ΕΣ 1023/2017,ΟΛΟΜ, ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΕΝ ΕΛΕΓΧΕΤΑΙ ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ ΤΟΥ ΕΑΝ ΠΑΡΑΓΕΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ (ΜΕΙΟΨ), ΚΑΤΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΛΤΙΚΟΣ, ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΟΙΚ. ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΤΟΥ 2010

ΕΣ Ολομ

1023/2017 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Γεώργιος Κωνσταντάς, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη και Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Αντιπρόεδροι, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη (εισηγήτρια), Άννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Μαρία Αθανασοπούλου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Αντώνιος Κατσαρόλης, Χριστίνα Ρασσιά, Θεολογία Γναρδέλλη, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης, Βασιλική Σοφιανού και Αγγελική Πανουτσακοπούλου, Σύμβουλοι (η Αντιπρόεδρος Σωτηρία Ντούνη και οι Σύμβουλοι Νικόλαος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Κωνσταντίνα Ζώη και Αγγελική Μαυρουδή απουσίασαν δικαιολογημένα).

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας :Διονύσιος Λασκαράτος.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ :Μάρθα Δήμου, Επίτροπος, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Γιανα δικάσει την από 6.7.2009 (αριθμ. καταθ. 329/8.7.2009) αίτηση για αναίρεση της 1838/2008 απόφασης του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου του Χρήστου Σολωμού του Κωνσταντίνου, κατοίκου Λεοντίου Νομού Αχαΐας, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Θεοδώρου Τζαμαλούκα (ΑΜ/ΔΣ Πατρών 818),

κ α τ ά α) του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη και β) της πρώην Κοινότητας Λεοντίου και ήδη Δήμου Ερυμάνθου Ν. Αχαΐας, που δεν παραστάθηκε.

Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους που περιέχονται σ’ αυτή ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

Τον   Πάρεδρο   του   Νομικού   Συμβουλίου   του   Κράτους,   για   το Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Και

Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος   πρότεινε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Αντιπρόεδρο Γεώργιο Κωνσταντά και τους Συμβούλους Αντώνιο Κατσαρόλη και Θεολογία Γναρδέλλη, που απουσίασαν λόγω κωλύματος, με την παρουσία της Γραμματέως Ιωάννας Αντωνογιαννάκη.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

Αποφάσισε τα εξής :

1. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 1838/2008 απόφασης του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως αυτή αναπτύσσεται με το από 10.10.2012 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα και για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (με τα 1515986, 1515987 και 2724206, σειράς Α΄, ειδικά έντυπα παράβολα του Δημοσίου), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων με αυτή λόγων αναίρεσης, παρά την απουσία του Δήμου Ερυμάνθου Ν. Αχαΐας, η οποία δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας, αφού, όπως προκύπτει από την από 29.11.2012 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Ελευθερίας Σταμούλη, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (άρθρα 27, 65 και 117 του π.δ/τος 1225/1981).

2. Με την προσβαλλόμενη 1838/2008 απόφαση του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 13/5.6.2006 πράξης της Επιτρόπου της 1ης Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Αχαΐας, με την οποία, μετά τη διενέργεια κατά προτεραιότητα ειδικού κατασταλτικού ελέγχου κατά το άρθρο 3 παρ. 4 του              ν. 2307/1995, καταλογίστηκε εις βάρος του, ως Προέδρου της Κοινότητας Λεοντίου Αχαΐας, και υπέρ της Κοινότητας αυτής, το ποσό των 15.033,75 ευρώ, για το λόγο ότι, δίνοντας εντολή, παρά τις αντιρρήσεις της Ταμίου του Δήμου Φαρρών, προς εξόφληση του 38, οικον. έτους 2004, χρηματικού εντάλματος πληρωμής, που αφορούσε στην καταβολή του ως άνω ποσού στον Φώτιο Κατσαΐτη για την προμήθεια σωλήνων ύδρευσης και ανταλλακτικών ύδρευσης για τις ανάγκες της Κοινότητας, δημιούργησε ισόποσο έλλειμμα στη χρηματική διαχείριση της Κοινότητας. Ήδη δε, με την κρινόμενη αίτηση, ο αναιρεσείων, επιδιώκοντας την άρση του επιβληθέντος εις βάρος του καταλογισμού, ζητεί την αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης για τους λόγους που περιέχονται στο υπό κρίση δικόγραφο.

3. Με την παρ. 2 του άρθρου 236 του π.δ/τος 410/1995 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας» (Α΄ 231), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 2307/1995 (Α΄ 113) και την αναρίθμησή της με το άρθρο 15 του ν.3146/2003 (Α΄ 125/23.5.2003), καθιερώνεται ειδική αρμοδιότητα του Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο νομό, στα διοικητικά όρια του οποίου ανήκει ο οικείος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), για κατά προτεραιότητα έλεγχο χρηματικού εντάλματος σε περίπτωση αμφισβήτησης της νομιμότητας της εντελλόμενης με αυτό δαπάνης από τον ταμία που είναι αρμόδιος για την ταμειακή διαχείριση του οικείου Ο.Τ.Α. και εξόφλησής του, εν συνεχεία, με εντολή του Δημάρχου ή του Προέδρου της Κοινότητας, κατά περίπτωση, ύστερα από την απόρριψη των προβληθέντων από τον ταμία λόγων αμφισβήτησης. Ο έλεγχος αυτός συνιστά ειδική μορφή κατασταλτικού ελέγχου. Αν δε κατά τη διενέργεια αυτού κριθεί ότι η δαπάνη που εξοφλήθηκε με το ελεγχόμενο ένταλμα είναι μη νόμιμη, τότε το καταβληθέν ποσό δημιουργεί έλλειμμα στη διαχείριση του οικείου Ο.Τ.Α., για την αναπλήρωση του οποίου ευθύνεται ο Δήμαρχος ή ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο οποίος αποκτά την ιδιότητα του υπολόγου, αφού με την εντολή του για εξόφληση του εντάλματος ενήργησε διαχειριστική πράξη που είχε ως αποτέλεσμα τη μη νόμιμη εκταμίευση του αντίστοιχου ποσού. Για το λόγο αυτό, ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου συντάσσει σχετικό Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 4 του π.δ/τος 774/1980, το οποίο αποστέλλεται στον Δήμαρχο ή τον Πρόεδρο της Κοινότητας, προκειμένου αυτός να αναπληρώσει το έλλειμμα εντός δεκαπενθήμερης προθεσμίας. Αν δεν εκτελεστεί το Φύλλο Μεταβολών και Ελλείψεων, ο Επίτροπος, αν πρόκειται για Πρόεδρο Κοινότητας, ή το Β΄ Κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αν πρόκειται για Δήμαρχο, προβαίνουν, εφόσον κρίνουν ότι η δαπάνη πράγματι δεν ήταν νόμιμη, στον καταλογισμό του ευθυνόμενου Προέδρου της Κοινότητας ή του Δημάρχου (Ολομ. Ελ. Συν. 2625/2009, 1340/2010, 2368/2011 και 3237/2011, όπου και μειοψηφία).

4. Στο άρθρο 94 παρ. 4 εδαφ. γ΄ του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει», στο δε άρθρο 95 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει αναγκαστικά μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε ο ν. 3068/2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις, προαγωγή των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στο βαθμό του συμβούλου Επικρατείας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 274), στο άρθρο 1 του οποίου, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο πληρωμής της επίμαχης δαπάνης, πριν δηλαδή τροποποιηθεί με το άρθρο 20 του                      ν. 3301/2004 (Α΄ 263/23.12.2004), και ανεξάρτητα από τη συνταγματικότητα ή μη της τελευταίας αυτής διάταξης (βλ. Ολ. Ελ. Συν. Πρακτικά 9ης Συν./19.5.2010), ορίζεται ότι : «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει». Τέτοιες δικονομικές διατάξεις είναι και αυτές του άρθρου 904 παρ. 2 περ. ε΄ του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με τις οποίες χωρεί αναγκαστική εκτέλεση βάσει «διαταγής πληρωμής» που έχει εκδοθεί από έλληνα δικαστή.

Από τις διατάξεις αυτές, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη, συνάγεται ότι η Διοίκηση υποχρεούται να συμμορφώνεται και στον εκτελεστό τίτλο της διαταγής πληρωμής, αφού παρέχεται η δυνατότητα υλοποίησής της με την αναγκαστική εκτέλεσή της, κατ’ εφαρμογή της εγγυώμενης – από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. και 2 παρ. 3 έως και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα – πραγμάτωσης των προβλεπομένων από την έννομη τάξη δικαιωμάτων (βλ. Ολ. Ελ. Συν. Πρακτικά 7ης Συν./19.3.2003, Θέμα Α΄, και 9ης Συν./19.5.2010). Εκ τούτων παρέπεται ότι η διαταγή πληρωμής, ως εκτελεστός τίτλος, ανεξαρτήτως του ότι για να αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου απαιτείται η τήρηση των οριζόμενων στα άρθρα 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., οπότε ισοδυναμεί με τελεσίδικη επιδίκαση απαίτησης (βλ. Ολ. Ελ. Συν. Πρακτικά 3ης Συν./26.1.2011, Θέμα Β΄), αποτελεί σε κάθε περίπτωση νόμιμο δικαιολογητικό πληρωμής δαπάνης, το δε Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση τόσο του προληπτικού ελέγχου των δαπανών, όσο και του κατασταλτικού ελέγχου των δημοσίων εν γένει διαχειρίσεων υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις διαταγές πληρωμής, δοθέντος ότι, αν και κατά το άρθρο 17 παρ. 3 του π.δ/τος 774/1980, ελέγχοντας τα παρεμπιπτόντως αναφυόμενα ζητήματα, δεσμεύεται μόνο από το δεδικασμένο, εν προκειμένω δεν αποτελεί παρεμπίπτον ζήτημα η ορθότητα ή μη της έκδοση της διαταγής πληρωμής(πρβλ. Ολ. Ελ. Συν. Πρακτικά 9ης Συν./19.5.2010), δεδομένου μάλιστα ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής από πολιτικό δικαστή, κατά τη διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του Κ. Πολ.Δικ., εντάσσεται στην άσκηση δικαστικής αρμοδιότητας, και, συνεπώς, ο έλεγχος της ορθότητας της αποφάσεως του δικαστή, που δέχθηκε την αίτηση εκδόσεως διαταγής πληρωμής, έστω και για απαίτηση από υποκείμενη σχέση δημοσίου δικαίου, ανήκει αποκλειστικά στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 18/2005, Ολ. ΣτΕ 2490/2006, Πρακτ. Ολομ. Ελ. Συν. 3η Γ.Συν./26.11.2011).

Αντίθετα, κατά τη γνώμη του Προέδρου Ιωάννη Καραβοκύρη, του Αντιπροέδρου Νικόλαου Αγγελάρα και των Συμβούλων Ευάγγελου Νταή, Άννας Λιγωμένου, Γεωργίου Βοΐλη, Μαρίας Αθανασοπούλου, Ελένης Λυκεσά, Ευαγγελίας – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Σταματίου Πουλή, Δημητρίου Πέππα, Δέσποινας Καββαδία – Κωνσταντάρα και Αγγελικής Μυλωνά, που μειοψήφησαν, σε περίπτωση, κατά την οποία ως δικαιολογητικό δαπάνης προσκομίζεται διαταγή πληρωμής, η έκδοση της οποίας από πολιτικό δικαστή δεν επιτρέπεται για την ικανοποίηση απαιτήσεων εις βάρος του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ., χωρίς εκ του λόγου αυτού να τίθεται θέμα άνισης μεταχείρισης των ιδιωτών κατά την εκδίκαση των διαφορών τους με το Δημόσιο, η διαταγή πληρωμής ως εκτελεστός τίτλος δεν εκτελείται εις βάρος του δημοσίου ή του ν.π.δ.δ., εκτός αν στηρίζεται σε τελεσίδικη απόφαση δικαστηρίου, και το Ελεγκτικό Συνέδριο διατηρεί την εξουσία του παρεμπίπτοντος ελέγχου του, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, νομίμου και υπαρκτού της απαίτησης, ακόμη και αν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 663 του Κ.Πολ.Δικ. (βλ. μειοψηφία στα Πρακτικά Ολ. Ελ.Συν. 3ης Γ.Συν./26.1.2011).

5. Στην υπό κρίση υπόθεση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα εξής : Με την 86/20.12.2003 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της Κοινότητας Λεοντίου Αχαΐας εγκρίθηκε, κατά πλειοψηφία, η πληρωμή δαπάνης, ύψους 26.033,75 ευρώ, για την «προμήθεια σωλήνων που είχε κάνει η Κοινότητα τα προηγούμενα χρόνια», η πίστωση της οποίας «δεν πληρώθηκε λόγω οικονομικής αδυναμίας», σε συμμόρφωση με την 322/21.7.2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε εις βάρος της Κοινότητας και υπέρ του φερόμενου ως προμηθευτή αυτής Φωτίου Κατσαΐτη, βάσει σειράς τιμολογίων αυτού που εκδόθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 13.9.2000 έως 2.8.2002, ψηφίστηκε δε και σχετική ισόποση πίστωση στον Κ.Α. 413.0 του οικείου προϋπολογισμού. Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής απόφασης του κοινοτικού συμβουλίου εκδόθηκε το 38, οικονομικού έτους 2004, χρηματικό ένταλμα πληρωμής της Κοινότητας Λεοντίου, ποσού 15.033,75 ευρώ, με δικαιούχο τον προαναφερόμενο προμηθευτή (Φώτιο Κατσαΐτη), το οποίο και απεστάλη προς πληρωμή στην ταμειακή υπηρεσία του Δήμου Φαρρών, που διεξάγει και την ταμειακή υπηρεσία της Κοινότητας Λεοντίου. Η δημοτική ταμίας του Δήμου Φαρρών, με το 4889/20.7.2004 έγγραφό της, μη αρκεσθείσα στη συνημμένη στο επίμαχο ένταλμα ως άνω διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αρνήθηκε να το εξοφλήσει, με την αιτιολογία ότι δεν επισυνάπτονται σε αυτό τα νόμιμα «δικαιολογητικά (τιμολόγια, συμφωνητικό, πρωτόκολλο παραλαβής, αποφάσεις Κοινοτικού Συμβουλίου, μελέτες)». Ο τότε εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) Πρόεδρος της Κοινότητας, με το 1657/5.10.2004 έγγραφό του, προσκόμισε αντίγραφα των τιμολογίων των επίμαχων προμηθειών και γνώρισε στην ως άνω ταμία ότι δεν υπάρχουν τα λοιπά δικαιολογητικά που ζητήθηκαν, παρά μόνο τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα τιμολογίων, ζήτησε δε από τη δημοτική ταμία να προβεί στην εξόφληση του ως άνω εντάλματος, με ευθύνη του. Με το 7029/14.10.2004 έγγραφο της δημοτικής ταμίου του Δήμου Φαρρών, υποβλήθηκε το ως άνω χρηματικό ένταλμα στην αρμόδια 1η Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Αχαΐας και κινήθηκε η διαδικασία του κατά προτεραιότητα ελέγχου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 236 παρ. 2 του π.δ/τος 410/1995, επιδόθηκε δε στον ήδη αναιρεσείοντα το 24/1/24.1.2005 φύλλο μεταβολών και ελλείψεων, εις απάντηση του οποίου αυτός κατέθεσε το 190/22.4.2005 υπόμνημα, χωρίς, όμως, να προσκομίσει τα ελλείποντα δικαιολογητικά ή να καταβάλει το σχετικό ποσό. Κατόπιν τούτων, καταλογίστηκε με την πράξη της Επιτρόπου εις βάρος αυτού, υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου της Κοινότητας, το προαναφερόμενο ποσό των 15.033,75 ευρώ, με την αιτιολογία ότι η Κοινότητα Λεοντίου δεν είχε υποχρέωση συμμόρφωσης στην ως άνω διαταγή πληρωμής, ενώ, περαιτέρω, δεν ήταν νόμιμη η απευθείας ανάθεση των ως άνω προμηθειών, αφού έγινε χωρίς αιτιολογημένη απόφαση των αρμοδίων οργάνων, χωρίς την κατάρτιση σύμβασης και χωρίς να συνταχθεί πρωτόκολλο παραλαβής αυτών, ενώ δεν προσκομίστηκαν και τα πρωτότυπα τιμολόγια των εν λόγω προμηθειών. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι νομίμως καταλογίσθηκε ο τότε εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) με το ως άνω ποσόν, με την αιτιολογία ότι η διενεργηθείσα με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δαπάνη δεν είναι νόμιμη, καθόσον οι ως άνω προμήθειες διενεργήθηκαν χωρίς να προηγηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 23 παρ. 2 του Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α. αιτιολογημένη απόφαση, χωρίς να τηρηθεί ο προβλεπόμενος στα άρθρα 24 και 25 Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α. έγγραφος τύπος σύμβασης και χωρίς να συνταχθεί νόμιμο πρωτόκολλο παραλαβής αυτών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 28 Ε.Κ.Π.Ο.Τ.Α., ενώ, εξάλλου, η ίδια δαπάνη είναι και μη κανονική, αφού δεν προσκομίστηκαν τα αναγκαία πρωτότυπα τιμολόγια για τις προμήθειες, στις οποίες αφορούσε το επίμαχο χρηματικό ένταλμα. Περαιτέρω, το δικάσαν Τμήμα απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς του τότε εκκαλούντος (και ήδη αναιρεσείοντος) ότι η Κοινότητα Λεοντίου είχε υποχρέωση συμμόρφωσης στην 322/21.7.2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, αφού αυτή εκδόθηκε πριν από την ισχύ του ν. 3301/2004, ο οποίος άλλωστε είναι αντισυνταγματικός, και ότι μη νόμιμα ελέγχθηκε η νομιμότητα των ενσωματούμενων στη διαταγή πληρωμής αξιώσεων από τη δημοτική ταμία, καθόσον αυτή αποτελούσε νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό της δαπάνης. Η απορριπτική αυτή κρίση του Τμήματος στηρίχθηκε στην αιτιολογία ότι, εφόσον, όπως προέκυπτε από το προσκομιζόμενο, με το από 27.11.2007 υπόμνημα της Κοινότητας Λεοντίου, 289/26.3.2007 πιστοποιητικό της Γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της ανακοπής, ούτε άλλωστε προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου ότι επιδόθηκε αυτή στην καθ’ ης Κοινότητα για δεύτερη φορά, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 633 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η ανωτέρω διαταγή πληρωμής δεν είχε εξοπλιστεί με δύναμη δεδικασμένου και δεν γεννούσε, ως εκ τούτου, υποχρέωση συμμόρφωσης στην καθ’ ης Κοινότητα, δεν αποτελούσε δε πλήρες δικαιολογητικό της σχετικής δαπάνης, συνεπώς δεν δέσμευε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην κρίση του για τη νομιμότητά της και, κατ’ ακολουθίαν, νομίμως εξετάστηκε από τη δημοτική ταμία του Δήμου Φαρρών η νομιμότητα των ενσωματούμενων σε αυτήν αξιώσεων.

6. Αυτά δεχθείσα η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλε, κατά την πλειοψηφούσα γνώμη (σκέψη 4), ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 94 παρ. 4 εδαφ. γ΄ και 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 1 του ν. 3068/2002 και 904 παρ. 2 περ. ε΄ του Κ.Πολ.Δ. και 17 παρ. 3 του π.δ/τος 774/1980, καθόσον η διαταγή πληρωμής υποχρεώνει τη διοίκηση σε συμμόρφωση και αποτελεί νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό δαπάνης, δεσμεύοντας έτσι και το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του ανατεθέντος σ’ αυτό από το Σύνταγμα (άρθρο 98) προληπτικού και κατασταλτικού ελέγχου, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να έχει εξοπλιστεί με ισχύ δεδικασμένου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 633 του Κ.Πολ.Δ.. Και ναι μεν μόνο το δεδικασμένο εμποδίζει κατ’ άρθρο 17 παρ. 3 του π.δ/τος 774/1980 το Ελεγκτικό Συνέδριο από τον έλεγχο των παρεμπιπτόντως αναφυομένων ζητημάτων, πλην όμως στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί παρεμπίπτον ζήτημα, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η ορθότητα ή μη της έκδοσης της διαταγής πληρωμής. Κατόπιν αυτών και λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο, τον χρόνο δηλαδή πληρωμής της επίμαχης δαπάνης, δεν ίσχυε σε κάθε περίπτωση ο ν. 3301/2004 (Α΄ 263/23.12.2004), με το άρθρο 20 του οποίου και ανεξαρτήτως της συμβατότητας των ρυθμίσεών του με τα άρθρα 95 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 2 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και 6 της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. Ολ. Ελ. Συν. Πρακτικά 9ης Σ/19.5.2010), ορίσθηκε ότι δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 3068/2002 οι εκτελεστοί τίτλοι των εδαφίων γ΄ έως ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 904 του Κ.Πολ.Δ., μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι διαταγές πληρωμής (εδαφ. ε΄), πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικά προβαλλόμενου πρώτου λόγου του αναιρετηρίου, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων.

Αντίθετα, κατά την άποψη της μειοψηφίας (βλ. σκέψη 4), η εκδοθείσα από πολιτικό δικαστή διαταγή πληρωμής, σε συμμόρφωση προς την οποία εκδόθηκε το επίμαχο χρηματικό ένταλμα και για την οποία δεν είχε τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 633 του Κ.Πολ.Δ., δεν αποτελεί νόμιμο δικαιολογητικό πληρωμής της επίδικης δαπάνης και δεν δεσμεύει κατά το άρθρο 17 παρ. 3 του π.δ/τος 774/1980 το Ελεγκτικό Συνέδριο. Για το λόγο αυτό, δεν έσφαλε το Τμήμα δεχθέν ότι η ως άνω διαταγή πληρωμής δεν δέσμευε το Ελεγκτικό Συνέδριο, αν και με εν μέρει άλλη αιτιολογία, και συνεπώς έπρεπε, κατά τη γνώμη αυτή της μειοψηφίας, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και να εξετασθεί η βασιμότητα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου.

7. Ακολούθως, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου αναίρεσης, που κατατέθηκε για την άσκηση της ένδικης αίτησης, στον αναιρεσείοντα (άρθρα 61 παρ. 3 και 117 του π.δ/τος 1225/1981) και να απαλλαγούν, εν όλω, μετ’ εκτίμηση των περιστάσεων, οι καθ’ ων η αίτηση αναίρεσης από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως αντικαταστάθηκε από 4.7.2006 με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006). Δοθέντος δε ότι η υπόθεση δεν χρήζει διερεύνησης ως προς το πραγματικό της μέρος, πρέπει να διακρατηθεί και να δικασθεί περαιτέρω στην ουσία από την Ολομέλεια.

8. Στην ένδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, που αναλυτικά αναφέρονται ανωτέρω (σκέψη 5), ο εκκαλών, Πρόεδρος της Κοινότητας Λεοντίου Ν. Αχαΐας, καταλογίστηκε με την ήδη προσβαλλόμενη 13/5.6.2006 πράξη της Επιτρόπου στην 1η Υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Ν. Αχαΐας, στο πλαίσιο άσκησης του κατά το άρθρο 236 παρ. 2 του π.δ/τος 410/1995 ειδικού κατά προτεραιότητα κατασταλτικού ελέγχου, με το ποσό των 15.033,75 ευρώ που καταβλήθηκε στον προμηθευτή Φώτιο Κατσαΐτη με βάση το 38, οικονομικού έτους 2004, χρηματικό ένταλμα πληρωμής της Κοινότητας, το οποίο, εκδοθέν σε συμμόρφωση προς την 322/21.7.2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε σε βάρος της Κοινότητας και υπέρ του ανωτέρω προμηθευτή βάσει σειράς τιμολογίων του εκδοθέντων κατά το χρονικό διάστημα από 13.9.2000 έως 2.8.2002, εξοφλήθηκε με εντολή του, παρά τις αντιρρήσεις της αρμόδιας ταμίου, που ανάγονταν στο ότι δεν επισυνάπτονταν τα νόμιμα δικαιολογητικά (τιμολόγια, συμφωνητικό, πρωτόκολλο παραλαβής, αποφάσεις κοινοτικού συμβουλίου), και δεν αποτελούσε νόμιμο δικαιολογητικό, που αποδείκνυε την απαίτηση του προμηθευτή, η συνημμένη διαταγή πληρωμής. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με όσα έγιναν αναιρετικώς δεκτά ανωτέρω (σκέψη 6), η Κοινότητα είχε υποχρέωση συμμόρφωσης στον εκτελεστό τίτλο της διαταγής πληρωμής, η οποία, ούσα νόμιμο και πλήρες δικαιολογητικό της εντελλόμενης με το επίμαχο χρηματικό ένταλμα δαπάνης, δεσμεύει και το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά την άσκηση του κατά το άρθρο 236 παρ. 2 του π.δ/τος 410/1995 ειδικού κατά προτεραιότητα κατασταλτικού ελέγχου, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να έχει εξοπλιστεί αυτή με δύναμη δεδικασμένου κατά τις διατάξεις του άρθρου 633 του Κ.Πολ.Δ.. Συνεπώς, κατά τον βασίμως προβαλλόμενο σχετικό λόγο έφεσης, δεν είναι νόμιμη η προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη και πρέπει, κατά παραδοχή της έφεσης, να ακυρωθεί αυτή και να απαλλαγεί ο εκκαλών από τον επιβληθέντα εις βάρος του καταλογισμό.

9. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, δεκτής γενομένης της έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου της έφεσης που κατέθεσε ο εκκαλών για την άσκησή της (άρθρο 56 παρ. 4 του π.δ/τος 774/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 3659/2008) και να απαλλαγούν, εν όλω, μετ’ εκτίμηση των περιστάσεων, τα εφεσίβλητα νομικά πρόσωπα από τα δικαστικά του έξοδα (άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής δικονομίας σε συνδυασμό με το άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως αντικαταστάθηκε από 4.7.2006 με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006).

Για τους λόγους αυτούς

Δέχεται την από 6.7.2009 (αριθμ. καταθ. 329/8.7.2009) αίτηση του Χρήστου Σολωμού του Κωνσταντίνου για αναίρεση της 1838/2008 απόφασης του VII Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης στον αναιρεσείοντα.

Απαλλάσσει εν όλω τα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

Διακρατεί και δικάζει την έφεση που άσκησε αυτός κατά της 13/5.6.2006 καταλογιστικής πράξης της Επιτρόπου της 1ης Υπηρεσίας Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο Νομό Αχαΐας.

Ακυρώνει την καταλογιστική αυτή πράξη.

Διατάσσει την απόδοση στον εκκαλούντα του κατατεθέντος παραβόλου έφεσης. Και

Απαλλάσσει εν όλω τα εφεσίβλητα νομικά πρόσωπα τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ
   
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ   ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 7 Ιουνίου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ