Υπ. Αριθμ. 1576/2011 Ολομέλεια Ελεγκτικού Συνεδρίου
Πρώτη δημοσίευση www.nomikospoudastirio.gr
ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Η έλλειψη επεξεργασίας κατά το άρθρο 72 παρ.2 του Σ. από το Ελεγκτικό Συνέδριο συνταξιοδοτικού νομοσχεδίου πριν από την εισαγωγή του για ψήφιση στη Βουλή, αναγόμενη στα εξωτερικά τυπικά στοιχεία κατάρτισης του νόμου, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τα δικαστήρια και επάγεται την τυπική αντισυνταγματικότητα του νόμου και κατά συνέπεια το ανίσχυρο αυτού, αφού παραβιάζει την εν λόγω συνταγματική επιταγή. Συναφώς, η από τη Βουλή σε συνταξιοδοτικό νομοσχέδιο προσθήκη νέων διατάξεων, χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο, είναι ανίσχυρη, εκτός εάν η προσθήκη (ή και η τροποποίηση σχετικής διατάξεως) είναι «συναφής» προς τις διατάξεις, επί των οποίων έχει ήδη γνωμοδοτήσει το Ελεγκτικό Συνέδριο. αφού η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3075/2002, κατά το μέρος της με το οποίο εισάγεται συνταξιοδοτική ρύθμιση, που αφορά στην προσαύξηση βουλευτικής σύνταξης με συνυπολογισμό και της υπηρεσίας Βουλευτών σε θέσεις Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων, είναι συνταξιοδοτικώς ανίσχυρη και δεν παράγει συνταξιοδοτικά αποτελέσματα. Και τούτο διότι δεν τηρήθηκε κατά την ψήφιση της εν λόγω διάταξης η διαδικασία του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή δεν γνωμοδότησε επ’ αυτής η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφού, όπως προκύπτει από τα Πρακτικά της 5ης Ειδικής Συνεδρίασης αυτής, το σχέδιο προσθήκης – τροπολογίας του ως άνω νόμου (ν. 3075/2002), επί του οποίου γνωμοδότησε η Ολομέλεια, δεν περιλάμβανε την περίπτωση συνυπολογισμού και της υπηρεσίας Βουλευτών στις θέσεις Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων, αλλά αφορούσε μόνο την περίπτωση συνυπολογισμού της υπηρεσίας των Βουλευτών σε θέσεις εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού. Άλλωστε, κατά τα επίσης κριθέντα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης του ήδη αναιρεσείοντος, είχε λήξει η ισχύς του άρθρου 8 παρ. 3 εδ. δεύτερο του Ψηφίσματος Ζ΄/1975, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 32 παρ. 2 του ν. 1489/1984, που παρείχε τη δυνατότητα συνυπολογισμού της υπηρεσίας σε θέση Γενικού Γραμματέα Υπουργείου για θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης.
Πρόεδρος : Ι. Καραβοκύρης (Αντιπρόεδρος Ε.Σ)
Εισηγητής : Δ. Πέππας (Σύμβουλος)
Γενικός Επίτροπος : Δ. Λασκαράτος
Νομικοί παραστάτες : Κ. Τσιγαρίδας (Δικηγόρος), Κ. Κατσούλα (πάρεδρος ΝΣΚ).
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Δεκεμβρίου 2010, με την ακόλουθη σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Προεδρεύων Αντιπρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Γεώργιος Κωνσταντάς και Θεοχάρης Δημακόπουλος, Αντιπρόεδροι, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Σωτηρία Ντούνη, Νικόλαος Μηλιώνης, Γεώργιος Βοΐλης, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Koυλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας (εισηγητής), Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης και Χριστίνα Ρασσιά, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Ευστάθιος Ροντογιάννης και Φλωρεντία Καλδή και οι Σύμβουλοι Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Μιχαήλ Ζυμής, Άννα Λιγωμένου, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Γεωργία Μαραγκού, Αντώνιος Κατσαρόλης και Θεολογία Γναρδέλληαπουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 11 Δεκεμβρίου 2008 (ΑΒΔ 317/11.12.2008) περί αναιρέσεως της 476/2008 οριστικής αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσιγαρίδα (ΑΜ/ΔΣΑ 4310).
Κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Κωνσταντίνου Κατσούλα.
Με την 22172/29.9.2006 πράξη του Διευθυντή της 43ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) απορρίφθηκε αίτηση του εκκαλούντος, πρώην Βουλευτή, για κανονισμό σ’ αυτόν βουλευτικής σύνταξης, με συνυπολογισμό στο χρόνο βουλευτικής θητείας του και της υπηρεσίας του ως Γενικού Γραμματέα Υπουργείων.
Έφεση αυτού κατά της ως άνω πράξεως του Γ.Λ.Κ. απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (476/2008) του ΙΙ Τμήματος.
Με την αίτηση που κρίνεται και για τους λόγους που περιέχονται σ’ αυτήν ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του ΙΙ Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, που ζήτησε την απόρριψη αυτής. Και
Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε επίσης την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τον Αντιπρόεδρο Γεώργιο Κωνσταντά και τους Συμβούλους Ευάγγελο Νταή, Σωτηρία Ντούνη, η οποία ήδη έχει προαχθεί στο βαθμό του Αντιπροέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Σταμάτιο Πουλή, Κωνσταντίνα Ζώη και Στυλιανό Λεντιδάκη που απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής :
Ι. Η υπό κρίση αίτηση περί αναιρέσεως της 476/2008 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για τη συζήτηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το 2206100 ειδικό έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου, Σειράς Α΄), έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και συνεπώς είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά το βάσιμο των λόγων αυτής.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, όπως οι λόγοι αυτής αναπτύσσονται με το παραδεκτώς κατατεθέν την ως άνω ημερομηνία συζητήσεως της υποθέσεως (1.12.2010) υπόμνημα, ο αναιρεσείων επιδιώκει την αναίρεση της πληττόμενης απόφασης για εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την επίδικη υπόθεση (άρθρα 73 παρ. 2 του Συντάγματος και 10 παρ. 10 του ν. 3075/2002), κατά τα κατωτέρω ειδικότερον διαλαμβανόμενα.
ΙΙΙ. Το ισχύον Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 73 παράγραφος 2 ότι «Νομοσχέδια που αναφέρονται οπωσδήποτε στην απονομή σύνταξης και στις προϋποθέσεις της υποβάλλονται μόνον από τον Υπουργό Οικονομικών ύστερα από γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου …». Κατά την πάγια νομολογιακή θέση του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί της ερμηνείας της ως άνω διατάξεως, η έλλειψη επεξεργασίας από το Ελεγκτικό Συνέδριο συνταξιοδοτικού νομοσχεδίου πριν από την εισαγωγή του για ψήφιση στη Βουλή, αναγόμενη στα εξωτερικά τυπικά στοιχεία κατάρτισης του νόμου, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από τα δικαστήρια και επάγεται την τυπική αντισυνταγματικότητα του νόμου και κατά συνέπεια το ανίσχυρο αυτού, αφού παραβιάζει την εν λόγω συνταγματική επιταγή (ΑΕΔ 4/1988, Ολομ. Ελ. Συν. 310/1985, 450/1995). Συναφώς, η από τη Βουλή σε συνταξιοδοτικό νομοσχέδιο προσθήκη νέων διατάξεων, χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο, είναι ανίσχυρη, εκτός εάν η προσθήκη (ή και η τροποποίηση σχετικής διατάξεως) είναι «συναφής» προς τις διατάξεις, επί των οποίων έχει ήδη γνωμοδοτήσει το Ελεγκτικό Συνέδριο (Αποφ. Ολομ. Ελ. Συν. 268/1980, 474/1984, 149/1986).
ΙV. Το ν.δ/γμα 99/1974 «περί συνταξιοδοτήσεως των Προέδρων ή Αντιπροέδρων Κυβερνήσεως, των Βουλευτών, ως και των οικογενειών αυτών» (ΦΕΚ Α΄ 295) ορίζει, στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 ότι : «Δικαιούνται ισοβίου συντάξεως εκ του Δημοσίου Ταμείου οι διατελέσαντες και εφεξής διατελούντες βουλευταί επί τέσσαρα (4) τουλάχιστον πλήρη έτη, συνεχώς ή διακεκομμένως» και στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 3075/2002 (ΦΕΚ Α΄ 297) ότι : «Στο χρόνο της βουλευτικής θητείας συνυπολογίζεται για την προσαύξηση της σύνταξης και ο χρόνος σε θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού, Υφυπουργού καθώς και Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων, επί κοινοβουλευτικών Κυβερνήσεων, προγενέστερος ή μεταγενέστερος της βουλευτικής θητείας, εφόσον ο χρόνος αυτός δεν χρησίμευσε ούτε θα χρησιμεύσει για θεμελίωση σύνταξης από οποιονδήποτε φορέα κύριας ασφάλισης. Ο κατά προσαύξηση χρόνος του προηγούμενου εδαφίου σε θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού και Υφυπουργού συνυπολογίζεται και για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης, εφόσον ο χρόνος της βουλευτικής θητείας είναι τουλάχιστον ίσος με τα τρία πέμπτα της πλήρους βουλευτικής περιόδου.». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης απαιτείται χρόνος βουλευτείας, τουλάχιστον τεσσάρων (4) πλήρων ετών, συνεχώς ή διακεκομμένως και, περαιτέρω, ότι ο χρόνος σε θέση εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού και Υφυπουργού συνυπολογίζεται στο χρόνο της βουλευτικής θητείας, τόσο για την προσαύξηση της σύνταξης, όσο και για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης, στην τελευταία, όμως, περίπτωση, μόνον εφόσον ο χρόνος της βουλευτικής θητείας είναι τουλάχιστον ίσος με τα τρία πέμπτα της πλήρους βουλευτικής περιόδου, ενώ ο χρόνος σε θέση Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων, επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, συνυπολογίζεται στο χρόνο βουλευτικής θητείας, μόνο για την προσαύξηση σύνταξης και όχι για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης. Σημειωτέον ότι η δυνατότητα συνυπολογισμού στο χρόνο της βουλευτικής θητείας για θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης και του χρόνου υπηρεσίας σε θέσεις Γενικού Γραμματέα της Βουλής και των Υπουργείων επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, που παρείχετο από τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 8 του Ζ΄ Ψηφίσματος/1975 της Βουλής (ΦΕΚ Α΄, 23), όπως αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 2 του άρθρου 32 του ν. 1489/1984 (ΦΕΚ Α΄, 170), ίσχυσε μόνον για πέντε έτη από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (1489/1984), δηλαδή μέχρι το έτος 1989.
V. Στην ένδικη υπόθεση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Τμήμα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα : Ο ήδη αναιρεσείων έχει πραγματοποιήσει υπηρεσία Βουλευτή από 0 έτη – 9 μήνες – 20 ημέρες κατά το χρονικό διάστημα από 25.5.1999 – 14.3.2000 καταλαμβάνοντας θέση παραιτηθέντος βουλευτή. Διετέλεσε επίσης Γενικός Γραμματέας Εργασίας από 9.12.1986 έως 9.10.1987 (έτη 0-9-21), Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων από 8.11.1993 έως 24.10.1995 (έτη 1-11-17), Μεταφορών και Επικοινωνιών από 13.2.2003 έως 24.3.2004 (έτη 1-1-12). Με την 101842/18.7.2006 αίτησή του προς το Γ.Λ.Κ. ζήτησε να χορηγηθεί σ’ αυτόν σύνταξη Βουλευτή με το συνυπολογισμό στο χρόνο βουλευτικής θητείας του και της κατά τα ανωτέρω υπηρεσίας του ως Γενικού Γραμματέα Υπουργείων με συνολική υπηρεσία από έτη 4-8-10. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 10 του ν. 3075/2002, ο χρόνος υπηρεσίας σε θέση Γενικού Γραμματέα Υπουργείου υπολογίζεται μόνο για την προσαύξηση της βουλευτικής σύνταξης και όχι για τη θεμελίωση τη συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 ν.δ. 99/1974. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τμήμα έκρινε στη συνέχεια ότι ορθώς, κατ’ αποτέλεσμα, αν και με άλλη αιτιολογία, απορρίφθηκε το αίτημα συνταξιοδότησης του ήδη αναιρεσείοντος, αφού η νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3075/2002, κατά το μέρος της με το οποίο εισάγεται συνταξιοδοτική ρύθμιση, που αφορά στην προσαύξηση βουλευτικής σύνταξης με συνυπολογισμό και της υπηρεσίας Βουλευτών σε θέσεις Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων, είναι συνταξιοδοτικώς ανίσχυρη και δεν παράγει συνταξιοδοτικά αποτελέσματα. Και τούτο διότι δεν τηρήθηκε κατά την ψήφιση της εν λόγω διάταξης η διαδικασία του άρθρου 73 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή δεν γνωμοδότησε επ’ αυτής η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αφού, όπως προκύπτει από τα Πρακτικά της 5ης Ειδικής Συνεδρίασης αυτής, το σχέδιο προσθήκης – τροπολογίας του ως άνω νόμου (ν. 3075/2002), επί του οποίου γνωμοδότησε η Ολομέλεια, δεν περιλάμβανε την περίπτωση συνυπολογισμού και της υπηρεσίας Βουλευτών στις θέσεις Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων, αλλά αφορούσε μόνο την περίπτωση συνυπολογισμού της υπηρεσίας των Βουλευτών σε θέσεις εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού. Άλλωστε, κατά τα επίσης κριθέντα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης του ήδη αναιρεσείοντος, είχε λήξει η ισχύς του άρθρου 8 παρ. 3 εδ. δεύτερο του Ψηφίσματος Ζ΄/1975, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 32 παρ. 2 του ν. 1489/1984, που παρείχε τη δυνατότητα συνυπολογισμού της υπηρεσίας σε θέση Γενικού Γραμματέα Υπουργείου για θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης.
VΙ. Ο λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο η γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί συνταξιοδοτικών νομοσχεδίων είναι, κατά τη νομική της φύση, «απλή» και όχι «σύμφωνη», προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον, όπως έγινε δεκτό σε προηγούμενη σκέψη (ΙΙΙ), πρόκειται περί διαδικασίας, που ανάγεται στα εξωτερικά τυπικά στοιχεία κατάρτισης του νόμου, η έλλειψη τήρησης της οποίας, ανεξαρτήτως της νομικής φύσεως της γνωμοδοτήσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου, επάγεται την τυπική αντισυνταγματικότητα του νόμου και, κατά συνέπεια, το ανίσχυρό του.
VΙΙ. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η επίμαχη προσθήκη στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3075/2002, περί συνυπολογισμού στο χρόνο της βουλευτικής θητείας για την προσαύξηση της σύνταξης και του χρόνου σε θέση Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων, είναι συναφής με τις λοιπές διατάξεις του ιδίου άρθρου, επί των οποίων είχε ήδη γνωμοδοτήσει η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου και ότι, επομένως, είναι ισχυρή και πρέπει να τύχει αναλόγου εφαρμογής και για τη θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης, αντίθετη, δε, ερμηνεία προσκρούει στις περί ισότητος διατάξεις του άρθρου 4 του Συντάγματος, αφού δεν ρυθμίζει κατά τον ίδιο τρόπο όμοιες περιπτώσεις, όφειλε δε το Τμήμα να εξετάσει τους σχετικούς λόγους της έφεσής του και να τους κάνει δεκτούς. Κατά την κρατήσασα στο Δικαστήριο άποψη η επίμαχη διάταξη, όπως προστέθηκε στο άρθρο 10 παρ. 10 του ν. 3075/2002, περί συνυπολογισμού στο χρόνο βουλευτικής θητείας και του χρόνου υπηρεσίας σε θέσεις Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων για την προσαύξηση της βουλευτικής σύνταξης, είναι συναφής προς τις λοιπές διατάξεις του ιδίου άρθρου, επί των οποίων είχε ήδη γνωμοδοτήσει η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τα Πρακτικά της 5ης Ειδικής Συνεδριάσεως της 13ης Σεπτεμβρίου 2002, οι οποίες αφορούν επίσης στο συνυπολογισμό στο χρόνο βουλευτικής θητείας για την προσαύξηση της βουλευτικής σύνταξης και χρόνου, προγενέστερου ή μεταγενέστερου της βουλευτικής θητείας, σε θέσεις άλλων οργάνων του Κράτους (εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού και Υφυπουργού, επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων) και, συνεπώς, είναι συνταξιοδοτικώς ισχυρή. Όμως, η διάταξη αυτή, στενώς ερμηνευτέα, ως εκ της φύσεώς της ως συνταξιοδοτικού περιεχομένου, δεν δύναται να τύχει αναλόγου εφαρμογής και για τη θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης, χωρίς τούτο να αντίκειται σε ουδεμία διάταξη του Συντάγματος ή αρχή συναγόμενη από το Σύνταγμα ούτε σε άλλη υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, τα υποστηριζόμενα με την ένδικη αίτηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3075/2002, κατά το μέρος που δεν αναγνωρίζουν την υπηρεσία σε θέσεις Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων και για τη θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης αντίκειται στις περί ισότητος διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι ρυθμίζουν κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες περιπτώσεις, πέραν της αοριστίας τους, διότι δεν προκύπτει με σαφήνεια από το δικόγραφο σε ποιες περιπτώσεις αναφέρεται, είναι, πάντως, αβάσιμα και απορριπτέα. Και τούτο διότι, αν υπονοείται με την ένδικη αίτηση ότι επέρχεται με αυτές διαφοροποίηση μεταξύ των βουλευτών, όπως ο αναιρεσείων, οι οποίοι δεν έχουν θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης, σε σχέση με εκείνους που έχουν ήδη θεμελιώσει, στο χρόνο βουλευτικής θητείας των οποίων συνυπολογίζεται η ως άνω υπηρεσία για την προσαύξηση της σύνταξής τους, πρόκειται σαφώς περί ανομοίων περιπτώσεων, για τις οποίες, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να νοηθεί παραβίαση της αρχής της ισότητος, ως εκ του ότι ο νομοθέτης δεν προέβη στην αναγνώριση της ως άνω υπηρεσίας και για τη θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης. Εξάλλου, αν με την ένδικη αίτηση υπονοείται ότι επέρχεται διαφοροποίηση μεταξύ βουλευτών, όπως ο αναιρεσείων, σε σχέση με εκείνους που είχαν πραγματοποιήσει υπηρεσία εξωκοινοβουλευτικού Υπουργού, Αναπληρωτή Υπουργού ή Υφυπουργού, για τους οποίους προβλέπεται, υπό προϋποθέσεις (εφόσον, δηλαδή, ο χρόνος της βουλευτικής θητείας τους είναι τουλάχιστον ίσος με τα τρία πέμπτα της πλήρους βουλευτικής περιόδου) ο συνυπολογισμός της υπηρεσίας τους αυτής και για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης, πρόκειται επίσης περί ανομοίων περιπτώσεων, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται περί υπηρεσίας σε θέσεις αμέσων οργάνων του Κράτους (Υπουργών, Υφυπουργών), ενώ στην περίπτωση των Γενικών Γραμματέων Υπουργείων πρόκειται περί υπηρεσίας σε θέσεις εμμέσων οργάνων του Κράτους, το συνυπολογισμό της οποίας για τη θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης δεν θέλησε ο νομοθέτης. Άλλωστε, η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 1489/1984, που αντικατέστησε το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του Ζ΄ Ψηφίσματος 1975 της Βουλής, με την οποία προβλεπόταν ο συνυπολογισμός στο χρόνο της βουλευτικής θητείας για τη θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης και του χρόνου υπηρεσίας σε θέση Γενικών Γραμματέων Υπουργείων είχε περιορισμένη χρονική ισχύ, μέχρι το έτος 1989. Επομένως, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, αφού αυτός, έχοντας πραγματοποιήσει, κατά τα γενόμενα δεκτά με την ως άνω απόφαση, υπηρεσία βουλευτή από 0 έτη – 9 μήνες – 20 ημέρες, μη δυναμένου να συνυπολογισθεί στο χρόνο αυτό για τη θεμελίωση δικαιώματος βουλευτικής σύνταξης του χρόνου υπηρεσίας του σε θέσεις Γενικού Γραμματέα Υπουργείων, δεν δικαιούται βουλευτικής συντάξεως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν.δ/τος 99/1974, με τις οποίες απαιτούνται, για τη θεμελίωση του δικαιώματος αυτού, τέσσερα τουλάχιστον πλήρη έτη βουλευτείας, συνεχώς ή διακεκομμένως. Κατά την κατ’ αποτέλεσμα, όμως, συγκλίνουσα άποψη δέκα (10) μελών του Δικαστηρίου ήτοι του Προέδρου Ιωάννη Καραβοκύρη, του Αντιπροέδρου Νικολάου Αγγελάρα και των Συμβούλων Χρυσούλας Καραμαδούκη, Βασιλικής Ανδρεοπούλου, Ασημίνας Σαντοριναίου, Ελένης Λυκεσά, Ευαγγελίας – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Δέσποινας Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αργυρώς Λεβέντη και Χριστίνας Ρασσιά, η επίμαχη προσθήκη στη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 10 του ν. 3075/2002 περί συνυπολογισμού στο χρόνο της βουλευτικής θητείας για την προσαύξηση της σύνταξης και του χρόνου σε θέση Γενικού Γραμματέα Βουλής, Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργείων, επί κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, δεν είναι συναφής με τις λοιπές ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής, επί των οποίων είχε γνωμοδοτήσει η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συνεπώς, ορθώς απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος με τη διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία.
VΙΙΙ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναιρέσεως υπέρ του Δημοσίου (άρθρα 61 παρ. 3 και 117 του π.δ. 1225/1981).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 11 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του … για αναίρεση της 476/2008 οριστικής αποφάσεως του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού και
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναιρέσεως υπέρ του Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2011.
