ΕΣ 137/2016, Ι ΤΜ., ΕΚΤΕΛΕΣΗ, ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΕΣΠΑ, Η ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΕΙΝΙΑ ΠΛΗΜΜΕΛΗΣ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΘΕΙ Η ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ, Η ΕΚΚΡΕΜΟΔΙΚΙΑ ΔΕΝ ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ ΤΗΝ ΤΑΜΕΙΑΚΗ

Ε.Σ

137/2016 ΤΜΗΜΑ I                                      

  Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Άννα Λιγωμένου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ι Τμήματος, Δημήτριος Τσακανίκας (εισηγητής), Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Σύμβουλοι, Ιωάννα Ευθυμιάδου, Ελένη Νικολάου, Πάρεδροι με συμβουλευτική ψήφο. Γραμματέας: Θεοδώρα Τακιτζίδου, Γραμματέας του I Τμήματος.

Για να δικάσει την από 5.7.2013 (Α.Β.Δ. 36/2014) ανακοπή

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε.», που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής (οδός Χανδρή αρ. 3 και Κύπρου αρ. 15), η οποία παρέστη διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αθανασίου Τσιούμα (Α.Μ. Δ.Σ.Α. 8249),

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Προϊστάμενο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) Φ.Α.Ε. Πειραιά, ο οποίος παρέστη δια του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την ανακοπή αυτή επιδιώκεται η ακύρωση: 1) των 3185, 3186 και 3187/11.6.2013 ταμειακών βεβαιώσεων της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιά, 2) της 3905/12.6.2013 ατομικής ειδοποίησης χρεών της ίδιας Δ.Ο.Υ., 3) του 1/11.6.2013 χρηματικού καταλόγου, που αναφέρεται στην ανωτέρω 3905/12.6.2013 ατομική ειδοποίηση χρεών και 4) κάθε άλλης συναφούς προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης βεβαίωσης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ανακόπτουσας, που ζήτησε την παραδοχή της ανακοπής.

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, που ζήτησε την απόρριψή της, και

Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Ευάγγελο Καραθανασόπουλο, ο οποίος ανέπτυξε την από 3.11.2015 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε την εν μέρει παραδοχή της ανακοπής.

Μετά  τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου.

Άκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Δημήτριου Τσακανίκα και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το νόμο

Ι. Για την άσκηση της κρινόμενης ανακοπής δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (βλ. άρθρα 24 παρ. 9 ν. 2860/2000, Φ.Ε.Κ. Α΄ 251, και 73 παρ. 1 ν. 4129/2013, Φ.Ε.Κ. Α΄ 52).

ΙΙ. Με την ανακοπή αυτή, η οποία συμπληρώνεται με το από 11.11.2015 νομίμως κατατεθέν υπόμνημα και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο λόγω αρμοδιότητας με την ΛΑ4/8.1.2014 απόφαση του 12ου Μονομελούς Τμήματος του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση των 3185, 3186 και 3187/11.6.2013 ταμειακών βεβαιώσεων της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, που αναφέρονται στην 3905/12.6.2013 ατομική ειδοποίηση χρεών της ίδιας Δ.Ο.Υ., με τις οποίες βεβαιώθηκαν σε βάρος της ανακόπτουσας τα ποσά των 86.947,14, 923.364,58 και 2.519.355,86 ευρώ, αντίστοιχα. Τα ανωτέρω ποσά προέρχονται από δημοσιονομικές διορθώσεις ποσών 86.552,71,  918.857,24 και 2.507.057,80 ευρώ, αντίστοιχα, πλέον τόκων, που επιβλήθηκαν σε βάρος της με τις 281/0052/11.2.2013, 280/0052/11.2.2013 και 279/0052/11.2.2013 αποφάσεις του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών. Από τα ποσά δε αυτά το μεν πρώτο  αντιστοιχεί σε μέρος της χρηματοδότησης που φέρεται ότι έλαβε αχρεωστήτως η ανακόπτουσα ως τελική δικαιούχος στο πλαίσιο του Υποέργου «Λειτουργία της εταιρείας» της Πράξης «Τεχνική Υποστήριξη Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης (Ψηφιακές Ενισχύσεις Α.Ε.) για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών και δαπανών αμοιβών προσωπικού της για την προγραμματική περίοδο 2007-2013», που έχει ενταχθεί στον άξονα 03 «Τεχνική Υποστήριξη εφαρμογής» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ψηφιακή Σύγκλιση», το δε δεύτερο αντιστοιχεί σε μέρος της χρηματοδότησης που φέρεται ότι έλαβε αχρεωστήτως ως τελική δικαιούχος στο πλαίσιο του Υποέργου «Ηλεκτρονική Πολεοδομία: Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών για τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις της Χώρας», που έχει ενταχθεί στον άξονα 02 «Βελτίωση Ποιότητας Ζωής» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ψηφιακή Σύγκλιση», ενώ το τρίτο ποσό αντιστοιχεί στη χρηματοδότηση που η ανακόπτουσα φέρεται ότι έλαβε αχρεωστήτως ως τελικός δικαιούχος στο πλαίσιο υλοποίησης του Υποέργου «Περιφερειακή Πληροφοριακή Υποδομή Ελεγκτικών Υπηρεσιών», το οποίο έχει ενταχθεί στον άξονα 02 «Βελτίωση Ποιότητας Ζωής» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ψηφιακή Σύγκλιση». Περαιτέρω, με την ένδικη ανακοπή ζητείται απαραδέκτως η ακύρωση: 1) της 3905/12.6.2013 ατομικής ειδοποίησης χρεών της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, με την οποία η ανακόπτουσα ενημερώθηκε για το ως άνω χρέος της, συνολικού ύψους 3.529.667,58 ευρώ, και κλήθηκε να το καταβάλει, καθόσον συνιστά απλό πληροφοριακό έγγραφο, στερούμενο εκτελεστότητας (Ελ. Συν. απόφ. Ι Τμ. 3109/2014), 2) του 1/11.6.2013 χρηματικού καταλόγου, ο οποίος αποτελεί εσωτερική πράξη της διοίκησης, προγενέστερη της βεβαίωσης, και απεικονίζει απλώς το χρέος του οφειλέτη προς το Δημόσιο, με συνέπεια να στερείται επίσης εκτελεστού χαρακτήρα (βλ Ελ. Συν.  αποφ. Ι Τμ. 1284/2009, 2237/2012, 3109/2014) και 3) κάθε άλλης συναφούς προγενέστερης ή μεταγενέστερης πράξης βεβαίωσης, η οποία δεν προσδιορίζεται ειδικώς και συνεπώς, κατά τα μέρος αυτό η κρινόμενη ανακοπή είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης.

ΙΙΙ. Α.  Ο ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους τους και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. Α΄, 247) ορίζει, στο άρθρο 102, ότι: «1. Χρηματοδοτήσεις, ενισχύσεις ή επιδοτήσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα και φορείς που καταβάλλονται στα πλαίσια κοινοτικών πολιτικών από εθνικούς πόρους ή πόρους της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης αναζητούνται από το Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί από τα κατά περίπτωση αρμόδια όργανα ότι έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως. (…)» και στο άρθρο 104 ότι: «Τα όργανα έκδοσης της καταλογιστικής πράξης, ο τρόπος βεβαίωσης του αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού και απόδοσης ή επιστροφής αυτού στους δικαιούχους, το έντοκο ή μη της επιστροφής του ποσού, το ποσοστό του επιτοκίου, η χρονική αφετηρία υπολογισμού των τόκων, η βάση υπολογισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών, εφόσον οι πληρωμές έγιναν σε συνάλλαγμα, οι απαιτούμενες διαδικασίες, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ή για τα θέματα για τα οποία συντρέχει αρμοδιότητα και άλλων υπουργών, με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των κατά περίπτωση αρμόδιων καθ’ ύλην υπουργών». Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων εκδόθηκε η 448/0052/4.3.2011 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών «Σύστημα επιβαλλόμενων από την Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ) δημοσιονομικών διορθώσεων και διαδικασίες ανάκτησης αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών από πόρους του κρατικού προϋπολογισμού ή / και του προϋπολογισμού των ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την υλοποίηση προγραμμάτων συγχρηματοδοτούμενων στο πλαίσιο του ΕΣΠΑ (στόχοι 1 και 2), του ΕΣΣΑΑΛ 2007-2013 και του ΕΟΧ» (Φ.Ε.Κ. Β΄ 686/29.4.2011), που καθορίζει το σύστημα των επιβαλλόμενων δημοσιονομικών διορθώσεων και τις διαδικασίες ανάκτησης αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών από πόρους του κρατικού προϋπολογισμού ή / και του προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για την υλοποίηση έργων συγχρηματοδοτούμενων στο πλαίσιο των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων των στόχων 1 και 2 του Ε.Σ.Π.Α., του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Αλιεία» και του Ε.Ο.Χ.. Στην υπουργική αυτή απόφαση (Υ.Α.) προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι, διενεργηθέντος ελέγχου από τα αρμόδια όργανα και εφ’ όσον διαπιστωθεί αχρεώστητη ή παράνομη καταβολή χρηματοδοτήσεων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, απόσπασμα της σχετικής έκθεσης ελέγχου κοινοποιείται, στον ελεγχόμενο, καλούμενο, ώστε, εντός είκοσι (20) ημερών από την επίδοση της έκθεσης, να διατυπώσει εγγράφως τις τυχόν αντιρρήσεις του και στην περίπτωση που είτε η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, είτε οι αντιρρήσεις κριθούν αβάσιμες εκδίδεται από τον Υπουργό Οικονομικών απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης, με την οποία οι οικείες δαπάνες καταλογίζονται στον λαβόντα και ζητείται η επιστροφή τους. Περαιτέρω, στο άρθρο 5 της ανωτέρω Υ.Α., που φέρει τον τίτλο «Απόφαση Δημοσιονομικής Διόρθωσης και το περιεχόμενό της», ορίζεται ότι: «1. Στην απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης αναφέρονται: (…) (θ) Τα ένδικα μέσα που προβλέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. 2. Η απόφαση Δημοσιονομικής Διόρθωσης για τις περιπτώσεις ανάκτησης αποτελεί νόμιμο τίτλο βεβαίωσης του χρέους και είναι άμεσα εκτελεστή. 3. (…) Στις περιπτώσεις ανάκτησης επιδίδεται στον υπόχρεο προς επιστροφή του αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντος ποσού, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας» και στο άρθρο 6 της ιδίας Υ.Α., που φέρει τον τίτλο «Ανάκτηση αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων ποσών», ορίζεται ότι: «1. Η Απόφαση Δημοσιονομικής Διόρθωσης που συνιστά ανάκτηση αφορά παράνομη ή αχρεώστητη καταβολή ποσού από φυσικά ή νομικά πρόσωπα (ΝΠΙΔ, ΝΠΔΔ) που ενεργούν με την ιδιότητα του δικαιούχου. 2. Μετά από την κοινοποίηση με επίδοση της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης για ανάκτηση αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντος ποσού, ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει εντός δέκα (10) ημερολογιακών ημερών το ποσό το οποίο έχει καταλογισθεί σε οποιαδήποτε Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.), προσκομίζοντας την απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης, καθώς και το σημείωμα κατάθεσης που τη συνοδεύει. (…) 3. Σε περίπτωση μη επιστροφής του χρηματικού ποσού εντός της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, η διαδικασία βεβαίωσης του χρέους ολοκληρώνεται με τη σύνταξη του χρηματικού καταλόγου από τη Διεύθυνση Σχεδιασμού και Αξιολόγησης Ελέγχων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους εντός τριάντα ημερών και την αποστολή του στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος Δ.Ο.Υ. του υπόχρεου. 4. Το ποσό που βεβαιώνεται περιλαμβάνει και τόκους που υπολογίζονται από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης μέχρι τη σύνταξη του χρηματικού καταλόγου. (…) 6. Το αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέν ποσό βεβαιώνεται και εισπράττεται ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού και εισάγεται στην κατηγορία των ειδικών εσόδων με Κ.Α.Ε. 3941 “Εσοδα από καταλογισμούς σε φορείς που υλοποιούν προγράμματα του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου”, 3943 “Εσοδα από καταλογισμούς σε φορείς που υλοποιούν προγράμματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης και του Ταμείου Συνοχής”, 3944 “Εσοδα από καταλογισμούς για προγράμματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλιείας”, ανάλογα με την προέλευση της κοινοτικής συμμετοχής που αναζητείται. Στους ίδιους κωδικούς εισάγεται το αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέν ποσό όταν εισπράττεται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δέκα ημερών από τον υπόχρεο (…)».

Β. Εξάλλου, ο Κώδικας Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 52/28.2.2013), ορίζει στο άρθρο 1 ότι: «1. Το Ελεγκτικό Συνέδριο: α) (…). ιη) Δικάζει τις εφέσεις που υπάγονται με βάση τις κείμενες διατάξεις στην αρμοδιότητά του κατά καταλογιστικών αποφάσεων, οι οποίες εκδίδονται από τους Υπουργούς ή άλλα αρμόδια προς τούτο συλλογικά ή μη όργανα της διοίκησης και αφορούν τη διαχείριση υλικού ή χρημάτων του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ γενικά (…)» και στο άρθρο 80 ότι: «1. Κατά καταλογιστικών πράξεων των Υπουργών, Επιτρόπων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μονοπρόσωπων ή συλλογικών διοικητικών οργάνων, διοικητικών αρχών, Οικονομικών Επιθεωρητών ή άλλου φορέα επί διαχείρισης υλικού, αξιών ή χρηματικού του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους, επιτρέπεται να ασκηθεί έφεση από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει από την επίδοση ή την καθ` οποιονδήποτε τρόπο περιέλευση ή την αποδεδειγμένα πλήρη γνώση της προσβαλλόμενης πράξης (…)». Επίσης, το π.δ. 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (Φ.Ε.Κ. Α΄, 304) ορίζει στο άρθρο 49 ότι: «1. Δια της εφέσεως η υπόθεσις μεταβιβάζεται εις το αρμόδιον Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ως προς μεν το νόμω βάσιμον της πράξεως ή αποφάσεως κατά το σύνολον, ως προς δε το ουσία βάσιμον της πράξεως ή αποφάσεως κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια. 2. Το δικαστήριον την νομικώς πλημμελή πράξιν ακυροί, εν όλω ή εν μέρει, ή μεταρρυθμίζει αναλόγως, επιφυλασσομένης της διατάξεως της επομένης παραγράφου. Την ουσιαστικώς εσφαλμένην πράξιν ακυροί ή μεταρρυθμίζει εντός των εν τη εφέσει ορίων, κρίνον περαιτέρω επί της ουσίας της υποθέσεως (…)» και στο άρθρο 51 ότι: «1. Η ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου έφεσις δεν αναστέλλει την εκτέλεσιν της πράξεως ή αποφάσεως εκτός εάν άλλως ειδικώς ορίζεται υπό του νόμου. Επί τη αιτήσει του εκκαλούντος ή του Γενικού Επιτρόπου δύναται να διαταχθή η αναστολή δι’ αποφάσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου πριν ή τούτο αποφανθή επί της εφέσεως (…)».

Γ. Περαιτέρω, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Φ.Ε.Κ. Α΄, 97) και εφαρμόζεται αναλόγως στις ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκες επί ανακοπών (βλ. άρθρο 123 του π.δ/τος 1225/1981, όπως ισχύει μετά το ν. 3472/2006, Φ.Ε.Κ. Α΄, 135), ορίζει, στο άρθρο 217 ότι:  «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) (…)», στο άρθρο 224 ότι: «1. Το δικαστήριο ελέγχει την προσβαλλόμενη πράξη κατά το νόμο και την ουσία, στα όρια της ανακοπής, τα οποία προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της 2. Κατ’ εξαίρεση, ο κατά το νόμο έλεγχος της προσβαλλόμενης πράξης χωρεί και αυτεπαγγέλτως, εκτεινόμενος στο σύνολό της, προκειμένου να διακριβωθεί: α) αν η πράξη έχει εκδοθεί από αναρμόδιο όργανο, ή β) αν υπάρχει παράβαση δεδικασμένου. (…) 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ’ αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο» και στο άρθρο 225 ότι: «Το δικαστήριο, αν διαπιστώσει παράβαση νόμου ή ουσιαστικές πλημμέλειες της προσβαλλόμενης πράξης, προβαίνει στην ολική ή μερική ακύρωση ή στην τροποποίησή της. Σε διαφορετική περίπτωση, προβαίνει στην απόρριψη της ανακοπής».

Δ. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις της 448/0052/4.3.2011 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών, των άρθρων 1 και 80 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο και 49 και 51 του π.δ. 1225/1981 συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: Σε περίπτωση που, στο πλαίσιο επιχειρησιακών προγραμμάτων του Ε.Σ.Π.Α. 2007-2013, καταβληθούν παράνομες ή αχρεώστητες χρηματοδοτήσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα με την ιδιότητα του δικαιούχου της ενίσχυσης, εκδίδεται απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης και ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σε βάρος τους, κατά δε της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Με το ένδικο βοήθημα της έφεσης παρέχεται εξουσία ελέγχου της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης-ανάκτησης, η οποία συνιστά και το νόμιμο τίτλο για την ταμειακή βεβαίωση του χρέους κατά τη διαδικασία της διοικητικής εκτέλεσης, τόσο κατά το νόμο όσο και κατά την ουσία (βλ. αποφ. Ελ. Συν. 2670, 2672, 2322, 1745/2014, 639/2015). Από τα ανωτέρω και σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 217, 224 και 225 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που εφαρμόζονται αναλογικά στις δίκες επί ανακοπής ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παρέπεται ότι με την κατ’ άρθρο 217 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ανακοπή, η οποία ασκείται κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης του οικείου χρέους, δεν επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος λόγων, με τους οποίους αμφισβητείται κατά το νόμο και τα πράγματα το κύρος του νόμιμου τίτλου της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης και ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, αφού το ένδικο βοήθημα (έφεση) που προβλέπεται κατά του τίτλου αυτού επιτρέπει τον έλεγχό του τόσο κατά το νόμο όσο και κατά την ουσία (βλ. αποφ. Ελ Συν.. 908/2012, 4660/2013, 577/2014, 639/2015). Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω δικονομικών ρυθμίσεων και προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής είναι πλημμελής, αν εκδοθεί χωρίς προηγουμένως να έχει κοινοποιηθεί νομίμως στον υπόχρεο η σχετική απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης. Μετά, ωστόσο, την κοινοποίηση της απόφασης αυτής και την άπρακτη πάροδο της 10ήμερης προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της  448/0052/4.3.2011 Υ.Α., νομίμως χωρεί η ταμειακή βεβαίωση της απαίτησης, ακόμη και όταν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία άσκησης έφεσης, ή εκκρεμεί έφεση και αίτηση αναστολής κατά της απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης-ανάκτησης, με εξαίρεση, βεβαίως, την περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση ενεργήθηκε μετά από απόφαση του Δικαστηρίου ή μετά από προσωρινή διαταγή του Προέδρου με τις οποίες ανεστάλη η εκτέλεση της απόφασης αυτής (βλ. αποφ. Ελ.Συν. 639/2015, 2320/2014, 2512, 4660/2013, 1537, 2218/2012).

IV. Α. Στην  υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 281/0052/11.2.2013 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, επιβλήθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας δημοσιονομική διόρθωση ποσού 86.522,71 ευρώ πλέον τόκων, το οποίο αντιστοιχεί σε μέρος της χρηματοδότησης που φέρεται ότι έλαβε αχρεωστήτως ως Τελική Δικαιούχος, στο πλαίσιο υλοποίησης του Υποέργου «Λειτουργία της Εταιρείας» της πράξης «Τεχνική Υποστήριξη Ενδιάμεσου Φορέα Διαχείρισης (ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ Α.Ε.) για την κάλυψη λειτουργικών δαπανών και δαπανών αμοιβών προσωπικού της για την προγραμματική περίοδο 2007-2013», το οποίο έχει ενταχθεί στον Άξονα 03 «Τεχνική Υποστήριξη Εφαρμογής» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ψηφιακή Σύγκλιση». Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα στις 29.3.2013. Ακολούθως, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης, με την 3185/11.6.2013 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας το ποσό των 86.947,14 ευρώ, το οποίο και κλήθηκε να καταβάλει με την 3905/12.6.2013 ατομική ειδοποίηση του ιδίου Προϊσταμένου. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι η ανακόπτουσα άσκησε κατά του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης του χρέους, ήτοι της 281/0052/11.2.2013 ως άνω απόφασης του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, την μεν από 5.4.2013 (αριθμ. καταθ. 80/8.4.2013) έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 6423/2015 απόφαση του παρόντος Τμήματος ως ουσία αβάσιμη, τη δε από 5.4.2013 (αριθμ. καταθ. 81/2013) αίτηση αναστολής, η οποία απορρίφθηκε με την 4646/2013 απόφαση του παρόντος Τμήματος, που δημοσιεύθηκε στις 3.12.2013. Ομοίως, με την 280/0052/11.2.2013 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, επιβλήθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας δημοσιονομική διόρθωση ποσού 918.857,24 ευρώ πλέον τόκων, το οποίο αντιστοιχεί σε μέρος της χρηματοδότησης, που φέρεται ότι έλαβε αχρεωστήτως, ως τελική δικαιούχος, στο πλαίσιο υλοποίησης του Υποέργου «Ηλεκτρονική Πολεοδομία: Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών για τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις της Χώρας» , το οποίο έχει ενταχθεί με κωδικό ΟΠΣ 304429/1 στον Άξονα 02 «Βελτίωση Ποιότητας Ζωής» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ψηφιακή Σύγκλιση». Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα στις 29.3.2013 και ακολούθως, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης, με την 3186/11.6.2013 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας το ποσό των 923.864,58 ευρώ, το οποίο και κλήθηκε να καταβάλει με την 3905/12.6.2013 ως άνω ατομική ειδοποίηση του ιδίου Προϊσταμένου. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι η ανακόπτουσα άσκησε κατά του εν λόγω νόμιμου τίτλου βεβαίωσης του χρέους (της 280/0052/11.2.2013 ως άνω απόφασης του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών) τη μεν από 5.4.2013 (αριθμ. καταθ. 78/8.4.2013) έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την 1162/2015 απόφαση του παρόντος Τμήματος, τη δε από 5.4.2013 (αριθμ. καταθ. 79/2013) αίτηση αναστολής, η οποία δικάστηκε κατά τη δικάσιμο της 1.10.2013 και απορρίφθηκε με την 4645/2013 απόφαση του παρόντος Τμήματος, που δημοσιεύθηκε στις 3.12.2013. Τέλος, με την 279/0052/11.2.2013 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, επιβλήθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας δημοσιονομική διόρθωση ποσού 2.507.057,80 ευρώ πλέον τόκων, το οποίο αντιστοιχεί σε μέρος της χρηματοδότησης που φέρεται ότι έλαβε αχρεωστήτως, ως τελική δικαιούχος, στο πλαίσιο υλοποίησης του Υποέργου «Περιφερειακή Πληροφοριακή Υποδομή Ελεγκτικών Υπηρεσιών», με κωδικό ΟΠΣ 300670001/2, το οποίο έχει ενταχθεί στον Άξονα 02 «Βελτίωση Ποιότητας Ζωής» του Επιχειρησιακού Προγράμματος «Ψηφιακή Σύγκλιση» του Ε.Σ.Π.Α. 2007-2013. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα στις 29.3.2013 και ακολούθως, σε εκτέλεση της ως άνω απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης, με την 3187/11.6.2013 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, βεβαιώθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας το ποσό των 2.519.355,86 ευρώ, το οποίο και κλήθηκε να καταβάλει με την 3905/12.6.2013 ως άνω ατομική ειδοποίηση του ιδίου Προϊσταμένου. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου, προκύπτει ότι η ανακόπτουσα άσκησε κατά του προναφερόμενου νόμιμου τίτλου βεβαίωσης του χρέους, ήτοι της 279/0052/11.2.2013 ως άνω απόφασης του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, την μεν από 5.4.2013 (αριθμ. καταθ. 76/8.4.2013) έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την 1164/2015 απόφαση του παρόντος Τμήματος, τη δε από 5.4.2013 (αριθμ. καταθ. 77/2013) αίτηση αναστολής, η οποία δικάστηκε κατά τη δικάσιμο της 1.10.2013 και απορρίφθηκε με την 4644/2013 απόφαση του παρόντος Τμήματος, που δημοσιεύθηκε στις 3.12.2013.

Β. Ήδη με την κρινόμενη ανακοπή, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι η έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση των εφέσεων και των αιτήσεων αναστολής που είχε ασκήσει κατά των επίμαχων 281/0052/11.2.2013, 280/0052/11.2.2013 και 279/0052/ 11.2.2013 αποφάσεων δημοσιονομικής διόρθωσης του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και παρά τις δυσμενείς συνέπειες της εκτέλεσης για τη λειτουργία της, παραβιάζει το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας. Πλην όμως ο λόγος αυτός, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, εφόσον οι επίμαχες αποφάσεις δημοσιονομικής διόρθωσης-ανάκτησης κοινοποιήθηκαν στην ανακόπτουσα στις 29.3.2013, ήτοι πριν από την έναρξη της εκτέλεσης (11.6.2013) και παρήλθε άπρακτη η προβλεπόμενη στο άρθρο 6 παρ. 2 της 448/0052/4.3.2011 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών δεκαήμερη προθεσμία, νομίμως στη συνέχεια η Διοίκηση προέβη, ως όφειλε, στην ταμειακή βεβαίωση του χρέους κατά το χρόνο της εκκρεμοδικίας των εφέσεων και των αιτήσεων αναστολής, χωρίς από την ενέργειά της αυτή να παραβιάζεται το δικαίωμα προσωρινής δικαστικής προστασίας της ανακόπτουσας. Σε κάθε περίπτωση, μετά και την έκδοση των 6423, 1162, 1164/2015 και 4646, 4645 και 4644/2013 αποφάσεων του παρόντος Τμήματος επί των προαναφερθέντων ένδικων βοηθημάτων, τέτοια εκκρεμοδικία δεν υφίσταται. Περαιτέρω, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις είναι ακυρωτέες, ενόψει της βασιμότητας των ασκηθεισών ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφέσεων κατά των αποφάσεων δημοσιονομικής διόρθωσης επί των οποίων ερείδονται, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα υποστεί μη επανορθώσιμη οικονομική βλάβη, σε κάθε δε περίπτωση προβάλλει νομική πλάνη ως προς την παραβίαση των κανόνων των κρίσιμων διαγωνισμών, για τους οποίους επιβλήθηκαν οι επίμαχες δημοσιονομικές διορθώσεις. Οι ανωτέρω, όμως, προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, ανεξαρτήτως, του ότι, ως προαναφέρθηκε, δεν υφίσταται πλέον εκκρεμοδικία ως προς τα ένδικα βοηθήματα των εφέσεων τα οποία επικαλείται η ανακόπτουσα, δεν συνιστούν, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω, παραδεκτούς λόγους ανακοπής, καθόσον δεν αποδίδουν κάποια πλημμέλεια στις ίδιες τις προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης σχετικά με τον τύπο ή τη διαδικασία έκδοσής τους, αλλά αφορούν στη νομιμότητα των αποφάσεων δημοσιονομικής διόρθωσης, βάσει των οποίων εκδόθηκαν οι ως άνω 3185, 3186 και 3187/11.6.2013 ταμειακές βεβαιώσεις, που δεν επιτρέπεται να εξεταστούν από το Δικαστήριο τούτο, αφού κατά των νόμιμων αυτών τίτλων (αποφάσεων δημοσιονομικής διόρθωσης) προβλέπεται το ένδικο βοήθημα της έφεσης, που εν προκειμένω έχει ασκηθεί και επιτρέπει τον έλεγχό τους τόσο κατά το νόμο όσο και την ουσία. Άλλωστε, με την 6423/2015 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η από 5.4.2013 (Α.Β.Δ. 80/8.4.2013) έφεση της ανακόπτουσας κατά της ως άνω 281/0052/11.2.2013 απόφασης δημοσιονομικής διόρθωσης απορρίφθηκε και η απόφαση αυτή (νόμιμος τίτλος) δεν ακυρώθηκε. Εντούτοις, όμως, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου και από γεγονότα γνωστά στο Δικαστήριο από προηγούμενες ενέργειές του (βλ. άρθρο 95 παρ. 2 του π.δ. 1225/1981) προκύπτει ότι με τις 1164/2015 και 1162/2015 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου ακυρώθηκαν αντίστοιχα οι 279/0052/11.2.2013 και 280/0052/11.2.2013 αποφάσεις δημοσιονομικής διόρθωσης του αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, οι οποίες αποτέλεσαν τον νόμιμο τίτλο στον οποίο στηρίχθηκαν αντίστοιχα οι 3187 και 3186/11.6.2013 προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά, οι τελευταίες στερούνται πλέον του νομίμου ερείσματός τους και για το λόγο αυτόν, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη ανακοπή πρέπει να γίνει κατά το μέρος αυτό δεκτή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες 3187 και 3186/11.6.2013 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά.

Δια ταύτα

Δέχεται εν μέρει την ανακοπή σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

Ακυρώνει τις 3187/11.6.2013 και 3186/11.6.2013 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Πειραιά. Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

       Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                    Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

 ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ                                  ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΑΚΙΤΖΙΔΟΥ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 19 Ιανουαρίου 2016.

           ΗΠΡΟΕΔΡΟΣ                                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

      ΑΝΝΑ ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ                                   ΘΕΟΔΩΡΑ ΤΑΚΙΤΖΙΔΟΥ