ΑΕΔ 28/2004,ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ , ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΤΔΔ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΕΣ ΟΤΑΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΛ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΕΙ Ο ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΥ ΠΟΥ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΗΔΗ ΩΣ ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ, ΗΤΑΝ ΣΥΝΤΑΞ.ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΚΑΙ ΝΥΝ ΜΕΛΟΣ ΑΣΕΠ

ΑΕΔ

Αριθμός 28/2004 
Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο 
(κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος) 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Γεώργιο Κάπο, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, ως Πρόεδρο, Φώτιο Στεργιόπουλο, Αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, (κωλυομένου του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Χρίστου Γεραρή), Γεώργιο Σχοινιωτάκη, Αντιπρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, (κωλυομένου του Προέδρου και των αρχαιοτέρων του Αντιπροέδρων), Αθανασία Τσαμπάση-Εισηγήτρια, Αθανάσιο Ράντο, αναπληρωματικό μέλος (κωλυομένου του τακτικού Νικολάου Σκλία), Δημήτριο Μπριόλα, αναπληρωματικό μέλος (κωλυομένου του τακτικού Ιωάννη Μαντζουράνη), Συμβούλους της Επικρατείας, Σπυρίδωνα Γκιάφη, αναπληρωματικό μέλος (κωλυομένου του τακτικού Ιωάννη Βερέτσου), Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Αρεοπαγίτες, Μαρία Καραμανώφ, Σύμβουλο της Επικρατείας, Ρωμύλο Κεδίκογλου, Γεώργιο Βούλγαρη Αρεοπαγίτες, Κωνσταντίνο Καλαβρό, αναπληρωματικό μέλος, (κωλυομένου του τακτικού Αναστασίας Γραμματικάκη-Αλεξίου), Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης, Νικόλαο Σκανδάμη, Καθηγητή Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ως μέλη και το Γραμματέα Μιχαήλ Καλαντζή, Προϊστάμενο Διεύθυνσης της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2004, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ των: 
ΑΙΤΟΥΝΤΟΣ: Ιωάννη Νικολόπουλου του Δημητρίου, Επιτίμου Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε. 
ΚΑΘΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους Κρίτωνα Μανωλή. 
Ο αιτών με την από 11 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του, ενώπιον του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που κατέθεσε κατά νόμο στο Γραμματέα του, με αριθμό 12/12-12-2003, ζήτησε όσα αναφέρονται στο αιτητικό της. 
Η εκδίκαση της υποθέσεως άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Αθανασίας Τσαμπάση, Συμβούλου της Επικρατείας. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τις προτάσεις του. 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα 
Σκέφθηκε κατά νόμο. 

1. Επειδή, δια της υπό κρίσιν αιτήσεως ζητείται η άρση αποφατικής συγκρούσεως μεταξύ του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 
2. Επειδή, ο αιτών, συνταξιούχος δημόσιος λειτουργός (επίτιμος Γενικός Επίτροπος των Διοικητικών Δικαστηρίων), υπηρετήσας εν συνεχεία ως εν ενεργεία Σύμβουλος του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, ήσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ένδικο βοήθημα υπό τον χαρακτηρισμόν “προσφυγή αγωγή“, με το οποίον εζήτει να εξαφανισθεί η τεκμαιρομένη απόρριψη σχετικού αιτήματός του και να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιον να του αποδώσει ποσόν ύψους 1.595.890 (τότε) δραχμών που είχε παρακρατηθή για συνταξιοδοτικούς λόγους, υπέρ του Δημοσίου, επί των αποδοχών του ως εν ενεργεία Συμβούλου του Α.Σ.Ε.Π., κατά το διάστημα από 3 Απριλίου 1996 έως 31 Δεκεμβρίου 1998. Το Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, διά της υπ΄ αριθ. 6928/2001 αποφάσεώς του, αποβλέποντας εις τον συνταξιοδοτικό χαρακτήρα των γενομένων κρατήσεων, εθεώρησε ότι το ζήτημα δεν ήτο της δικαιοδοσίας του αλλ΄ ότι αναφέρετο εις το συνταξιοδοτικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, για το οποίον αρμόδιον ήτο το Ελεγκτικό Συνέδριο, όπου και παρέπεμψε προς εκδίκασιν την διαφορά. Το Ελεγκτικό Συνέδριο, αντιθέτως, διά της υπ΄ αριθ. 1663/2003 αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος, θεωρήσαν εαυτό αναρμόδιο, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη με το σκεπτικό ότι δεν επρόκειτο για συνταξιοδοτική διαφορά που υπήγετο στην δικαιοδοτική του αρμοδιότητα αλλά διαφορά που ανέκυψε εκ της περικοπής του ποσού των εν ενεργεία αποδοχών δημοσίου υπαλλήλου και ότι, ως μισθολογική, η διαφορά αυτή ανήκε εις τα τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια που έχουν την γενικήν αρμοδιότητα επί των αξιώσεων μισθού. 
3. Επειδή, η αίτηση εισάγεται εμπροθέσμως και νομοτύπως, μετά τήρησιν όλων των διαδικαστικών προϋποθέσεων παραδεκτώς δε συγκροτείται αποφατική σύγκρουση εξ απόψεως τελεσιδικίας των δύο σχετικών αποφάσεων, αφού η απορριπτική απόφαση του Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι τελεσίδικη και ήδη είχε καταστή αμετάκλητος, η δε παραπεμπτική του Διοικητικού Πρωτοδικείου είναι, κατά νόμον (άρθρ. 12 παρ. 3 του Κωδ. Διοικητικής Δικονομίας) ανέκκλητος. 
4. Επειδή, το Σύνταγμα (άρθρον 98 παρ. 1 στ΄) προβλέπει ότι εις το Ελεγκτικό Συνέδριο ανήκει, πλην ορισμένων άλλων συγκεκριμένων θεμάτων και “η εκδίκαση διαφορών σχετικά με την απονομή συντάξεων”, υπό την έννοια, προδήλως, ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι αρμόδιο, ως δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας, για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και τον κανονισμό της εκ του Δημοσίου συντάξεως των εξερχομένων της υπηρεσίας υπαλλήλων και των εξ αυτών ελκόντων συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Εξ άλλου, κατά το Σύνταγμα (άρθρ. 93 παρ. 1, 94 παρ. 1) εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ως δικαστήρια γενικής αρμοδιότητος, ανήκει η εκδίκαση του συνόλου των διοικητικών διαφορών ουσίας εν γένει, μεταξύ των οποίων πρωτίστως συγκαταλέγονται, κατά την φύση τους αλλά και εκ του νόμου (άρθρ. 1 παρ. 2 περ. θ΄ ν. 1406/83, ως αντικατεστάθη με το άρθρ. 29 παρ. 3 ν. 2721/99) οι διαφορές που έχουν αντικείμενο τα επί αποδοχών ενεργείας δικαιώματα και αξιώσεις των δημοσίων υπαλλήλων.


5. Επειδή, εν προκειμένω, η υπό του αιτούντος εισαχθείσα ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αμφισβήτηση δεν είναι διαφορά περί τον κανονισμό συντάξεως του Δημοσίου. Είναι διαφορά περί το ύψος των αποδοχών εν ενεργεία δημοσίου υπαλλήλου. Έχει, δηλαδή, ως αντικείμενο αξίωση του αιτούντος για την εις το ακέραιον, άνευ κρατήσεων καταβολή των αποδοχών ενεργείας που του οφείλοντο για το διάστημα της υπηρεσίας του ως μέλους του Α.Σ.Ε.Π. από 3 Απριλίου 1996 έως 31 Δεκεμβρίου 1998, αξίωση η οποία, ανεξαρτήτως της ειδικότερης νομικής βάσεως στην οποία θεμελιώνεται, ανήκει πάντως, κατά πάσαν περίπτωση, στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 
6. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, εν όψει του άρθρου 47 παρ. 4 του ν. 345/1976 πρέπει να αρθεί υπέρ της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων η προκειμένη αποφατική σύγκρουση, να εξαφανισθεί η υπ΄ αριθ. 6928/2001 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό. 
7. Επειδή, το Δικαστήριο εκτιμών τις περιστάσεις δεν επιβάλλει δικαστική δαπάνη (άρθρ. 22 παρ. 3 ν. 345/76). 

Δ ι ά τ α ύ τ α 

Αίρει την αποφατική σύγκρουση υπέρ της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. 
Εξαφανίζει την υπ΄ αριθ. 6928/2001 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παραπέμπει εις αυτό την υπόθεση. 
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2004. 
Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας 

Γεώργιος Κάπος Μιχαήλ Καλαντζής 

Και δημοσιεύθηκε σε δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 22 Δεκεμβρίου 2004. 

Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας 

Χρίστος Γεραρής Μιχαήλ Καλαντζής