10.ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΠΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ 2.3.2018

Πρακτικά Διοικητικό ΝΣΚ

Θέμα Συνταγματικού Δικαίου – Γενικού Δικαίου – Δικαίου Διοικητικών Διαφορών

ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΠΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ 2.3.2018

Ο νόμος Ν ορίζει ότι επιτρέπεται μετά από απόφαση του Υπουργού Οικονομίας η εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείων αλλοδαπών επιχειρήσεων με αντικείμενο εργασιών την άσκηση εμπορίας αποκλειστικώς εκτός της Ελλάδος και ότι οι επιχειρήσεις αυτές απολαμβάνουν ορισμένων δασμολογικών και φορολογικών διευκολύνσεων. Ορίζεται επίσης ότι οι επιχειρήσεις αυτές υποχρεούνται σε καταβολή εγγυήσεως στο Δημόσιο , το ύψος της οποίας , κυμαινόμενο μεταξύ 10.000 ευρώ και 50.000 ευρώ , καθορίζεται κάθε φορά με την εγκριτική της εγκαταστάσεως κάθε συγκεκριμένης επιχειρήσεως υπουργική απόφαση και ότι η εγγύηση καταπίπτει σε περίπτωση που η επιχείρηση δεν συμμορφωθεί προς τους όρους που τάσσονται με την εγκριτική απόφαση . Ορίζεται , τέλος ότι σε περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως , ανακαλείται υποχρεωτικώς η άδεια εγκαταστάσεως του γραφείου της εταιρίας στην Ελλάδα , εκτός αν η εταιρία καταθέσει αμέσως νέα εγγυητική επιστολή .

Με την υπ’ αριθμό ΧΧ/1.6.2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας εγκρίθηκε κατά τον νόμο Ν η εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείων της εμπορικής εταιρίαςTIGER , με έδρα την Σιγκαπούρη , με τον όρο να εισάγει ετησίως και να δαπανά στην Ελλάδα ποσό συναλλάγματος αντίστοιχου προς 100.000 δολάρια ΗΠΑ . Με την αυτή απόφαση ορίσθηκε το ύψος της υποχρεωτικώς κατά νόμο καταβλητέας εγγυήσεως σε 60.000 ευρώ , η οποία και κατεβλήθη .

Μετά από την διενέργεια σχετικού ελέγχου , η αρμόδια υπηρεσία έκρινε ότι η εταιρία δεν τήρησε για το έτος 2001 τον τεθέντα με την εγκριτική απόφαση όρο , με την αιτιολογία ότι το εισαχθέν συνάλλαγμα δεν ήταν σε δολάρια ΗΠΑ αλλά στο νόμισμα της Σιγκαπούρης , και ότι πάντως η εταιρία είχε ψευδώς δηλώσει ότι είχε έδρα την Σιγκαπούρη ενώ έδρευε στην Ινδονησία . Κατόπιν τούτου με την υπ. ΄αριθμό ΖΖ /30.1.2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας που κοινοποιήθηκε στην εταιρία αυθημερόν διατάχθηκε η κατάπτωση της εγγυήσεως . Η εταιρία ζήτησε από την εκδούσα αρχή την ανάκληση ως μη νόμιμης της αποφάσεως αυτής , με αίτηση που απεστάλη στο Υπουργείο με συστημένη επιστολή κατατεθείσα στο Ταχυδρομείο την 2.4.2002 ημέρα Δευτέρα η οποία περιήλθε και πρωτοκολλήθηκε στο Υπουργείο την 5.4.2002 . Ο Υπουργός Οικονομίας με την υπ.΄ αριθμό ΑΑ/3.5.2002 απόφασή του που κοινοποιήθηκε στην εταιρεία αυθημερόν απέρριψε την αίτησή αυτή με την αιτιολογία ότι η υπ’ αριθμό ΖΖ/30.1.2002 απόφασή του , όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της είναι νόμιμη .

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως η εταιρεία TIGER   άσκησε στο Συμβούλιο της Επικρατείας αίτηση ακυρώσεως που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου την 16.9.2002 . Ως λόγους ακυρώσεως προέβαλε : 1) Ότι μη νομίμως διατάχθηκε η κατάπτωση εγγυήσεως , το ποσό της οποίας ήταν μεγαλύτερο από τα όρια που προβλέπει ο νόμος . 2) Ότι η αιτιολογία της Διοικήσεως ως προς την μη τήρηση του τεθέντος με την εγκριτική απόφαση όρου δεν ήταν νόμιμη . Το Δημόσιο προέβαλε με υπόμνημα ότι α) η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη , διότι από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως δεν γεννάται διοικητική διαφορά αλλά ιδιωτική διαφορά αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων , δεδομένου ότι πρόκειται για υπόθεση που αφορά κατάπτωση εγγυήσεως β) ότι και υπό την εκδοχή ότι η διαφορά είναι διοικητική , είναι διαφορά ουσίας και , ειδικότερα διαφορά διοικητικής εκτελέσεως , διεπομένη από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και υπάγεται επομένως στην αρμοδιότητα του διοικητικού πρωτοδικείου , γ) ότι και υπό την εκδοχή ότι η προσβαλλόμενη πράξη θα υπέκειτο σε αίτηση ακυρώσεως συντρέχει πάντως , απαράδεκτο λόγω παράλληλης προσφυγής , αφού η εταιρία θα μπορούσε να ασκήσει κατά του Δημοσίου αγωγή αποζημιώσεως , με αίτημα την επιστροφή του ποσού της εγγυήσεως με την αγωγή δε αυτή θα μπορούσε να αμφισβητήσει την συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων καταπτώσεως της εγγυήσεως δ) ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως είναι απαράδεκτος , διότι πλήττει τεχνική κρίση της Διοικήσεως .

Να αντιμετωπίσετε όλα τα ζητήματα παραδεκτού και βάσιμου της αιτήσεως ακυρώσεως και των προβαλλομένων λόγων και ισχυρισμών .

Αν ο πρώτος λόγος ακυρώσεως εκρίνετο απορριπτέος και ο δεύτερος βάσιμος ποια θα είναι η τύχη της αιτήσεως ακυρώσεως αν αυτή έχει ήδη τυχόν κριθεί από το Δικαστήριο παραδεκτή ;

Ας υποτεθεί επίσης ότι ένα έτος πριν από την έκδοση της πράξεως ΖΖ/30.1.2002 είχε εκδοθεί για τους αυτούς λόγους και με τις αυτές ακριβώς συνθήκες πράξη καταπτώσεως εγγυήσεως κατά της εταιρίας LION , με έδρα την Μαλαισία . Η πράξη αυτή δεν είχε προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως . Αν δύο έτη μετά την έκδοση της ακυρωτικής αποφάσεως επί της υποθέσεως της εταιρίας TIGER η LION ζήτησε από την Διοίκηση λόγω εκδόσεως της ακυρωτικής αυτής αποφάσεως , την ανάκληση της εις βάρος της εκ δοθείσης πράξεως τι πρέπει να πράξει η Διοίκηση ;

Να θεωρηθεί ότι δεν τίθεται ζητήματα αοριστίας των δικογράφων .

Τα τυχόν απαράδεκτα δεν εμποδίζουν την περαιτέρω εξέταση των άλλων ζητημάτων

Η απάντηση σε κάθε χωριστά τιθέμενο και αριθμημένο ζήτημα να είναι κατά το δυνατόν αυτοτελής έστω και με μερική ή ολική παραπομπή σε προηγουμένως δοθείσα απάντηση . Οι απαντήσεις πρέπει να είναι συνοπτικές αλλά αιτιολογημένες . Οι απαντήσεις δεν πρέπει να αναφέρουν πάλι το ιστορικό αλλά να αναφέρουν μόνο : α) Το νόμο, β) το κρίσιμο πραγματικό περιστατικό και γ) το συμπέρασμα σας που δεν πρέπει να είναι υποθετικό. Οι αμυντικοί ισχυρισμοί να κρίνονται μαζί με τον σχετικό λόγο ή προϋπόθεση παραδεκτού.

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

          Ι. ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ.

1.Δικαιοδοσία αρμοδιότητα : Η δημιουργηθείσα διαφορά προέρχεται από την ΖΖ/30.1.2002 πράξη διοικητικού οργάνου, Υπουργού Οικονομικών και επιδιώκει δημόσιο σκοπό ρυθμίζοντας κυριαρχικά έννομη σχέση δημοσίου δικαίου , δηλαδή συμμόρφωση και κύρωση αλλοδαπής επιχειρήσεως για παράβαση του εξαιρετικά ευνοϊκού καθεστώς εγκατάστασης γραφείου στη Ελλάδα με δασμολογικές και φορολογικές διευκολύνσεις . Αρμόδιο ελλείψη αντίθετης δικονομικής διάταξης σύμφωνα με το άρθρο 95§1Σ περί γενικής ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ και του αρθ.4 πδ 361/2001, είναι το Δ΄ τμήμα του ΣτΕ.

Συνακόλουθα οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί, α’ έως γ’ της διοίκησης που διατυπώθηκαν με το υπόμνημα της είναι νόμω αβάσιμοι. Ειδικότερα : α) ως προς τον ισχυρισμό (α) στην ίδια υποκείμενη έννομη σχέση δημοσίου δικαίου εντάσσεται και η παρεπόμενη διαφορά περί καταπτώσεως της εγγυήσεως, διότι υπηρετεί τον ίδιο δημόσιο σκοπό και ειδικότερα την συμμόρφωση σε αυτό (ΣτΕ 3543/2003, Ολομ.). Ως προς τον ισχυρισμό (β) δεν τίθεται ζήτημα διοικητικής εκτελέσεως , διότι η αιτούσα δεν προσβάλλει την ταμειακή βεβαίωση του ποσού καταπτώσεως της εγγυήσεως, αλλά την πράξη περί καταπτώσεως της εγγυήσεως. Τέλος ως προς τον ισχυρισμό (γ) η αγωγή δεν αποτελεί παράλληλο προς την αίτηση ακυρώσεως ένδικο βοήθημα , αφού δεν στρέφεται και δεν σκοπεί στην ακύρωση της ως άνω προσβαλλόμενης πράξης αλλά στην αναγνώριση και επιδίκαση τυχόν αποζημιωτικών αξιώσεων εκ παρανόμου πράξεως της διοικήσεως.

2. Προθεσμία. Η προσβαλλομένη ΖΖ/30.1.2002 κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην αιτούσα και άρα από 31.1.2002 άρχισε να τρέχει η εξηκονθήμερη προθεσμία προσβολής της με αίτηση ακύρωσης. Η προθεσμία αυτή έληγε την 31.3.2002 ημέρα Σάββατο παρεκτάθηκε δε την 2.4.2002 ημέρα Δευτέρα αλλά ότε και εξέπνευσε λόγω μη διακοπής της. Η ασκηθείσα απλή προσφυγή της εταιρίας δεν διέκοψε την προθεσμία διότι περιήλθε στο Υπουργείο την 5.4.2002, ήτοι τρείς ημέρες μετά την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας.

          ΙΙ. ΛΟΓΟΙ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ.

  1. Ως προς τον πρώτο λόγο περί μη νομίμου καταπτώσεως της εγγυήσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος δεδομένου ότι αφορά άλλη πλην της προσβαλλόμενης πράξης ατομική διοικητική πράξη. Συγκεκριμένα αφορά αρχική πράξη ΧΧ/1.6.2000 με την οποία αποφασίστηκε αφενός η εγκατάσταση της αιτούσας στην Ελλάδα αφετέρου η καταβολή εγγυήσεως 60.000€ , ήτοι πέραν του προβλεπομένου από τον νόμο Ν. Η πράξη αυτή όμως , ήτοι η ΧΧ δεν μπορεί να ελεγχθεί από πλευράς νομιμότητας στην παρούσα δίκη δεδομένου ότι δεν είναι προσβαλλόμενη και καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας. Συνεπώς η προσβαλλομένη ΖΖ δεν πάσχει ακυρότητας δεδομένου ότι περιορίζεται να ορίσει ότι καταπίπτει το ποσό των 60.000 ευρώ που όρισε η ΧΧ η οποία τεκμαίρεται νόμιμη. Άλλο είναι το θέμα της δικαστικής προστασίας της αιτούσης υπο το πρίσμα της ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως στα αρμόδιο διοικητικό πρωτοδικείο και αναζητήσεως του επιπλέον ποσού των 10.000€.

2.Ως προς τον δεύτερο λόγο καθώς και του ερωτήματος (2). Η αιτιολογία της προσβαλλόμενης , εφόσον ο νόμος δεν ορίζει άλλως, μπορεί αν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου. Από την επιτρεπτή επισκόπηση αυτών και ειδικά του πορίσματος του ελέγχου της αρμόδιας υπηρεσίας, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη εξεδόθη για δυο λόγους (διττή αιτιολογία) : α) το εισαχθέν συνάλλαγμα δεν ήταν σε δολάρια ΗΠΑ αλλά Σιγκαπούρης και β) είχε δηλώσει ψευδή έδρα. Το πρώτο λοιπόν σκέλος της αιτιολογίας βάσιμα το αμφισβητεί η αιτούσα ,αφού σύμφωνα με την ΧΧ/1.6.2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας ο σχετικός όρος υποχρέωνε αυτή να εισάγει και δαπανά ετησίως στην Ελλάδα συνάλλαγμα αντίστοιχο προς 100.000 δολάρια ΗΠΑ. Ο προσβαλλόμενος αντίθετος ισχυρισμός του δημοσίου δια του (δ) στοιχείου του υπομνήματος του είναι αβάσιμος δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί τεχνικής κρίσεως αλλά περί επιτρεπτής επισκοπήσεως των στοιχείων του φακέλου από το Δικαστήριο προς εξαγωγή της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης. Παρά το γεγονός όμως ότι ο λόγος αυτός είναι βάσιμος προβάλλεται αλυσιτελώς από την αιτούσα διότι όπως προείπαμε η προσβαλλόμενη ερείδεται και σε δεύτερη αιτιολογία την οποία η αιτούσα δεν αμφισβητεί.

Συνεπώς η αίτηση ακυρώσεως και παραδεκτή να εκρίνετο θα απερρίπτετο λόγω αλυσιτέλειας του δευτέρου λόγου.

Ως προς τα λοιπά υποθετικά ερωτήματα.

2) Για το ερώτημα (2) βλ. ανωτέρω απάντηση σε δεύτερο λόγο ακυρώσεως.

3.Ως προς το ερώτημα ανακλήσεως της πράξεως που αφορά την εταιρία LION. Η ακυρωτική απόφαση παράγει δυνάμει του άρθρου 50 του πδ 18/89 δεδικασμένο έναντι όλων που όμως μπορεί να το επικαλεστεί υπέρ του μόνο ο αιτών εν προκειμένω η TIGER. Εξ΄αλλου η διοίκηση δεν υποχρεούται σε ανάκληση πράξεων ακόμη και εάν αυτές είναι παράνομες. Εξαίρεση εάν πρόκειται για περίπτωση που εμπίπτει στην νομολογία των ομοίων πράξεων. Δηλαδή για πράξη που ακυρώθηκε λόγω αντισυνταγματικότητας του νομίμου ερείσματος ή για έλλειψη ή υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης αυτού. Τέτοια περίπτωση όμως δεν προέκυψε από τα τιθέμενα περιστατικά της υπόθεσης TIGER. Συνεπώς η Διοίκηση έχει διακριτική ευχέρεια να εξετάσει το αίτημα της απλής προσφυγής που της ασκεί η εταιρία LION.