ΑΕΔ 3/2004, ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΑΓΩΓΗ, ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΞΗΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ.

ΑΕΔ

Αριθμός 3/2004 

Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 
(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Χρίστο Γεραρή, Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ως Πρόεδρο, Γεώργιο Κάπο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Ροντογιάννη, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (κωλυομένου του Προέδρου και των αρχαιοτέρων του Αντιπροέδρων), Νικόλαο Σκλία, Δημήτριο Μπριόλα, α΄ αναπληρωματικό μέλος (κωλυομένου του τακτικού Αθανασίας Τσαμπάση), Σύμβουλοι της Επικρατείας, Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη – Εισηγητή, Αρεοπαγίτη, Μαρία Καραμανώφ και Ιωάννη Μαντζουράνη, Σύμβουλοι της Επικρατείας, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Ιωάννη Βερέτσο και Γεώργιο Βούλγαρη, Αρεοπαγίτες, Κωνσταντίνο Καλαβρό, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης, (κωλυομένου του τακτικού Νικόλαου Σκανδάμη), Αναστασία Γραμματικάκη-Αλεξίου, Καθηγήτρια Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ως μέλη και το Γραμματέα Μιχαήλ Καλαντζή, Προϊστάμενο της Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2004, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των: 
ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Ιγνάτιου Γρηγ. Ζαΐρη, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Σεβαστού Χατζησεβαστού (ΑΜ.ΔΣΑ 1753). 
ΚΑΘΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ελληνικού Δημόσιου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τους: α) Υπουργό Οικονομικών και β) Υπουργό Εθνικής Άμυνας και παραστάθηκε δια του Νομικού Συμβούλου Ηλία Δροσογιάννη. 
Ο αιτών με την από 2 Ιανουαρίου 2004 αίτησή του, ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κατέθεσε κατά νόμο στο Γραμματέα του, με αριθμό 1/2-1-2004, ζήτησε όσα αναφέρονται στο αιτητικό της. 
Η εκδίκαση της υποθέσεως άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη, Αρεοπαγίτου. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τις προτάσεις τους.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 
Σκέφθηκε κατά νόμο. 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την οποία έχουν γίνει οι προβλεπόμενες από το νόμο (άρθρο 9 παρ. 3, 10 παρ. 2, 45, 46 παρ. 2 και 47 παρ. 1 και 2 του Κώδικα περί του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (Κώδικας ΑΕΔ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 345/1976 (Α΄ 141), κοινοποιήσεις, ζητείται η άρση της αποφατικής συγκρούσεως που δημιουργήθηκε με τις αποφάσεις 6649/1997 του Εφετείου Αθηνών και 3969/2003 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες και τα δύο δικαστήρια έκριναν ότι δεν έχουν δικαιοδοσία για εκδίκαση της ίδιας διαφοράς. 
2.Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ν.1406/83, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί, κατά δε το άρθρο 1 παρ.2 ίδιου νόμου, στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά α)……β)…….η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα θ) τις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

 Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι διαφορές για τις αποδοχές μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο και λοιπά ανωτέρω νομικά πρόσωπα με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες αποδοχές ρυθμίζονται δια συλλογικών συμβάσεων εργασίας κατά το άρθρο 1 ν.δ.1198/72, που εφαρμόζεται είτε κατά παραπομπήν δια του ν.993/79 ” περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του δημοσίουείτε κατά παραπομπήν δια του άρθρου 61 του π.δ. 410/88 ” περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων περί του προσωπικού του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του δημοσίου “, δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, αλλά στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστη-ρίων ( ΑΕΔ. 11/1992).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ν.1476/84 παρασχέθηκε στο προσωπικό που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού στο δημόσιο ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου η δυνατότητα διορισμού σε οργανικές θέσεις μονίμων υπαλλήλων, πλην όσων υπηρετούν ως ειδικοί σύμβουλοι ή επιστημονικοί συνεργάτες ή ειδικοί συνεργάτες ….. Με το άρθρο 5 παρ.2 ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι το προσωπικό που δεν κατέχει οργανικές θέσεις και για οποιοδήποτε λόγο δεν διορίζεται κατατάσσεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου σε προσωρινές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχες με την ειδικότητα που έχει προσληφθεί, διέπεται δε από τις διατάξεις του κεφαλαίου Γ του ν. 993/ 79 ή του ν.1188/81 για ΟΤΑ (άρθ.5 παρ.5). Τέλος στο επόμενο άρθρο 6 παρ.1, ορίζεται ότι οι διατάξεις των παραγράφων 2,3,4,και 5 του άρθρου 5 εφαρμόζονται και στους μισθωτούς με σύμβαση έργου με το Δημόσιο και τους ΟΤΑ που παρέχουν στην πραγματικότητα εξαρτημένη εργασία, η κατάταξη των οποίων σε προσωρινές θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου γίνεται μετά από αίτησή τους ( 6 παρ.2). Εξετέρου, η κατά το άρθρο 105 του Εισ.ν.Α.Κ. ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί παρέχεται στις περιπτώσεις που η παράνομη συμπεριφορά συντελείται με εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους, εφόσον όμως δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε πταίσμα του οργάνου και αυτό ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 5/1995).

Συνεπώς, ακόμη και όταν επιδιώκεται αποζημίωση για παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, αλλά η επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή σύμβαση έργου, οι εντεύθεν διαφορές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ( ΑΕΔ 11/92, 42/90).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αιτούντα απόφαση 6649/97 του Εφετείου Αθηνών, το τελευταίο έκρινε επί της από 24 / 11 / 1994 αγωγής του αιτούντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Ελληνικού Δημοσίου και δέχθηκε ότι, με την αγωγή, ο ενάγων επικαλέσθηκε την κατά τη διάταξη του άρθρου 80 παρ.2 του π.δ. 192/1973 ” περί οργανισμού του πολιτικού προσωπικού του Υπουργείου Εθν. Αμύνης ” πρόσληψή του υπό του Δημοσίου από 11 / 2/ 1983, με σύμβαση έργου, ως ειδικού συνεργάτη του 202 Κ.Ε.Α. για μία διετία, με αμοιβή καθοριζόμενη δια κοινής αποφάσεως ΥΕΘΑ και ΥΠΟΥΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΙ-ΚΩΝ κατ’ αποκοπήν. Περαιτέρω επικαλέσθηκε ο ενάγων ότι απορρίφθηκε υπό του Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Γ.Ε.Α. η αίτησή του για την, κατά τις διατάξεις του επακολουθήσαντος ν.1476/1984, μονιμοποίησή του ή την κατάταξή του σε προσωρινή θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, λύθηκε δε και η συμβατική του σχέση με το 8/1985 πρακτικό του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Υπαλλήλων Γ.Ε.Α., ενώ με την 24/1986 διαταγή διεγράφη οριστικώς από 5 / 6 / 86 από τη δύναμη του 202 ΚΕΑ. Τέλος ισχυρίσθηκε ο ενάγων και ότι με την απόφαση 259922/1988 του ΥΠΕΘΑ επαναπροσλήφθηκε από 25 / 4 / 88 στο 202 ΚΕΑ σε προσωρινή θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1476/1984. Ζήτησε δε με την αγωγή, πλην άλλων αξιώσεων περί των οποίων δεν πρόκειται εδώ και όπως το αίτημα της αγωγής εκτιμήθηκε με την απόφαση 6649/1997 του Εφετείου Αθηνών, την σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 Εισ.ν.Α.Κ. καταψήφιση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου στο ποσό των 3.179.268 δραχμών, ως αποζημίωση για τις αποδοχές που στερήθηκε από Ιουλίου 1986 έως και Απριλίου 1988 που παρέμεινε εκτός υπηρεσίας, λόγω της παράνομης απορρίψεως της αιτήσεως προσλήψεώς του σε προσωρινή θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις του ν.1476/1984. Με την ανωτέρω απόφαση 6649/97 του Εφετείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, η εν λόγω αξίωση της αγωγής απορρίφθηκε τελεσιδίκως για έλλειψη δικαιοδοσίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αιτούντα 3969/ 2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το τελευταίο έκρινε και απέρριψε για έλλειψη δικαιοδοσίας την από 31 / 7 / 97 αγωγή του αιτούντος ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αγωγή αυτός εισήγαγε την ίδια αξίωση ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ειδικότερα ζήτησε την καταψήφιση του Δημοσίου στο ανωτέρω ποσό για τις αποδοχές που θα ελάμβανε το ανωτέρω χρονικό διάστημα στα πλαίσια παροχής εκ μέρους του υπηρεσιών σε προσωρινή θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, τις οποίες στερήθηκε συνεπεία της παρανόμου πράξεως των οργάνων του Δημοσίου με το να του απορρίψουν την αίτηση για μονιμοποίησή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.1476/84. 
3. Επειδή, με το κατά τα ανωτέρω ιστορικό και αιτήματα των αγωγών εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιον αμφοτέρων των δικαστηρίων η ίδια διαφορά, η οποία στηρίζεται σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, η δε επικαλούμενη ως παράνομη ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου συντελέσθηκε μέσα στα πλαίσια και με υπόβαθρο τη σχέση αυτή.

Επομένως, η ανακύψασα αποφατική σύγκρουση πρέπει να αρθεί υπέρ της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, περαιτέρω δε να εξαφανισθεί, σύμφωνα με το άρθρο 47 παρ.4 του Κώδικα ΑΕΔ, η αντίθετη απόφαση 6649/1997 του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό προς τελική κρίση. 
4.Επειδή, επί υποβολής παραδεκτώς αιτήσεως άρσεως αποφατικής συγκρούσεως, δεν συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως δικαστικής δαπάνης . 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αίρει υπέρ της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων την αποφατική σύγκρουση κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό. 
Εξαφανίζει την απόφαση 6649/1997 του Εφετείου Αθηνών και παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο προς κρίση. 
Απαλλάσσει τους διαδίκους από τη δικαστική δαπάνη. 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2004 και δημοσιεύθηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 23 Ιουνίου 2004. 

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας 

Χρίστος Γεραρής Μιχαήλ Καλαντζής 

Αριθμός 3/2004