Αριθμός 2091/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 31 Μαρτίου 2014, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος που είχε κώλυμα, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Κ. Μαρίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός.
Για να δικάσει την από 26 Ιανουαρίου 2009 αίτηση:
του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.), που εδρεύει στον Πειραιά (Εθνικής Αντιστάσεως 1), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Ελένη Γιαννιώτη (Α.Μ. 1926, Δ.Σ. Πειραιά), που τη διόρισε με πάγια αντιμισθία,
κατά του Κυριάκου Ροδάκη, κατοίκου Μεσαγρού Αίγινας, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Βρέλλο (Α.Μ. 1444, Δ. Σ. Πειραιά), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ταμείο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1390/2008 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Φρ. Γιαννακού.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αναιρεσείοντος Ταμείου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία κατατέθηκε στις 30.1.2009, ζητείται η αναίρεση της 1390/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Ν.Α.Τ. κατά της 1027/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή ανακοπή του αναιρεσιβλήτου και ακυρώθηκε η 1386/1/11.5.2007 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Αίγινας, με την οποία βεβαιώθηκε ταμειακώς σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ως συμπλοιοκτήτη του πλοίου «Marina Express», ποσό 25.588,65 ευρώ, προερχόμενο από οφειλή εισφορών ναυτολογίου του ως άνω πλοίου, για το χρονικό διάστημα από 13.7.1988 έως 11.12.1995.
3. Επειδή, απαραδέκτως, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 1 εδ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8) προσβάλλεται η, εκδοθείσα σε πρώτο βαθμό, 1027/2007 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς.
4. Επειδή, στο άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97/17.5.1999), ορίζεται ότι: «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) …», ενώ στο άρθρο 224 του ανωτέρω Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. 2. … 3. Κατά τον έλεγχο του κύρους των προσβαλλόμενων με την ανακοπή πράξεων της εκτέλεσης δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος της νομιμότητος προηγούμενων πράξεων της εκτέλεσης. 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο. 5. …». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.δ/τος 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε., Α΄ 90), «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίας, εις ους είχε ανατεθεί η είσπραξις ειδικών εσόδων, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου… 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται…». Εξάλλου, το π.δ. 913/1978 (Α΄ 220) ορίζει, στο άρθρο 86, τα ακόλουθα: «1. … 3. Εισφοραί οφειλόμεναι ή βεβαιούμεναι εκ του ναυτολογίου είναι αι τοιαύται προς Ν.Α.Τ. … Ο υπολογισμός, η εκκαθάρισις και η βεβαίωσις των εκ ναυτολογίου οφειλομένων εισφορών ενεργείται υπό της ναυτιλιακής Αρχής ή του Ν.Α.Τ. εκδιδομένου παρά του τελευταίου του σχετικού φύλλου εκκαθαρίσεως. 4. … 6. Δια τας εκ του ναυτολογίου οφειλομένας ή βεβαιουμένας εισφοράς εν γένει, ευθύνονται αλληλεγγύως μη χωρούσης της ενστάσεως της διζήσεως α) ΄Απαντες οι κατά καιρούς πλοιοκτήται, δια τα προ της χρονολογίας της παρ’ αυτών μεταβιβάσεως της κυριότητος του πλοίου οφειλόμενα δικαιώματα, ως και οι διάδοχοι αυτών. β) … γ) Επί συμπλοιοκτησίας, έκαστος συμπλοιοκτήτης κατά τον λόγον της κυριότητός του επί του πλοίου, … και δ) …». Περαιτέρω, το άρθρο 88 παρ. 6 του ίδιου π.δ/τος ορίζει ότι: «Κατά παντός εξ οιουδήποτε λόγου οφειλέτου προς το Ν.Α.Τ. εφαρμόζονται αι περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων ισχύουσαι εκάστοτε διατάξεις…», ενώ στο άρθρο 89 του αυτού νομοθετήματος (όπως η παρ. 4 αυτού αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 28 του ν. 1085/1980, Α΄ 255) ορίζεται ότι: «4. Επί οιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου, το οποίον προκύπτει εκ του φύλλου εκκαθαρίσεως και ασχέτως χρονικού διαστήματος ισχύος του ναυτολογίου το οποίον αφορά, επιβάλλεται μετά τριάκοντα ημέρας από της κοινοποιήσεως τούτου επί αποδείξει και επί εν δίμηνον, πρόσθετον τέλος … 5. Επί των επί αποδείξει κοινοποιουμένων φύλλων εκκαθαρίσεως επιτρέπεται η υποβολή αιτήσεως αναθεωρήσεως τούτων, εντός εξαμήνου από της κατά τα ως άνω κοινοποιήσεως [με την παρ. 2 του άρθρου 34 του ν. 1085/1980 η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεως αναθεωρήσεως κατά των κοινοποιουμένων φύλλων εκκαθαρίσεως ορίστηκε τρίμηνη]. Το δικαίωμα της αναθεωρήσεως δεν αναστέλλει την υποχρέωσιν εξοφλήσεως του χρεωστικού υπολοίπου του φύλλου εκκαθαρίσεως ουδέ την επιβολή προσθέτων τελών». Εξάλλου, στο άρθρο 90 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ότι: «1. α) … β) Το φύλλο εκκαθάρισης που έχει εκδοθεί από το Ν.Α.Τ., με το οποίο βεβαιώνεται οφειλή στο Δημόσιο Ταμείο, είναι τίτλος νόμιμος και εκτελεστός [όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 10 του άρθρου 1 του ν. 1711/1987 (Α΄ 109)]. 2. … 6. Τα υπό του ΝΑΤ εκδιδόμενα φύλλα εκκαθαρίσεως των εκ ναυτολογίων εισφορών των πλοίων, νομίμως κοινοποιούνται εις τας υπό των εκπροσώπων τούτων ή των πλοιοκτητών των ή των αντικλήτων των δηλωθείσας διευθύνσεις. 7. Εν περιπτώσει μεταβολής διευθύνσεων μη γνωστοποιηθεισών υπό των υποχρέων εις ΝΑΤ, η επίδοσις θεωρείται νομίμως γενομένη εις την παλαιάν Διεύθυνσιν είτε εγένετο υπό Δικαστικού Επιμελητού είτε υπό εξουσιοδοτουμένου δι’ αποφάσεως του Δ.Σ. του ΝΑΤ οργάνου του Ταμείου [όπως οι παρ. 6 και 7 προστέθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 1085/1980]». Τέλος, το π.δ. 341/1978 (Α΄ 71), που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο κοινοποιήθηκαν τα ένδικα φύλλα εκκαθαρίσεως στον αναιρεσίβλητο (30.9.1996, 17.7.1997, 3.8.1998, 14.4.1999 και 30.6.1999), ορίζει στο άρθρο 14 τα εξής: «Ως προς τας εκθέσεις και τα δικόγραφα, τας επιδόσεις, τους αντικλήτους, τας δικονομικάς προθεσμίας και τας δικονομικάς ακυρότητας ισχύουν αι διατάξεις των άρθρων 52, 53 πλην του τελευταίου εδαφίου αυτού, 57, 58, 59 παρ. 1, 2, 3 και 5 και των άρθρων 60 έως 69 του Κ.Φ.Δ.».
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τις προμνημονευθείσες διατάξεις της νομοθεσίας περί Ν.Α.Τ., δεν προβλέπεται ιδιαίτερος τρόπος κοινοποιήσεως των υπό του Ταμείου εκδιδομένων φύλλων εκκαθαρίσεως, με τα οποία καταλογίζονται εισφορές στους κατά τη νομοθεσία αυτή υπεύθυνους για την καταβολή τους, αλλά απλώς γίνεται λόγος για «επί αποδείξει κοινοποίηση» των φύλλων αυτών στις δηλωθείσες από τους υπεύθυνους διευθύνσεις, από δικαστικό επιμελητή ή εξουσιοδοτημένο με απόφαση του Δ.Σ. του Ν.Α.Τ. όργανο του Ταμείου. Εξ αυτών, όμως, δεν έπεται ότι η «απόδειξη» κοινοποιήσεως είναι άτυπη. Περαιτέρω, το φύλλο εκκαθαρίσεως, καθώς και η επί της αιτήσεως αναθεωρήσεως κατ’ αυτού απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου προσβάλλονται ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής και, ως εκ τούτου, γεννάται διοικητική διαφορά ουσίας του άρθρου 7 του ν. 702/1977 (Α΄ 268), διεπομένη από τις δικονομικές διατάξεις του π.δ/τος 341/1978, μεταξύ των οποίων και η διάταξη του άρθρου 14, η οποία, ως προς τις επιδόσεις, παραπέμπει στις διατάξεις των άρθρων 59, 60 έως 69 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας. Κατά συνέπεια, και η επίδοση των ανωτέρω πράξεων καταλογισμού εισφορών του Ν.Α.Τ., η οποία κινεί την προθεσμία της κατ’ αυτών προσφυγής, ελλείψει ειδικών ρυθμίσεων της κειμένης περί Ν.Α.Τ. νομοθεσίας, διενεργείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, κατ’ ανάλογη εφαρμογή προς τα ισχύοντα για τις επιδόσεις των πάσης φύσεως καταλογιστικών πράξεων των φορολογικών αρχών (ΣτΕ 995/2008, 2483/2001, 820/1997). Τέλος, από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η προσφυγή με την οποία πλήσσεται η νομιμότητα του ανωτέρω φύλλου εκκαθαρίσεως εισφορών μπορεί να ασκηθεί μόνον κατά της ρητής ή σιωπηρής απορρίψεως της ανωτέρω αιτήσεως αναθεωρήσεως. Τούτων έπεται, ότι, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως αναθεωρήσεως (η οποία συνιστά το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 702/1977 και του άρθρου 19 παρ. 3 του π.δ/τος 341/1978 ενδικοφανές μέσο, ΣτΕ 2483/2001) και εφόσον δεν έχει εκδοθεί πράξη επ’ αυτής, το χρέος του οφειλέτη του Ν.Α.Τ. δεν έχει καταστεί οριστικό και δεν επιτρέπεται ούτε η έκδοση πράξεως ταμειακής βεβαιώσεως της οφειλής αυτής, μη υφισταμένου, συνεπώς, σταδίου ενάρξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, στην περίπτωση που δεν έχει εγκύρως κοινοποιηθεί η πράξη επιβολής εισφορών και προσθέτου τέλους στον οφειλέτη του Ν.Α.Τ. (ΣτΕ 2674/2009, 2483/2001, πρβλ. ΣτΕ 2281/2000 Ολ.).
6. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με τα 828, 3155/1989, 3206/1990, 2966/2001, 1586/2002, 1174/1993, 814/1995 και 2179/1995 φύλλα εκκαθαρίσεως εισφορών ναυτολογίου, που εκδόθηκαν από τον Διευθυντή Πόρων του Ν.Α.Τ., καταλογίσθηκαν εις βάρος του αναιρεσιβλήτου και του Λάμπρου Ροδάκη, ως συμπλοιοκτητών του υπό ελληνική σημαία πλοίου «Marina Express», εισφορές συνολικού ύψους 8.719.332 δραχμών (25.588,65 ευρώ), οφειλόμενες από το ναυτολόγιο του ως άνω πλοίου για τις χρονικές περιόδους από 13.7.1988 έως 3.2.1989, από 7.6.1989 έως 3.11.1989, από 23.5.1990 έως 30.11.1990, από 29.5.1991 έως 5.11.1991, από 29.5.1992 έως 4.12.1992, από 20.5.1993 έως 18.11.1993, από 15.6.1994 έως 16.1.1995 και από 12.7.1995 έως 11.12.1995, αντίστοιχα. Από τα εν λόγω φύλλα εκκαθαρίσεως εισφορών, τα δύο πρώτα επιδόθηκαν στον έτερο συμπλοιοκτήτη Λάμπρο Ροδάκη, από Αρχικελευστή του Λιμενικού Σώματος, το δε τρίτο από Σημαιοφόρο του Λιμενικού Σώματος, ενώ τα υπόλοιπα επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο ομοίως από τον ως άνω Αρχικελευστή του Λιμενικού Σώματος. Στη συνέχεια, συντάχθηκε από τον Διευθυντή Πόρων του Ν.Α.Τ. η από 28.3.2001 ονομαστική κατάσταση, που αποτελεί τίτλο εισπράξεως για την ταμειακή βεβαίωση των εισφορών αυτών, και αναγράφηκαν σε αυτήν ως συμπλοιοκτήτες ο αναιρεσίβλητος και ο Λάμπρος Ροδάκης, κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Η εν λόγω ονομαστική κατάσταση απεστάλη στη Δ.Ο.Υ. Αίγινας, ο δε Προϊστάμενος αυτής, με την 1386/1/11.5.2007 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως, βεβαίωσε το ποσό αυτό εις βάρος των ανωτέρω. Ακολούθως, ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε να καταβάλει στο ταμείο της εν λόγω Δ.Ο.Υ., ως συμπλοιοκτήτης του ανωτέρω πλοίου, το ποσό των 12.794,33 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 50% επί του συνολικώς οφειλομένου ποσού, κατά της πράξεως δε αυτής άσκησε την ένδικη ανακοπή του. Η ανακοπή έγινε δεκτή με την 1027/2007 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, καθ’ ο μέρος εστρέφετο κατά του αναιρεσείοντος Ν.Α.Τ. και ακυρώθηκε η 1386/1/11.5.2007 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Αίγινας, κατά το μέρος που βεβαιώθηκε ταμειακώς σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ως συμπλοιοκτήτη του πλοίου «Marina Express» σε ποσοστό 50%, ποσό 25.588,65 ευρώ, προερχόμενο από οφειλή εισφορών ναυτολογίου του ως άνω πλοίου, για το χρονικό διάστημα από 13.7.1988 έως 11.12.1995. Έφεση ασκηθείσα από το Ν.Α.Τ. απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη 1390/2008 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς.
7. Επειδή, ειδικότερα, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι προϋπόθεση της εγκυρότητας της επιδόσεως φύλλων εκκαθαρίσεως του Ν.Α.Τ. στα πρόσωπα που ευθύνονται για την καταβολή των εισφορών, οι οποίες καταλογίζονται με αυτά, αποτελεί η διενέργεια της επιδόσεώς τους με δικαστικό επιμελητή ή άλλο εξουσιοδοτημένο με απόφαση του Δ.Σ. του Ν.Α.Τ. όργανο του Ταμείου. Στην προκειμένη δε περίπτωση, τα ένδικα φύλλα εκκαθαρίσεως εισφορών εκτός των τριών πρώτων, για τα οποία δεν προκύπτει επίδοσή τους στον αναιρεσίβλητο, επιδόθηκαν σε αυτόν από λιμενικά όργανα (και όχι από δικαστικό επιμελητή ή όργανο του Ταμείου), στα οποία δεν είχε παρασχεθεί εξουσιοδότηση για την επίδοση αυτή με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου, μη αποτελούσης τέτοια εξουσιοδότηση της 5500/2006/5.2.1969 εγκυκλίου του Ν.Α.Τ.. Με τις σκέψεις αυτές έγινε δεκτό ότι δεν έλαβε χώρα νόμιμη επίδοση των ενδίκων φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών στον αναιρεσίβλητο και απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του Ν.Α.Τ.. Περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι, κατά την έννοια των διατάξεων της νομοθεσίας περί Ν.Α.Τ., προϋπόθεση για την έναρξη της προθεσμίας για άσκηση αιτήσεως αναθεωρήσεως κατά των φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών που εκδίδει το Ν.Α.Τ. αποτελεί η κοινοποίησή τους με απόδειξη και δεν αρκεί η περιέλευσή τους σε γνώση του ενδιαφερομένου. Με τις σκέψεις αυτές έγινε δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση η τυχόν περιέλευση των ενδίκων φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών σε γνώση του αναιρεσιβλήτου εξαιτίας της επιδόσεώς τους σε αυτόν δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως κατ’ αυτών αιτήσεως αναθεωρήσεως και για την εντεύθεν συγκρότηση νομίμου τίτλου εισπράξεως των εισφορών, που καταλογίστηκαν με αυτά. Έγινε, επίσης, δεκτό ότι, ανεξαρτήτως τούτου, τα τρία πρώτα από τα ένδικα φύλλα εκκαθαρίσεως εισφορών δεν επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο ούτε προκύπτει από κάποιο στοιχείο η περιέλευσή τους σε γνώση του. Με τις σκέψεις αυτές κρίθηκε ότι ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Ν.Α.Τ., ανεξαρτήτως του ότι, απαραδέκτως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 96 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προβλήθηκε για πρώτη φορά με την έφεση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επίσης, και ο ισχυρισμός του Ν.Α.Τ. ότι ο αναιρεσίβλητος δεν υπέστη βλάβη εξαιτίας της μη νόμιμης επιδόσεως σε αυτόν των ενδίκων φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών κρίθηκε ότι δεν πλήττει την ορθότητα της πρωτόδικης αποφάσεως και, για το λόγο αυτό, προβάλλεται αλυσιτελώς. Με τα ως άνω δεδομένα, το δικαστήριο έκρινε, τελικώς, ότι στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία δεν συνέτρεξε νόμιμη επίδοση στον αναιρεσίβλητο των ενδίκων φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών, δεν είχε αρχίσει η προθεσμία για την άσκηση από αυτόν της κατ’ άρθρο 89 παρ. 5 του π.δ/τος 913/1978 αιτήσεως αναθεωρήσεως κατά των φύλλων αυτών (η οποία συνιστά το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 702/1977 και του άρθρου 19 παρ. 3 του π.δ/τος 341/1978 ενδικοφανές μέσο) ούτε επιτρεπόταν η σύνταξη ονομαστικής καταστάσεως οφειλέτη, που αποτελεί τον νόμιμο τίτλο εισπράξεως της οφειλής. Επομένως, εφόσον, λόγω μη προηγουμένης έγκυρης κοινοποιήσεως σε αυτόν των ως άνω φύλλων, δεν είχε εξαντληθεί η κατά το νόμο διοικητική διαδικασία, δεν μπορούσε να διενεργηθεί ταμειακή βεβαίωση εις βάρος του αναιρεσιβλήτου των εισφορών, που καταλογίστηκαν με τα εν λόγω φύλλα και, κατά συνέπεια, η 1386/1/11.5.2007 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αίγινας, με την οποία βεβαιώθηκαν οι εισφορές αυτές, κρίθηκε μη νόμιμη και, για το λόγο αυτό, ακυρωτέα.
8. Επειδή, η προπαρατεθείσα κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία, εφόσον, λόγω μη προηγουμένης έγκυρης κοινοποιήσεως στον αναιρεσίβλητο των ως άνω φύλλων, δεν είχε εξαντληθεί η κατά το νόμο διοικητική διαδικασία, δεν μπορούσε να διενεργηθεί ταμειακή βεβαίωση εις βάρος του των εισφορών, που καταλογίστηκαν με τα εν λόγω φύλλα και, κατά συνέπεια, η 1386/2007 πράξη ταμειακής βεβαιώσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Αίγινας, με την οποία βεβαιώθηκαν οι εισφορές αυτές, είναι μη νόμιμη, παρίσταται, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά στην πέμπτη σκέψη, νόμιμη. Και τούτο, διότι, για την κίνηση της προθεσμίας ασκήσεως της αιτήσεως αναθεωρήσεως, απαιτείτο, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων της νομοθεσίας του Ν.Α.Τ., η κατά τον Κ.Φ.Δ. κοινοποίηση στον αναιρεσίβλητο των ενδίκων φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών, μη αρκούσης της γενομένης δια των λιμενικών οργάνων επιδόσεως αυτών στον αναιρεσίβλητο, αφού, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν είχε παρασχεθεί σε αυτά σχετική εξουσιοδότηση με απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου, μη αποτελούσης τέτοια εξουσιοδότηση της 5500/2006/5.2.1969 εγκυκλίου του Ν.Α.Τ.. Πολλώ δε μάλλον δεν αρκεί, για την κίνηση της ένδικης προθεσμίας, τυχόν επίδοση των ως άνω φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών στον έτερο συμπλοιοκτήτη. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν ήταν νόμιμη η γενομένη επίδοση των ενδίκων φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών από λιμενικά όργανα. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προπαρατεθείσα κρίση έχει εκδοθεί κατ’ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων του συνταξιοδοτικού φακέλου και κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία της 5500/2006/5.12.1969 εγκυκλίου του Ν.Α.Τ., βάλλει απαραδέκτως κατά της περί των πραγμάτων κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, και ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο από την ως άνω γενομένη κοινοποίηση των φύλλων εκκαθαρίσεως δεν προκλήθηκε δικονομική βλάβη στον αναιρεσίβλητο, αφού, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις επιδόσεως των λιμενικών οργάνων που αναφέρονται στην προσβαλλομένη απόφαση, τα εν λόγω φύλλα εκκαθαρίσεως παραλήφθηκαν από τον ίδιο, οπότε αυτός απέκτησε πλήρη γνώση του περιεχομένου τους και μπορούσε να ασκήσει εμπρόθεσμα αίτηση αναθεωρήσεως κατ’ αυτών και, σε περίπτωση απορρίψεώς της, προσφυγή, είναι, ομοίως απορριπτέος. Και τούτο, διότι, εφόσον, κατά τα γενόμενα δεκτά στην πέμπτη σκέψη, για την κίνηση της προθεσμίας ασκήσεως αιτήσεως αναθεωρήσεως απαιτείται η κατά τα ανωτέρω νομότυπη κοινοποίηση των οικείων φύλλων εκκαθαρίσεως, η έλλειψη της τυπικής αυτής προϋποθέσεως δεν καλύπτεται από τυχόν γνώση του περιεχομένου της πράξεως από τον υπόχρεο.
9. Επειδή, τέλος, με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα απερρίφθη ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης ανακοπής από τον αναιρεσίβλητο. Και τούτο, διότι, εφόσον ο αναιρεσίβλητος είχε παραλάβει ο ίδιος τα ένδικα φύλλα εκκαθαρίσεως εισφορών από τα αρμόδια λιμενικά όργανα, είχε από δεκαετίας πλήρη γνώση του περιεχομένου τους, και, επομένως, η μετά δεκαετία άσκηση της ένδικης ανακοπής υπερέβη καταφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τη σκέψη ότι εκτός του ότι απαραδέκτως, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 96 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προβλήθηκε για πρώτη φορά με την έφεση και πέραν του ότι με αυτόν δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα όσων κρίθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση, είναι αβάσιμος, διότι η έναρξη της προθεσμίας για την άσκηση αιτήσεως αναθεωρήσεως κατά εκδιδομένων από το Ν.Α.Τ. φύλλων εκκαθαρίσεως εισφορών προϋποθέτει τη νόμιμη επίδοσή τους στον ενδιαφερόμενο. Η κρίση αυτή παρίσταται ορθή και πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, προεχόντως διότι η διάταξη του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα αφορά στην ικανοποίηση ιδιωτικών δικαιωμάτων και όχι στην άσκηση του δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος στον χώρο του δημοσίου δικαίου (ΣτΕ 351/2011, 491/2003).
10. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση και
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου του ίδιου έτους.
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Ο Γραμματέας
Μ. Καραμανώφ Δ. Λαγός
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος
./.
./.
