως υποστήριξε, ηθική βλάβη, λόγω στέρησης του κτίσματός της από τη δυνατότητα φωτισμού, αερισμού και ηλιασμού, για την αποκατάσταση δε των ανωτέρω ζήτησε να αναγνωριστεί – όπως το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δίκη με προφορική δήλωση στο ακροατήριο – ότι της οφείλεται, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, συνολικά το ποσό των 12.000.000 δρχ. λόγω μείωσης της αγοραίας αξίας του ακινήτου της και 20.000.000 δρχ. λόγω πρόκλησης ηθικής βλάβης, κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και 57 Α.Κ. Εξάλλου, η αναιρεσίβλητη Ν.Α. Ανατολικής Αττικής με το υπόμνημα που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποστήριξε ότι η ως άνω οικοδομή δεν είναι αυθαίρετη, αφού έχει νομιμοποιηθεί, ενώ τμήματα αυτής εξαιρέθηκαν από την κατεδάφιση ως μικροπαραβάσεις. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι, εφόσον είχε υποβληθεί από την ιδιοκτήτρια της επίδικης οικοδομής η από 8.3.1999 αίτηση για νομιμοποίηση κατ’ άρθρο 22 του ΓΟΚ, τα αρμόδια πολεοδομικά όργανα όφειλαν να μην προβούν σε κατεδάφιση και, επομένως, δεν στοιχειοθετείται παράνομη παράλειψη εκ μέρους της. Επικουρικά δε ισχυρίστηκε ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ζημία δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια ούτε και αποδεικνύεται, αφού αυτή αορίστως μεν επικαλείται τη μείωση της αγοραίας αξίας του ακινήτου της, ενώ αναποδείκτως προβάλλει την πρόκληση ηθικής βλάβης, λόγω του ότι δεν προκύπτει ο προσανατολισμός της οικίας της. Η εν λόγω αγωγή αποζημιώσεως απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 3443/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, προεχόντως για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει η επικαλούμενη ζημία από τη διατήρηση του αυθαιρέτου. Παράλληλα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του ότι η οικοδομή της Μάρθας Γκαντιά κρίθηκε οριστικά αυθαίρετη και κατεδαφιστέα αρχικά (1995) λόγω υπέρβασης της χορηγηθείσας οικοδομικής άδειας και στη συνέχεια (1998) λόγω ανάκλησης αυτής, ενώ, στη συνέχεια, η από 8.3.1999 αίτηση της ως άνω ιδιοκτήτριας για νομιμοποίηση της εν λόγω αυθαίρετης οικοδομής, κατ’ άρθρο 22 του ΓΟΚ, έγινε δεκτή και χορηγήθηκε άδεια νομιμοποίησης αυτής, αφού προηγήθηκε η εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών, το δε κύρος της πράξης νομιμοποίησης δεν μπορούσε να ερευνηθεί παρεμπιπτόντως στα πλαίσια της κρινόμενης αγωγής, αφού η αξίωση της αναιρεσείουσας δεν στηριζόταν σ’ αυτήν. Η από 9.9.2004 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη α) ότι η οικοδομή της Μάρθας Γκαντιά κρίθηκε αυθαίρετη και κατεδαφιστέα αρχικά λόγω υπέρβασης της χορηγηθείσας οικοδομικής άδειας και κατόπιν λόγω ανάκλησης αυτής, β) ότι κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής (17.10.2000) η φερόμενη ως ιδιοκτήτρια της ως άνω οικοδομής είχε καταθέσει την από 8.3.1999 αίτηση στη Διεύθυνση Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής, με την οποία ζήτησε τη νομιμοποίηση της εν λόγω αυθαίρετης οικοδομής κατ’ άρθρο 22 του ΓΟΚ του 1985, γ) ότι μετά την κατάθεση της αγωγής χορηγήθηκε η 1094/2002 άδεια νομιμοποίησης από την Πολεοδομία Παλλήνης, αφού προηγήθηκε η εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κατασκευών με την 10257/2352/31.10.2001 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής και δ) ότι ναι μεν χορηγήθηκε η άδεια νομιμοποίησης της οικοδομής μετά την εξαίρεση από την κατεδάφιση με την ως άνω απόφαση του Νομάρχη και στη συνέχεια, μετά την άσκηση αίτησης ακυρώσεως στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών κατά των πράξεων αυτών, εκδόθηκε η 630/2005 απόφαση του δικαστηρίου αυτού, τα τελευταία όμως αυτά περιστατικά δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, γιατί αυτό θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και των περιστατικών που τη θεμελιώνουν, κατέληξε στην κρίση ότι, εφόσον είχε υποβληθεί από την ιδιοκτήτρια της οικοδομής, πριν από την κατάθεση της αγωγής αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας, η από 8.3.1999 αίτηση νομιμοποίησης της φερόμενης ως αυθαίρετης οικοδομής και είχε αρχίσει η διαδικασία νομιμοποίησής της, η αναιρεσίβλητη Ν.Α. όφειλε κατά τις αρχές της χρηστής διοίκησης να μην προβεί στην κατεδάφιση του κτιρίου και ως εκ τούτου δεν ήταν παράνομη η παράλειψη κατεδάφισης της χαρακτηρισθείσας ως αυθαίρετης οικοδομής. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι υπέστη θετική ζημία και ηθική βλάβη από την παράλειψη αυτή κρίθηκε ως νόμω αβάσιμος και απορριπτέος. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως αυτής.
6. Επειδή, παραλείποντας η Διοίκηση επί δυόμιση (2 ½) και πλέον έτη, τα οποία μεσολάβησαν από την έκδοση της 3/4/19.1.1998 απορριπτικής απόφασης της Επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 4 του π.δ/τος της 5/12.7.1983 επί της ενστάσεως της ιδιοκτήτριας του ακινήτου κατά της τελευταίας από 9.12.1997 εκθέσεως αυτοψίας, με την οποία το σύνολο του επίμαχου κτίσματος χαρακτηρίστηκε ως αυθαίρετο και κατεδαφιστέο, και την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης αίτησης ακυρώσεως κατά της απόφασης αυτής από την ενδιαφερόμενη ιδιοκτήτρια έως την κατάθεση της αγωγής αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (17.10.2000), να κατεδαφίσει το ανεγερθέν, βάσει της ανακληθείσας (1348/1991) οικοδομικής άδειας προσθήκης υπογείου και ισογείου και κατά παράβαση των ουσιαστικών πολεοδομικών διατάξεων περί επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης, ύψους και ποσοστού κάλυψης οικοπέδου, επίμαχο τριώροφο κτίσμα, παραβίασε τις περί αυθαιρέτων διατάξεις του Γ.Ο.Κ., του ν. 1337/1983 και του π.δ/τος της 5/12.7.1983. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν είναι νόμιμη η κρίση του δικάσαντος εφετείου ότι δεν στοιχειοθετείται εν προκειμένω παράνομη παράλειψη κατεδάφισης του επίμαχου κτιρίου για το λόγο ότι, ενώ εκκρεμούσε, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, η εξέταση της από 8.3.1999 αίτησης της ενδιαφερόμενης ιδιοκτήτριας για νομιμοποίηση του αυθαιρέτου με τη χορήγηση οικοδομικής άδειας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 του Γ.Ο.Κ., τα όργανα της οικείας πολεοδομικής υπηρεσίας όφειλαν, κατά τις αρχές της χρηστής διοίκησης, να μην προβούν στην κατεδάφιση του κτιρίου. Για το λόγο συνεπώς αυτόν, ο οποίος βάσιμα προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, πρέπει αυτή να γίνει δεκτή κατά το μέρος που αφορά τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ανατολικής Αττικής και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό, η δε υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αντίστοιχο μέρος στο δικάσαν διοικητικό εφετείο για νέα κρίση, παρέλκουσας ως αλυσιτελούς της εξέτασης των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση καθό μέρος αυτή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Δέχεται την αίτηση κατά τα λοιπά.
Αναιρεί την 1106/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το αιτιολογικό.
Διατάζει την απόδοση του παραβόλου και
Επιβάλλει α) σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ και β) σε βάρος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος   Η Γραμματέας
 
 
Γ. Παπαμεντζελόπουλος Μ. Βλασερού
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Νοεμβρίου 2011.
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
 
 
Αν. Γκότσης Β. Ραφαηλάκη