ΕΣ 1114/2007, ΟΛΟΜ., ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ, ΕΦΕΣΗ ΚΑΤΑ ΠΡΑΞΕΩΣ ΚΛΙΜΑΚΙΟΥ ΕΠΙ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΣ, Η ΕΦΕΣΗ ΣΤΟ ΕΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΔΙΚΟ ΒΟΗΘΗΜΑ ΣΑΝ ΠΡΟΣΦΥΓΗ, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΠΡΟΤΑΘΟΥΝ ΝΕΟΙ ΛΟΓΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ ΣΤΟ ΚΛΙΜΑΚΙΟ

ΕΣ Ολομ

===================

1114/2007 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

 

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2007, με την ακόλουθη σύνθεση : Ευστάθιος Ροντογιάννης, Προεδρεύων Αντιπρόεδρος, Ιωάννης Καραβοκύρης, Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελάρας, Κωνσταντίνος Κανδρής, Αντώνιος Τομαράς, Αντιπρόεδροι, Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Θεοχάρης Δημακόπουλος, Φλωρεντία Καλδή, Γεώργιος Κωνσταντάς, Διονύσιος Λασκαράτος, Μιχαήλ Ζυμής, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου (εισηγήτρια), Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας και Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα, Σύμβουλοι (ο Πρόεδρος Γεώργιος-Σταύρος Κούρτης, οι Αντιπρόεδροι Ελένη Φώτη και Ιωάννης Μπαλαφούτης και οι Σύμβουλοι Σωτηρία Ντούνη, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος και Ευαγγελία-Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, απουσίασαν δικαιολογημένα),

Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας : Γεώργιος Σχοινιωτάκης,

Γραμματέας : Δήμητρα Παρασκευοπούλου, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου,

Για  να δικάσει την από 3 Ιανουαρίου 2005 (αριθμ. κατάθ. 14/18.1.2005) για αναίρεση της 1167/2003 οριστικής απόφασης του  Ι  Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον  Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που παραστάθηκε διά του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη,

κ α τ ά   του Ηλία Κάμτσιου του Κωνσταντίνου, ο οποίος απεβίωσε στις 31.8.2006, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης και τη δίκη συνεχίζουν τα τέκνα αυτού  Κωνσταντίνα Κάμτσιου του Ηλία, κάτοικος Αγίας Παρασκευής  Αττικής (οδός Ευαγγελιστρίας αριθ. 16), που παραστάθηκε υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρου και Αθανάσιος Κάμτσιος του Ηλία, κάτοικος ομοίως Αγίας Παρασκευής  Αττικής (οδός Σχολείου αριθ. 13), που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίου του δικηγόρου Κωνσταντίνας Ηλία Κάμτσιου.

Με την  6017/1999 πράξη του Α΄ Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου απορρίφθηκε ένσταση του αρχικώς αναιρεσίβλητου και ήδη αποβιώσαντος Ηλία Κων/νου Κάμτσιου κατά της 110476/98/20.1.1999 πράξης του Υπουργού Οικονομικών (45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), τροποποιηθείσας με την οικ.55379/13.5.1999  όμοια, με την οποία είχε καταλογισθεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 του ν. 1505/1984 και 12 του  ν. 2470/1997, με το ποσό των 861.356 δραχμών, το οποίο εισέπραξε ως πολιτικός συνταξιούχος μαζί με τη σύνταξή του αχρεωστήτως από το Δημόσιο, ως επίδομα οικογενειακών βαρών – οικογενειακή παροχή (συζύγου) και αναλογούσα επ’ αυτού Α.Τ.Α. για το χρονικό διάστημα από 1.1.1991 μέχρι 28.2.1999, για το λόγο ότι η σύζυγός του είχε αποβιώσει στις 24.7.1981. Ως αιτιολογία της απόρριψης η πράξη διέλαβε τη μη επίκληση εκ μέρους του αποβιώσαντος της συνδρομής στο πρόσωπό του οικονομικής αδυναμίας επιστροφής του καταλογισθέντος σε βάρος του ποσού, προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει σωρευτικώς με τη γενόμενη δεκτή από το Κλιμάκιο καλόπιστη είσπραξη εκ μέρους του  του επίδικου ποσού για τη μερική ή ολική  άρση του καταλογισμού κατ’ εφαρμογή των αρχών της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη 1167/2003 απόφαση του Ι Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού έγινε εν μέρει δεκτή η από 23.4.2000 έφεση του αρχικώς αναιρεσίβλητου κατά της ανωτέρω πράξης του Α΄ Κλιμακίου και κατά μεταρρύθμιση αυτής περιορίστηκε το καταλογισθέν σε βάρος αυτού ποσό σε 880,41 ευρώ (300.000 δραχμές), αφού έγινε δεκτή η συνδρομή στο πρόσωπό του πλην της καλόπιστης είσπραξης και μερικής οικονομικής αδυναμίας προς επιστροφή ολοκλήρου του καταλογισθέντος ποσού.

Με την αίτηση που κρίνεται και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Ι Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :

Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το αναιρεσείον  Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, διότι δεν υπάρχει οικονομική αδυναμία, λόγος που δεν είχε προβληθεί ενώπιον του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Την πληρεξούσια δικηγόρο των ήδη αναιρεσίβλητων, που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και

Το Γενικό Επίτροπο της  Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε ομοίως την απόρριψη αυτής.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Αντιπρόεδρο Κωνσταντίνο Κανδρή και τις Συμβούλους Ανδρονίκη Θεοτοκάτου και Ασημίνα Σαντοριναίου που απουσίασαν λόγω κωλύματος και τη Σύμβουλο Δέσποινα Καββαδία-Κωνσταντάρα που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 2 του ν.1968/1991.

 

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα  και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

Αποφάσισε τα εξής :

Ι. Η ένδικη αίτηση, με την οποία ζητείται η αναίρεση της 1167/2003 οριστικής απόφασης του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρα 61 παρ. 1 και 117 π.δ. 1225/1981), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα και  για τη συζήτησή  της  τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία. Συνεπώς είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των  λόγων αυτής.

ΙΙ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η από 23.4.2000 έφεση του αρχικώς αναιρεσίβλητου (ήδη αποβιώσαντος) πολιτικού συνταξιούχου κατά της  6017/1999  πράξης του Α΄ Κλιμακίου του Δικαστηρίου αυτού, απορριπτικής  ένστασής του κατά της 110476/98/20.1.1999 πράξης του Υπουργού Οικονομικών (45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους), τροποποιηθείσας με την οικ.55379/13.5.1999  όμοια, με την οποία είχε καταλογισθεί σε βάρος του,  κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 του ν. 1505/1984 και 12 του ν. 2470/1997, το ποσό των 861.356 δραχμών ως αχρεωστήτως καταβληθέν σ’ αυτόν από το Δημόσιο μαζί με τη σύνταξή του επίδομα οικογενειακών βαρών – οικογενειακή παροχή (συζύγου) και αναλογούσα  επ’ αυτού  Α.Τ.Α. για το χρονικό διάστημα από 1.1.1991  έως 28.2.1999, γιατί  η σύζυγός του είχε αποβιώσει στις 24.7.1981, μεταρρυθμίστηκε η ως άνω πράξη  του Α΄ Κλιμακίου και περιορίστηκε το καταλογισθέν   σε βάρος του ποσό  σε 880,41  ευρώ (300.000 δρχ.), δεκτού γενομένου, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής και εύρυθμης Διοίκησης, ότι καλοπίστως εισπράχθηκε από μέρους του το συνολικό ποσό, του οποίου η καταβολή θα δημιουργήσει σ’ αυτόν απρόβλεπτες οικονομικές δυσχέρειες, ενώ η επιστροφή μόνο του ανωτέρω μέρους αυτού ευρίσκεται μέσα στα όρια των οικονομικών  του δυνατοτήτων, χωρίς να προκαλέσει άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσής του. Με την κρινόμενη αίτηση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλοντας  ως λόγους αναίρεσης  αυτής : α) όπως το περιεχόμενο του λόγου αυτού εκτιμάται από το Δικαστήριο, παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας λόγω πλημμελούς αιτιολογίας της πληττόμενης απόφασης, με την ειδικότερη αιτίαση της λήψης υπόψη από το δικάσαν Τμήμα μη νομίμως προβληθέντος ενώπιόν του με το δικόγραφο της κριθείσας έφεσης του αρχικώς αναιρεσίβλητου ισχυρισμού και ειδικότερα του ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπό του οικονομικής αδυναμίας προς επιστροφή του καταλογισθέντος σε βάρος του ποσού, ισχυρισμός ο οποίος δεν είχε  προβληθεί ενώπιον του Κλιμακίου  με την ένσταση του ανωτέρω  κατά της καταλογιστικής πράξης του Υπουργού Οικονομικών και β) εσφαλμένη εφαρμογή των διεπουσών την επίδικη υπόθεση αρχών της χρηστής  και εύρυθμης διοίκησης από το δικαστήριο της ουσίας, κατά το μέρος που δέχθηκε μερική οικονομική αδυναμία του αρχικώς αναιρεσίβλητου προς επιστροφή του καταλογισθέντος ποσού.

ΙΙΙ.  Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 1 του π.δ. 774/1980 (άρθρο 5 παρ. 1 Ν. 4448/1964) προκύπτει ότι κατά των πράξεων του Υπουργού Οικονομικών, που αφορούν καταλογισμό αχρεωστήτως  ληφθείσας σύνταξης, δύναται να ασκηθεί από τον ενδιαφερόμενο ένσταση εντός της οριζόμενης προθεσμίας ενώπιον του αρμοδίου Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με την ένσταση αυτή μπορούν να  προβληθούν  παράπονα του ενισταμένου κατά της καταλογιστικής πράξης,  που αναφέρονται  σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα  του οργάνου που την εξέδωσε, το  δε  Κλιμάκιο, που αποτελεί  δικαστικό σχηματισμό, ελέγχει  όχι μόνο τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης  πράξης,  αλλά επανεξετάζει  και κατ’ ουσία την υπόθεση,  οι πράξεις δε που εκδίδονται  απ’ αυτό επί των ανωτέρω  ενστάσεων είναι δικαστικής φύσεως. Κατά των πράξεων του Κλιμακίου που εκδίδονται  κατόπιν  των ως άνω  ενστάσεων  δύναται ν’ ασκηθεί, στη συνέχεια, από τον έχοντα έννομο συμφέρον, εντός  της οριζόμενης προθεσμίας, το  ένδικο βοήθημα της έφεσης  ενώπιον του αρμοδίου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η οριοθέτηση της μεταβίβασης  της υπόθεσης  στο οικείο Τμήμα επέρχεται με τους λόγους έφεσης  και ενδεχομένως  με τους πρόσθετους  λόγους, με τους οποίους  ελέγχεται  η ορθότητα  της προσβαλλόμενης πράξης. Η έφεση, παρά την ονομασία  της αυτή από το νομοθέτη, αποτελεί  στην πραγματικότητα  «προσφυγή» ουσίας κατά της πράξης του Κλιμακίου, το δε   Δικαστήριο  επιλαμβάνεται  στην περίπτωση αυτή του ελέγχου  της πράξης τόσο από νομικής απόψεως και  εξετάζει τη νομιμότητα αυτής, όσο και από ουσιαστικής  απόψεως, αφού διαπιστώσει  τη συνδρομή  των πραγματικών  περιστατικών  και προβεί στην ουσιαστική εκτίμηση αυτών. Και ναι μεν  οι λόγοι της έφεσης,  όπως και οι λόγοι της ένστασης,  αποτελούν  παράπονα του εκκαλούντος κατά της προσβαλλόμενης  πράξης, που αναφέρονται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα στα οποία υπέπεσε το Κλιμάκιο,  ο εκκαλών,  όμως, δικαιούται  να προβάλει ενώπιον του Τμήματος  οποιονδήποτε, έστω και μη προβληθέντα ενώπιον του Κλιμακίου  με την ένστασή του, ισχυρισμό, με τον οποίο επιδιώκεται η ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης  πράξης, αρκεί να μην  μεταβάλλεται το αντικείμενο της δίκης, το οποίο  στην προκειμένη περίπτωση  ταυτίζεται με το αίτημα της  ασκηθείσας   ένστασης, όπως θεμελιώνεται από τα πραγματικά περιστατικά που το στηρίζουν.

IV. Στην υπό  κρίση υπόθεση, με την αναιρεσιβαλλόμενη  απόφαση έγιναν ανελέγκτως  ως προς τα  πραγματικά περιστατικά δεκτά τα ακόλουθα: Ο αρχικώς αναιρεσίβλητος,   που γεννήθηκε την 13.6.1917, πρώην δικαστικός λειτουργός, αποχώρησε από την ενεργό υπηρεσία την 30.6.1984, λόγω συμπλήρωσης του 67ου  ορίου της ηλικίας του και συνταξιοδοτήθηκε από 21.10.1984. Με την από 1.12.1998 αίτηση –  αναφορά του, υπέβαλε  προς την 45η Διεύθυνση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αντίγραφο  ληξιαρχικής πράξης θανάτου της συζύγου του, η οποία απεβίωσε την 24.7.1981. Ακολούθως, η ως άνω Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. διέκοψε από 1.3.1999 την καταβολή του επιδόματος συζύγου, το οποίο ο αρχικώς αναιρεσίβλητος ελάμβανε με τη σύνταξή του και περαιτέρω, με την 110476/98/20.1.1999 πράξη της 45ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., που εκδόθηκε με εντολή του Υπουργού Οικονομικών, καταλογίσθηκε, με το ποσό των 1.102.564 δραχμών, το οποίο εφέρετο ότι εισέπραξε αχρεωστήτως, από 21.10.1984 έως 28.2.1999, μαζί με τη σύνταξή του, για επίδομα οικογενειακών βαρών (συζύγου) με την αναλογούσα επ’ αυτού Α.Τ.Α., καθώς και για οικογενειακή παροχή του άρθρου 12 του ν. 2470/1997. Κατά της ανωτέρω πράξης, ο ανωτέρω άσκησε ενώπιον του Α΄ Κλιμακίου του Δικαστηρίου τούτου, την από 18.2.1999 ένσταση, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της προσβληθείσας πράξης ή άλλως τον περιορισμό του ποσού του καταλογισμού στο ποσό των 680.000 δραχμών, διότι σύμφωνα με σχετικό ισχυρισμό του, το ως άνω επίδομα δεν του καταβλήθηκε με τη σύνταξή του για όλο το χρονικό διάστημα που ανέφερε η καταλογιστική πράξη, ήτοι από 21.10.1984 έως 28.2.1999, αλλά από τον Ιανουάριο του έτους 1991. Ύστερα από την υποβολή της ανωτέρω ένστασης, διενεργήθηκε από τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης επανέλεγχος σχετικά με το ανωτέρω ζήτημα και με την 55379/13.5.1999 πράξη της 45ης  Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., που εκδόθηκε με εντολή του Υπουργού Οικονομικών, τροποποιήθηκε η 110476/98/20.1.1999 πράξη και περιορίσθηκε το ποσό του καταλογισμού στο ύψος των 861.356 δραχμών, με την αιτιολογία ότι το επίδομα οικογενειακών βαρών (συζύγου) άρχισε να καταβάλλεται στον αρχικώς αναιρεσίβλητο όχι από την ημερομηνία που δικαιώθηκε σύνταξης (21.10.1984), αλλά από 1.1.1991, γεγονός το οποίο βεβαιώνετο και στο με αριθ. 32253/99/14.5.1999 έγγραφο της 45ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ.. Από το 111770/99/9.11.1999 έγγραφο δε, της ως άνω Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., που εκδόθηκε σε εκτέλεση των Πρακτικών της 21ης/21.9.1999 Συνεδρίασης του Α΄ Κλιμακίου του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο περιλάμβανε τον αναλυτικό υπολογισμό του καταλογισθέντος ποσού, προέκυπτε  ότι το ποσό που καταβλήθηκε σ’ αυτόν για επίδομα συζύγου και διαφορές Α.Τ.Α. από 1.1.1991 μέχρι 28.2.1999 ανέρχονταν στο ύψος των 861.356 δραχμών. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις εκτεθείσες στη μείζονα σκέψη της πληττόμενης απόφασης διατάξεις  το Τμήμα έκρινε ότι νομίμως καταλογίσθηκε ο αρχικώς αναιρεσίβλητος με την προσβληθείσα πράξη, με το ποσό των 861.356 δραχμών, το οποίο εισέπραξε αχρεωστήτως ως επίδομα οικογενειακών βαρών (συζύγου) και μετέπειτα οικογενειακή παροχή και αναλογούσα επ’ αυτών αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή (Α.Τ.Α.), από 1.1.1991 μέχρι 28.2.1999, αφού κατά το χρονικό αυτό διάστημα, δεν δικαιούνταν το επίδομα οικογενειακών βαρών (συζύγου) ή την οικογενειακή παροχή αφού βρισκόταν σε κατάσταση χηρείας, για τα δε δύο τέκνα του δεν δικαιολογείτο η καταβολή οικογενειακού επιδόματος ή προσαύξησης (τέκνων), αφού κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, είχαν συμπληρώσει το 18ο και σε κάθε περίπτωση και το 24ο έτος της ηλικίας τους. Περαιτέρω, το  δικάσαν Τμήμα, κατ’ εφαρμογή των αρχών της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, στις οποίες, κατά πάγια  νομολογία του Δικαστηρίου αυτού, αντίκειται  η αναζήτηση  μετά πάροδο  μακρού χρόνου χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως  για συντάξεις, εφόσον  συντρέχει καλόπιστη είσπραξη των ποσών αυτών, η δε επιστροφή τους δημιουργεί  στους αχρεωστήτως  λαβόντες  απρόβλεπτες οικονομικές  δυσχέρειες, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσης των ίδιων και των οικογενειών τους, αποφάνθηκε  ότι συνέτρεχε  στο πρόσωπο του αρχικώς αναιρεσίβλητου  καλή πίστη ως προς την  είσπραξη του καταλογισθέντος σε βάρος του ποσού,  καθόσον  η αιφνίδια  έναρξη  από 1.1.1991 της καταβολής σ’ αυτόν  με τη σύνταξή του  και του επιδόματος  οικογενειακών βαρών (συζύγου) οφείλετο σε λάθος της Διοίκησης, η οποία  από την ημερομηνία συνταξιοδότησής  του μέχρι την 1.1.1991  δεν του κατέβαλε το επίδομα αυτό, ενώ από την 1.1.1991 άρχισε  να του το καταβάλει, καίτοι δεν συνέτρεχαν  οι νόμιμες  προϋποθέσεις  προς τούτο και ο ίδιος  δε συνέβαλε  με δικές του ενέργειες  στην έναρξη  από 1.1.1991 καταβολής  του ως άνω επιδόματος. Ακολούθως, το Τμήμα, αφού εκτίμησε τα υποβληθέντα ενώπιόν του σχετικά με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση  του αρχικώς αναιρεσίβλητου στοιχεία, έκρινε ότι τυχόν υποχρέωση  αυτού προς καταβολή ολοκλήρου του καταλογισθέντος ποσού θα δημιουργήσει  σ’ αυτόν   απρόβλεπτες οικονομικές δυσχέρειες, ενώ η επιστροφή  μέρους μόνο αυτού και  συγκεκριμένα ποσού 880,41  ευρώ (ή 300.000 δραχμών) ευρίσκεται  μέσα στα όρια των οικονομικών δυνατοτήτων  του, χωρίς να προκαλέσει  άμεση δυσμενή  επίδραση στα μέσα διαβίωσής του και συνακόλουθα, κατά μερική παραδοχή της κριθείσας έφεσης και μερική παραδοχή του αντίστοιχου προβληθέντος  λόγου  εφέσεως, μεταρρύθμισε την προσβληθείσα  πράξη του Α΄ Κλιμακίου και περιόρισε  το καταλογισθέν  σε βάρος του αρχικώς  αναιρεσίβλητου  ποσό ως  ανωτέρω. Με βάση τις παραδοχές  αυτές της πληττόμενης  απόφασης  και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν  στη σκέψη ΙΙΙ της παρούσας,  το Δικαστήριο κρίνει ότι  παραδεκτώς  προεβλήθη ενώπιον  του δικάσαντος  Τμήματος   με την κριθείσα  έφεση ο ισχυρισμός   περί συνδρομής  στο πρόσωπο του αρχικώς  αναιρεσίβλητου  οικονομικής αδυναμίας προς επιστροφή του καταλογισθέντος σε βάρος του ποσού, καίτοι ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί με την ασκηθείσα  ένστασή του ενώπιον του Κλιμακίου και συνεπώς το Τμήμα, που έλαβε  υπόψη το σχετικό λόγο εφέσεως και αποφάνθηκε  επ’ αυτού,  ουδένα ουσιώδη  τύπο της διαδικασίας παρέβη,  ώστε ο περί του  αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρεσείοντος  Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VΕξάλλου, ο  δεύτερος λόγος αναιρέσεως,  με τον οποίο αποδίδεται  στην προσβαλλόμενη απόφαση   η πλημμέλεια  της  εσφαλμένης εφαρμογής των διεπουσών  την επίδικη  υπόθεση   αρχών της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης, κατά το μέρος που  έγινε  με αυτή  δεκτό ότι συντρέχει μερική οικονομική αδυναμία του αρχικώς  αναιρεσίβλητου προς καταβολή του καταλογισθέντος ποσού,  ενώ αυτός  κατά το έτος 2001  είχε εισοδήματα 11.375.522 δραχμών, καθώς και ότι αποτελεί  λόγο οικονομικής αδυναμίας  αυτού η συμμετοχή του λόγω ηθικού  καθήκοντος  στα έξοδα  διαβίωσης  και εκπαίδευσης  των τεσσάρων  εγγονών του, πρέπει να απορριφθεί ως προβαλλόμενος  απαραδέκτως,  αφού με αυτόν πλήττεται  η ουσιαστική εκτίμηση από το δικάσαν Τμήμα των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών και των προσκομισθέντων  ενώπιόν του αποδεικτικών στοιχείων.

VΙ. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου  αναιρέσεως, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί  στο σύνολό της ως αβάσιμη.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 3.1.2005 αίτηση αναιρέσεως  του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 1167/2003 οριστικής απόφασης του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                           Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ                       

     ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ ΡΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ                             ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΥ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

                                             ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 6 Ιουνίου 2007.

              Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

            ΓΕΩΡΓΙΟΣ-ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΟΥΡΤΗΣ               ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ