ΑΕΔ 85/91, ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ , ΑΝΑΚΟΠΗ ΚΑΤΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΒΟΛΗΣ , ΑΡΜΟΔΙΑ ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ, ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΗ ΑΙΤΙΑ

ΑΕΔ

 

85/1991 ΑΕΔ ( 12316) 
  

ΔΔΙΚΗ/1992 (523), ΕΔΚΑ/1992 (229) Δικαιοδοσία τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων. Εννοια διοικητικών διαφορών. Αρμοδιότητα Α.Ε.Δ. επί αποφατικής συγκρούσεως μεταξύ Τριμ. Διοικ. Εφ. και Ειρηνοδικείου. Περιπτωσιολογία: Αρμοδιότητα πολιτικών δικαστηρίων για την διαφορά που προκαλείται από την άσκηση ανακοπής κατά πρωτοκόλλου αποβολής ιδιώτη από δασική έκταση.

  

Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου 85/1991 Πρ. ΒΑΣ. ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ Εισηγητής: ΑΠΟΣΤ. ΜΟΥΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Δικηγόροι: Ελευθ. Στείρος, Βασ. Παπαχρήστου Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η άρση αποφατικής συγκρούσεως μεταξύ του Ειρηνοδικείου Αχαρνών και του Τριμ. Διοικ. Εφετείου Αθηνών που έκριναν με τις αναφερόμενες τελεσίδικες αποφάσεις τους ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της ιδίας υποθέσεως και απέρριψαν τις σχετικιές ανακοπή και προσφυγή αντίστοιχα. Η αίτηση αυτή, η οποία ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου την 20-6-1991, ήτοι μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 46 του ν. 345/1976 προθεσμία των ενενήντα ημερών από τη δημοσίευση της νεώτερης από τις παραπάνω αποφάσεις, η οποία έγινε την 27-3- 1991, παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, μετά την διενέργεια και των νομίμων κοινοποιήσεων κατά τα άρθρα 10 παρ. 2, 45, 46 παρ. 2 και 47 παρ. 2 του ν. 345/1976. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 6 περ. δ` του ν. 345/1976, στη δικαιοδοσία του κατά το άρθρο 100 παρ. 1 του Συν/τος Ειδικού Δικαστηρίου υπάγεται, μεταξύ άλλων, και “η άρσις των συγκρούσεων μεταξύ των δικαστηρίων και των διοικητικών αρχών ή μεταξύ του συμβουλίου της Επικρατείας και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφ` ενός και των αστικών και ποινικών δικαστηρίων αφ` ετέρου ή τέλος μεταξύ του Ελεγκτικού Συνεδρίου και των λοιπών δικαστηρίων”. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 του ιδίου νόμου “εφ` όσον τα κατά το άρθρον 44 παρ. 1 δικαστήρια έκριναν τελεσιδίκως ότι στερούνται δικαιοδοσίας επί της αυτής υποθέσεως η σύγκρουσις αίρεται επιμελεία παντός διαδίκου δια καταθέσεως ενώπιον του Ειδικού δικαστηρίου εντός ενενήκοντα ημερών από της δημοσιεύσεως της νεωτέρας αποφάσεως”. Τέλος, στο άρθρο 47 παρ. 4 του αυτού πιο πάνω νόμου ορίζεται ότι “η απόφασις του ειδικού Δικαστηρίου περιορίζεται εις την λύσιν του αμφισβητουμένου ζητήματος δικαιοδοσίας, εξαφανίζει την εσφαλμένως αποφανθείσαν επί τούτου απόφασιν ή διοικητικήν πράξιν, παραπέμπει την υπόθεσιν εις το κρινόμενον ως έχον δικαιοδοσίαν δικαστήριον ή αρχήν, είναι δε κατ` εξαίρεσιν του άρθρου 21 παρ. 1 υποχρεωτική δια πάντα τα επιληφθέντα ή αποσχόντα να επιληφθούν δικαστήρια ή αρχάς και τους διαδίκους”. Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με αυτά που ιστορούνται στην κρινόμενη αίτηση και προκύπτουναπό τα έγγραφα της δικογραφίας, με το 497/ 12.3.1986 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Πάρνηθας η αιτούσα αποβλήθηκε από έκταση 254 τ.μ., η οποία κείται στην περιοχή των Ανω Λιοσίων και επί της οδού Φυλής αριθ. 151 και φέρεται ως δημοσία δασική. Κατά του πρωτοκόλλου αυτού η αιτούσα άσκησε την από 24-4-1986 ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, το οποίο, με την 23/1987 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή αυτή, δεχόμενο ότι δικαιοδοσία για εκδίκαση της διαφοράς έχουν τα διοικητικά και όχι τα πολιτικά δικαστήρια καιειδικότερα ότι η φύση της διαφοράς αυτής είναι διοικητική. Ακολούθως η αιτούσα προσέφυγε με ίδια ανακοπή ενώπιον του Τριμ. Διοικ. Πρωτ. Αθηνών, το οποίο με την 13541/1988 απόφασή του έκρινε ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία για να επιληφθούν της παραπάνω διαφοράς και ότι η εκδίκαστη αυτής υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Η απόφαση επικυρώθηκε κατ` έφεση με την 1190/1991 απόφαση του τριμ. Διοικ. Εφετείου Αθηνών που, όπως αναφέρθηκε, δημοσιεύθηκε την 27-3-1991. Επομένως, από τις πιο πάνω τελεσίδικες αποφάσεις δημιουργήθηκε αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ πολιτικού και διοικητικού δικαστηρίου, της οποίας νομίμως επιδιώκεται η άρση.

Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 3 του Συν/τος και 1 του Κ.ΠολΔ. στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται μεταξύ των άλλων και όλες οι ιδιωτικές διαφορές, σύμφωνα δε με το άρθρο 2 του Κ.Πολ.Δ. τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεπιμπτόντως. Εξάλλου, το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε άρθρο 95 του Συντάγματος προβλέπει, μεταξύ άλλων, τηνακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας (παρ. 1 περίπτ. α`) και των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (παρ. 3) επί των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Επειδή, οι πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις χαράζουν το σύνορο μεταξύ ακυρωτικών και διοικητικών διαφορών ουσίας καθώς και μεταξύ της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αφενός και της γενικής αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων στις ιδιωτικές διαφορές αφετέρου.

ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΗ ΑΙΤΙΑ = ΡΥΘΜΙΣΗ ΕΝΝΟΜΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών του Συντάγματος συνάγονται τα ακόλουθα: Διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον στη δεύτερη αυτή περίπτωση ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικονομική προστασία του πολίτη ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο. Επί διοικητικών διαφορών που προκύπτουν από εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ειδική, για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων αρμοδιότητα. Η αρμοδιότητα αυτή μπορεί να είναι είτε α) ακυρωτική (σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 3 του Συν/τος) που να περιορίζεται, δηλαδή, στην εξαφάνιση εκτελεστής διοικητικής πράξης ή στην καταψήφιση σε έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης αν η διοίκηση παρέλειψε, παρά τον νόμο, να εκδώσει εκτελεστή πράξη, είτε β) αρμοδιότητα που να εκτείνεται σε άσκηση πλήρους δικαιοδοσίας (σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συν/τος), όταν το αίτημα ενώπιον του δικαστηρίου μπορεί, σύμφωνα με το νόμο, να είναι η καταψήφιση σε χρηματική ή άλλη παροχή ή η αναγνώριση ή αποκατάσταση δικαιωμάτων ή καταστάσεων που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο και το δικαστήριο έχει την εξουσία να διαμορφώσει το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος ή της νομικής καταστάσεως. Οι διοικητικές πράξεις κατά των οποίων δεν έχει ή δεν θα έχει προβλεφθεί ειδικώς, δηλαδή με τη μνεία του ειδικού αντικειμένου τους, μέσον προσβολής ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων εμπίπτουν στη γενική ακυρωτική δικαιοδοσία του Συμβ. Επικρατείας, η οποία, πάντως, κατά τηνέννοια του Συντάγματος, δεν μπορεί να ανατραπεί, ουσιαστικώς, με την επέκταση ειδικών αρμοδιοτήτων των τακτικών διοικ. δικαστηρίων

ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΣΚΟΠΟΥ

. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 95 του Συν/τος, επί των πράξεων των διοικητικών αρχών, ακυρωτικές ή κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα πιο πάνω, διοικητικές διαφορές ουσίας δεν προκαλεί κάθε μία από τις πράξεις αυτές που φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα μονομερούς διοικητικής πράξης από την οποία παράγονται έννομα αποτελέσματα αλλά μόνο εκείνη η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη δημόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δημόσιο σκοπό

 

ΠΡΑΞΕΙΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΕΝΝΟΜΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΚΟΠΟ΄ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ.

 Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της διοικήσεως, όσες, δηλαδή, είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, δημιουργούν διαφορές που ανήκουν στη γενική, σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 94 παρ. 3), δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωμάτων.

 

ΤΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΒΟΛΗΣ ΙΚΑΝΟΠΟΙΕΙ ΤΑ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΑΡΑ ΕΠΙΔΙΩΚΕΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΚΟΠΟ.

Επειδή, με το άρθρο 61 του ν.δ. 86/1969 “περί Δασικού Κώδικος”, το οποίο, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 2 του ν.δ. 996/1971 και 24 παρ. 1 του ν.248/1976, δεν εθίγη από τον νεώτερο Δασικό Κώδικα (ν. 998/ 1979), προβλέπεται η έκδοση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής από τον αρμόδιο διευθυντή δασών, νομοδασάρχη ή δασάρχη κατά του επιχειρούντος εκχέρσωση, υλοτομεία, σπορά, ή οποιαδήποτε άλλη διακατοχική πράξη επί δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών, μοναστηριακών ή ανηκόντων σε ιδρύματα εν γένει δασών και η βεβαίωση της ζημίας που τυχόν επήλθε σε βάρος του Δημοσίου, του ποσού αποκαταστάσεως αυτής ή του ποσού της οφειλομένης αποζημιώσεως χρήσεως, προκειμένου περί δημοσίων δασών, ρυθμίζεται δε λεπτομερώς η άσκηση ανακοπής εντός ορισμένης προθεσμίας κατά του πιο πάνω πρωτοκόλλου ενώπιον του τοπικώς αρμοδίου Ειρηνοδικείου, εκ μέρους εκείνου που ισχυρίζεται ότι είναι κύριος της εκτάσεως από την οποία αποβλήθηκε, η διαδικασία εκδικάσεώς της και η άσκηση εφέσεως κατά της εκδιδομένης αποφάσεως ενώπιον του αρμοδίου Μον. Πρωτοδικείου. Επειδή, το πιο πάνω πρωτόκολλο με το οποίο διατάσσεται, η αποβολή ιδιώτη από δασική έκταση που κατέχει και επί της οποίας ενεργεί διακατοχικές πράξεις ως κύριος, βεβαιώνεται δε, σε βάρος του αυθαιρέτως κατέχοντος, αποζημίωση για φθορές που κατά την κατοχή του προξένησε, έχει ως αιτιολογία ότι η δασική έκταση ανήκει στο δημόσιο ή στα μνημονευμένα νομικά πρόσωπα και κατατείνει ουσιαστικώς στηνικανοποίηση του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας του Δημοσίου ή των παραπάνω νομικών προσώπων, έναντι του ιδιώτη ο οποίος επιχείρησε την κατάληψη ή την διενέργεια άλλης διακατοχικής πράξεως και προβάλλει επίσης δικαίωμα ιδιίας κυριότητας, στο οποίο και στηρίζεται η σχετική ανακοπή του. Με τα δεδομένα αυτά, η διαφορά που προκαλείται από την άσκηση κατά του παραπάνω πρωτοκόλλου έχει τα χαρακτηριστικά στοιχεία της ιδιωτικής διαφοράς, η φύση της οποίας δεν μεταβάλλεται, σύμφωνα με προηγούμενη σκέψη, από το γεγονός ότι η έκδοση του πρωτοκόλλου αυτού έχει ανατεθεί από το νόμο σε διοικητικό όργανο και η πράξη έχει τα εξωτερικά στοιχεία μονομερούς διοικητικής πράξης. Ενόψει όλων αυτών, δικαιοδοσία προς εκδίκαστη της προκειμένης διαφοράς, ως ιδιωτικής, έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια και συνεπώς η αποφατική σύγκρουση που δημιουργήθηκε στην ερευνώμενη περίπτωση, πρέπει να αρθεί υπέρ της δικαιοδοσίας του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, στο οποίο πρέπει να παραπαμφθεί η ένδικη υπόθεση, αφού προηγουμενως εξαφανισθεί η αντίθετη απόφασή του.