1634/2010 ΤΜΗΜΑ V
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2010, με την ακόλουθη σύνθεση: Θεοχάρης Δημακόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Τμήματος, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου και Αργυρώ Λεβέντη (εισηγήτρια), Σύμβουλοι, Κωνσταντίνος Παραθύρας και Ασημίνα Σακελλαρίου, Πάρεδροι, οι οποίοι μετέχουν με συμβουλευτική ψήφο.
Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας: Παραστάθηκε ο Αντεπίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Κωνσταντίνος Τόλης, ως νόμιμος αναπληρωτής του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας, ο οποίος είχε κώλυμα.
Γραμματέας:Αικατερίνη Μιχαηλίδη, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (κατηγορίας Π.Ε. με βαθμό Α΄).
Για να δικάσει την από 11 Φεβρουαρίου 2008 (αρ. κατάθ. 27/3.3.2008) έφεση, όπως συμπληρώνεται με το από 7 Ιανουαρίου 2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων:
Του Χρήστου Πάτρα του Ιωάννη, κατοίκου Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης (οδός Αιγαίου, αριθμ. 84), ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίας Λογοθέτη (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 25518),
κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη,
κατά του Υπουργού Εθνικής Άμυνας, και
κατά της Φ.861/473/499003/Σ.8178/11.11.2007 καταλογιστικής πράξης του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Οικονομικού/3α).
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:
Την πληρεξούσια δικηγόρο του εκκαλούντος, η οποία ζήτησε την παραδοχή της έφεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της έφεσης. Και
Τον Αντεπίτροπο της Επικρατείας, ο οποίος πρότεινε, επίσης, την απόρριψη της έφεσης.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Αποφάσισε τα εξής:
Ι. Με την ένδικη από 11.2.2008 έφεση, όπως αυτή αναπτύσσεται με τα από 25.1.2010 και 16.2.2010 παραδεκτώς κατατεθέντα υπομνήματα, ζητείται η ακύρωση της Φ.861/473/499003/Σ.8178/11.11.2007 πράξης του Β΄ Υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (Διεύθυνση Οικονομικού 3Α), με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος του εκκαλούντος, ως αποζημίωση, το ποσό των 30.960 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου λόγω της, κατόπιν υποβολής αίτησης αποστρατείας, αποχώρησής του από τις Ένοπλες Δυνάμεις πριν από τη συμπλήρωση του απαιτούμενου από τις διατάξεις του άρθρου 64 του ν. 1400/1973, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3257/2004, χρόνου υποχρεωτικής παραμονής του σ’ αυτές. Η έφεση αυτή, στη δίκη της οποίας διάδικος είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται μόνο από τον Υπουργό Οικονομικών και όχι και από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, όπως εσφαλμένως αναφέρεται στο δικόγραφό της, και για την οποία έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 4164933, 1047925, 1047926, 1047927 ειδικά έντυπα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου σειρά Α΄) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και, επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την νομική και ουσιαστική βασιμότητά της. Όμως, όσον αφορά στους συναφώς κατατεθέντες πρόσθετους λόγους της έφεσης, αυτοί απαραδέκτως ασκούνται και πρέπει να απορριφθούν καθόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει ότι επιδόθηκαν στον εφεσίβλητο Υπουργό Οικονομικών (άρθρο 55 παρ. 2 του π.δ/τος 1225/1981).
ΙΙ.Με τις διατάξεις του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973 «Περί καταστάσεων των Αξιωματικών των Ενόπλων Δυνάμεων» (Φ.Ε.Κ. Α΄ 114), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3257/2004 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 143) και ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης καταλογιστικής πράξης, ορίζεται ότι: «1. Οι απόφοιτοι από τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι.) και τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.) αξιωματικοί αναλαμβάνουν από την ονομασία τους ως Ανθυπολοχαγών, Σημαιοφόρων ή Ανθυποσμηναγών υποχρέωση παραμονής στις Ένοπλες Δυνάμεις (Ε.Δ.) για χρόνο διπλάσιο των ετών φοίτησής τους, όπως αυτά καθορίζονται από τους Οργανισμούς των Α.Σ.Ε.Ι. και τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.). (…) 7. Αξιωματικοί του υγειονομικού σώματος, που αποκτούν με μέριμνα της υπηρεσίας εξειδίκευση, αναλαμβάνουν υποχρέωση παραμονής στις Ε.Δ. για πέντε έτη. (…) 11. Ο χρόνος φοίτησης στα Α.Σ.Ε.Ι. και τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ.) υπολογίζεται από την εγγραφή του μαθητή στη δύναμη της Σχολής μέχρι την ονομασία του ως Ανθυπολοχαγού, Σημαιοφόρου ή Ανθυποσμηναγού (…) 12. Ο χρόνος εκπαίδευσης ή φοίτησης, σύμφωνα με τις παραπάνω παραγράφους υπολογίζεται από την έναρξη μέχρι τη λήξη της εκπαίδευσης ή φοίτησης. Στο χρόνο αυτό συνυπολογίζονται και οι προβλεπόμενες κατά το διάστημα αυτό διακοπές. (…) 15. Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3 έως και 8 υπολογίζονται μετά τη λήξη της εκπαίδευσης που δημιούργησε την υποχρέωση και προστίθενται στην αρχική υποχρέωση των παραγράφων 1 και 2. Ο χρόνος εκπαίδευσης δεν προσμετράται για τη συμπλήρωση της αναλαμβανόμενης υποχρέωσης. 16. Όσοι εξέρχονται από το στράτευμα λόγω παραίτησης ή απόταξης ή λόγω υποβολής ειδικής έκθεσης αποστρατείας (…), υποχρεούνται να καταβάλουν υπέρ του Δημοσίου αποζημίωση ίση με το γινόμενο του βασικού μισθού του κατεχόμενου βαθμού επί τους υπολειπόμενους μήνες υποχρέωσης παραμονής στο στράτευμα. (…). Η αποζημίωση ή η δαπάνη εκπαίδευσης, κατά περίπτωση, καταλογίζεται και βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο (…)». Περαιτέρω, στο άρθρο 63 παρ. 4 του ιδίου ως άνω ν.δ/τος ορίζεται ότι: «4. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται: α. Εις τους υγειονομικούς αξιωματικούς η άσκησις του ιατρικού επαγγέλματος ιδιωτικώς κατά τας εκτός υπηρεσίας ώρας (…)» και στο άρθρο 34 ότι: «1. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου αφορούν εις αποστρατείας των μονίμων εν ενεργεία αξιωματικών συνεπεία των κάτωθι αιτιών: (…) ε) Λόγω υποβολής αιτήσεως αποστρατείας ή παραιτήσεως (…) 4. Οι μόνιμοι εν ενεργεία αξιωματικοί, εάν συνεπλήρωσαν τον προς απόληψιν συντάξεως νενομισμένον χρόνον και εξεπλήρωσαν τας βάσει των κείμενων διατάξεων ανειλημμένας υποχρεώσεις παραμονής των εις το Στράτευμα, δύνανται να υποβάλλουν αίτησιν αποστρατείας. 5. Εάν εξεπλήρωσαν μόνον τας ανειλλημένας υποχρεώσεις παραμονής των εις το Στράτευμα, δύνανται να υποβάλλουν αίτησιν παραιτήσεως. (…)». Επίσης, στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 1394/1983 ορίζεται ότι: «1. Οι Αξιωματικοί Ιατροί του Υγειονομικού ειδικεύονται υποχρεωτικά με φροντίδα της Υπηρεσίας. Η ειδικότητα προτιμήσεως δηλώνεται από αυτούς κατά το τελευταίο δίμηνο της φοιτήσεώς τους στο Τμήμα Βασικής Εκπαιδεύσεως της Σχολής Υγειονομικού. Η ειδίκευση γίνεται στο εσωτερικό και, όταν δεν υπάρχει δυνατότητα, στο εξωτερικό, αφορά τη λήψη μίας από τις ιατρικές ειδικότητες κατά τις ανάγκες της υπηρεσίας και έχει ως επακόλουθο πρόσθετη υποχρέωση παραμονής στο Στράτευμα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Ο τρόπος κατανομής των ιατρών σε ειδικότητες, η επιλογή, ο προγραμματισμός και η διαδικασία προσκλήσεως για έναρξη ειδικεύσεως ρυθμίζονται με διαταγές του ΓΕΣ, που προσκαλούνται από τους αρμόδιους φορείς». Τέλος, στην παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ/τος 273/1998 ορίζεται ότι: «Λοχαγοί Υγειονομικού γενικής ειδικότητας Ιατρού, για να προαχθούν στον ανώτερο βαθμό πρέπει να έχουν αποκτήσει πτυχίο εξειδικεύσεως (…)». Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι υπό το καθεστώς των ρυθμίσεων του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3257/2004, όλοι αδιακρίτως οι αξιωματικοί που αποφοιτούν από τα Ανώτατα Στρατιωτικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Σ.Ε.Ι) και τη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων (Σ.Σ.Α.Σ) και αναλαμβάνουν από την ονομασία τους ως Ανθυπολοχαγών, Σημαιοφόρων ή Ανθυποσμηναγών, υποχρέωση παραμονής στις Ένοπλες Δυνάμεις δύνανται πλέον (σε αντίθεση με τις προγενέστερες ρυθμίσεις της παραγράφου 17 του ανωτέρω άρθρου) να παραιτηθούν, πριν συμπληρώσουν το χρόνο υποχρεωτικής παραμονής τους σ’ αυτές. Παραλλήλως, όμως, υποχρεούνται να καταβάλουν αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου − ίση με το γινόμενο του βασικού μισθού του μισθολογικού βαθμού που κατέχουν, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις (άρθρο 6 του ν. 2838/2000- Φ.Ε.Κ. Α΄ 179- όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 37 του ν. 3016/2002 –Φ.Ε.Κ. Α΄ 110) επί τον αριθμό των υπολειπόμενων μηνών της υποχρεωτικής παραμονής τους και καταλογίζονται για το λόγο αυτό με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Άμυνας ή του εξουσιοδοτηθέντος από αυτόν οργάνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1 και 89 παρ. 2 του ν.δ/τος 721/1970 (πρβλ Ελ.Συν. V Τμ. 175, 666, 1311, 3572/2009, 2228/2008, 2479/2006). Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3257/2004, οι αξιωματικοί αναλαμβάνουν αρχικά υποχρέωση παραμονής στις Ε.Δ. για χρόνο διπλάσιο του χρόνου φοίτησής τους στις ανωτέρω σχολές (αντί του τριπλάσιου που όριζαν οι διατάξεις του άρθρου 64 του ν.δ./τος 1400/1973 πριν από την αντικατάστασή τους ως ανωτέρω), στον οποίο μάλιστα (χρόνο υποχρεωτικής παραμονής) δεν συνυπολογίζεται η φοίτηση στη Σ.Σ.Α.Σ. διότι δεν αποτελεί χρόνο παροχής υπηρεσιών, ενώ για τους αξιωματικούς του υγειονομικού σώματος, που εξειδικεύονται με μέριμνα της υπηρεσίας τους, εξακολουθεί να υφίσταται η προβλεπόμενη από τις προγενέστερες ρυθμίσεις πρόσθετη υποχρέωση παραμονής στις ένοπλες δυνάμεις για πέντε (5) επιπλέον έτη. Όπως δε προκύπτει από την ερμηνεία των παρ. 7 και 15 του άρθρου 64 σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 1394/1983 και της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ/τος 273/1998, η προαναφερόμενη πρόσθετη υποχρέωση παραμονής των αξιωματικών του υγειονομικού σώματος, δεν περιορίζεται στην περίπτωση απόκτησης εξειδίκευσης κατά την έννοια του άρθρου 83 του ν. 2071/1992, αλλά αφορά όλους όσους ιατρούς αποκτούν, με μέριμνα υποχρεωτικά της υπηρεσίας, οιαδήποτε από τις προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία ιατρικές ειδικότητες, για την απόκτηση μάλιστα των οποίων δύναται να τοποθετούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 123/1975, ως υπεράριθμοι σε κλινικές νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ε.Σ.Υ. Εξάλλου, όπως συνάγεται και από τη διάταξη του της παρ. 3 του άρθρου 2 του π.δ/τος 273/19998, δεν υφίσταται υποχρέωση των αξιωματικών του υγειονομικού σώματος για την απόκτηση ιατρικής ειδικότητας, καθόσον η μη απόκτηση ειδικότητας επηρεάζει μόνο την ιεραρχική εξέλιξή τους, ενώ η επιλογή της ειδικότητας που θα ακολουθήσει κάθε αξιωματικός του υγειονομικού σώματος που επιθυμεί περαιτέρω εξειδίκευση τελεί σε συνάρτηση του προγραμματισμού των αναγκών της υπηρεσίας και της κατάταξης του ενδιαφερόμενου, κατόπιν διαγωνισμού, ανάλογα με τις επιδόσεις αυτού (άρθρο 14 ν. 1394/1983 σε συνδυασμό με τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες διατάξεις). Περαιτέρω, ο χρόνος απόκτησης της ειδικότητας δεν προσμετράται στο χρόνο υποχρεωτικής παραμονής των αξιωματικών του υγειονομικού σώματος. Και τούτο διότι, αφενός, ο όρος «εκπαίδευση» της παρ. 15 του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973 περιλαμβάνει το σύνολο των εξειδικευόμενων στις παραγράφους 3 έως 8 του ίδιου άρθρου μορφών της (εξειδίκευση-εκπαίδευση-φοίτηση), οι οποίες θεωρούνται εν προκειμένω από το νομοθέτη ως ταυτόσημες έννοιες, αφετέρου δε διότι ο χρόνος απόκτησης της ειδικότητας (υπηρεσία σε κλινική ή εργαστήριο νοσηλευτικού ιδρύματος) εντάσσεται στο πλαίσιο της μετεκπαίδευσης των πτυχιούχων της ιατρικής (βλ. Ελ.Συν. V Τμ. 1311, 666, 175/2009, ΑΠ 1725/2005, Γνωμ. ΝΣΚ 156/2006). Εξάλλου, η υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης δε συνιστά κύρωση, και τούτο παρά το γεγονός ότι αντίστοιχη υποχρέωση προβλέπεται, σύμφωνα με την παρ. 16 του άρθρου 64 του ν.δ. 1400/1973, και για όσους αποχωρούν λόγω απόταξης ή λόγω υποβολής ειδικής έκθεσης αποστρατείας, καθόσον σε όλες τις περιπτώσεις της προαναφερόμενης παραγράφου η προβλεπόμενη αποζημίωση έχει χαρακτήρα αποκαταστατικό της ζημίας την οποία έχει υποστεί το Δημόσιο.Ως δαπάνες, για αποκατάσταση της ζημίας δε, θα πρέπει να νοούνται οι πάσης φύσεως δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε το Δημόσιο κατά τη φοίτηση των στρατιωτικών (όπως δαπάνες σίτισης, ένδυσης και συντήρησης με την καταβολή χρηματικού βοηθήματος κατά τη φοίτηση στα Α.Σ.Ε.Ι. και τη Σ.Σ.Α.Σ. και αποδοχών κατά τη φάση απόκτησης ειδικότητας κ.λπ. στέγαση, καθαριότητα, θέρμανση, εξοπλισμός, μισθοί προσωπικού εκπαίδευσης και διοικητικής υποστήριξης κ.λπ.). Λόγω δε του ανέφικτου του επακριβούς προσδιορισμού των ανωτέρω δαπανών για κάθε αποχωρούντα στρατιωτικό, το ύψος της σχετικής αποζημίωσης του Δημοσίου καθορίζεται με γενικό και αντικειμενικό τρόπο, και μάλιστα κατά μαχητό τεκμήριο. Υπό το πρίσμα δε του αποκαταστατικού χαρακτήρα της αποζημίωσης η υποχρέωση του παραιτηθέντος/αποχωρούντος προς αποκατάσταση της ζημίας του Δημοσίου ισχύει και στην περίπτωση των στρατιωτικών του Υγειονομικού Σώματος που παραιτούνται προκειμένου να ακολουθήσουν ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή ενισχύεται από την κατ’ αδιάστικτο και απόλυτο τρόπο διατύπωση της παρ. 16 του άρθρου 64, αλλά, και από τη συνδυαστική και τελολογική ερμηνεία των παρ. 5 και 6 του άρθρου 34 του ν.δ. 1400/1973, αφού η εισαχθείσα με την παρ. 1 του άρθρου 7 του ν. 2913/2001 εξαίρεση υπέρ των αξιωματικών που εκλέγονται μέλη διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. ή ερευνητικού προσωπικού των Τ.Ε.Ι. νοείται μόνο ως μερική και κατ’ εξαίρεση άρση της απαγόρευσης παραίτησης πριν την πάροδο του χρόνου υποχρεωτικής παραμονής που ίσχυε πριν την τροποποίηση του άρθρου 64 με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3257/2004 (πρβλ. γνωμ. 506/2006 ΝΣΚ). Για τον ίδιο εξάλλου δικαιολογητικό λόγο η υποχρέωση καταβολής της προβλεπόμενης αποζημίωσης δεν αίρεται ακόμα και στην περίπτωση που υφίσταται θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, αφού αυτή, με την ρητή εξαίρεση της αποχώρησης του στρατιωτικού για λόγους υγείας, εξαρτάται απλά και μόνο από την εκπλήρωση του χρόνου υποχρεωτικής παραμονής και όχι από την αιτία εξόδου από την υπηρεσία (παραίτηση, αίτηση αποστρατείας κλπ.).
ΙΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, από το σύνολο των στοιχείων του φακέλου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο εκκαλών που γεννήθηκε το έτος 1961 εισήχθη στις 22.9.1980 στη Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων και μετά την αποφοίτησή του στις 17.12.1986 ονομάστηκε Ανθυπολοχαγός Υγειονομικού Ιατρός και ανέλαβε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 64 του ν.δ./τος 1400/1973 όπως ισχύει, αρχική υποχρέωση παραμονής στις τάξεις των Ε.Δ. για χρονικό διάστημα 12 ετών, δηλαδή διπλάσιο του χρόνου φοίτησής του στη Σ.Σ.Α.Σ. Κατόπιν, ο εκκαλών από 2.9.1989 έως 1.9.1990 τοποθετήθηκε στην Α΄ Χειρουργική Κλινική του 424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου Εκπαίδευσης και ασκήθηκε ως εσωτερικός βοηθός, από 2.9.1990 έως 1.9.1991 τοποθετήθηκε στην ωτορινολαρυγγολογική κλινική του ιδίου ως άνω Νοσοκομείου και ασκήθηκε ως εσωτερικός βοηθός και από 2.9.1991 έως 1.9.1994 τοποθετήθηκε στην Ωτορινολαρυγγολογική κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ. Μετά την ολοκλήρωση της ανωτέρω ειδικότητας του ο εκκαλών ανέλαβε, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973 πρόσθετη υποχρέωση παραμονής στο στράτευμα για 5 επιπλέον έτη. Με το από 31.10.2006 π.δ. (Φ.Ε.Κ. Γ΄ 410/16.11.2006) ο εκκαλών τέθηκε σε αποστρατεία κατόπιν της από 14.6.2006 αίτησής του, η οποία έγινε δεκτή με την Φ.414.14/25/628499/Σ.9122/14.8.2006 απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Άμυνας. Για τον υπολογισμό του πραγματικού χρόνου παραμονής του εκκαλούντος στις Ένοπλες Δυνάμεις δεν προσμετρήθηκε ο χρόνος των 5 ετών, από 2.9.1989 έως 1.9.1994, που δαπανήθηκε για την απόκτηση της ιατρικής του ειδικότητας. Κατά συνέπεια ο πραγματικός χρόνος παραμονής του εκκαλούντος στις Ένοπλες Δυνάμεις ορίστηκε συνολικά σε 14 έτη, 11 μήνες και 15 ημέρες αναλυόμενος ειδικότερα σε 2 έτη, 8 μήνες και 15 μέρες (αφορά το χρονικό διάστημα από 17.12.1986 έως 1.9.1989) και 12 έτη, 3 μήνες και 0 ημέρες (αφορά το χρονικό διάστημα από 18.9.1994 έως 17.12.2006). Δεδομένου δε ότι ο εκκαλών είχε, κατά τα ανωτέρω, αναλάβει υποχρέωση παραμονής στο στρατό για 17 συνολικά έτη, καταλογίστηκε με την προσβαλλόμενη πράξη με το ποσό των 30.960 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο γινόμενο του βασικού μισθού που λάμβανε κατά την έξοδό του από την ενεργό υπηρεσία επί το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα υποχρεωτικής παραμονής του σ’ αυτήν, από έτη 2, μήνες 0 και μέρες 15 (1.290 ευρώ Χ 24 μήνες). Ήδη ο εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του ζητεί την ακύρωση της πράξης αυτής προβάλλοντας ότι οι διατάξεις του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973, όπως ισχύουν, κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, παραβιάζουν τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 77 και της παρ. 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος. Ειδικότερα, ο εκκαλών, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, προβάλλει ότι με την προσβαλλόμενη πράξη εφαρμόσθηκε στην περίπτωσή του το άρθρο 64 του ν.δ. 1400/1973, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του ν. 3257/2004, το οποίο εισάγει δυσμενέστερο καθεστώς σε σχέση με το προϊσχύον στο οποίο είχε εκούσια υπαχθεί υποβάλλοντας υπεύθυνη δήλωση κατά την έναρξη της ειδικότητας του ωτορινολαρυγγολόγου, αφού δεν του προσμετρήθηκε στον υποχρεωτικό χρόνο παραμονής του στο στράτευμα ο χρόνος απόκτησης της ειδικότητας. Ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον η ως άνω διάταξη του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973 έπαυσε να ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 του ν.3257/2004 το οποίο, ως ευμενέστερο δεν έχει αναδρομική ισχύ αλλά ελλείψει μεταβατικής διάταξης, εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις των στρατιωτικών που παραιτούνται μετά την έναρξη ισχύος του (30.7.2004) ανεξαρτήτως του χρόνου ανάληψης της υποχρεώσεώς τους (πρβλ. γνωμ. ΝΣΚ 156/2006, Ελ.Συν. V Τμ. 3344/2009). Περαιτέρω, με την ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση, του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3257/2004, δεν παραβιάζεται η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, διότι σε κάθε περίπτωση η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος δεν αποτελεί κατά το Σύνταγμα πρόσκομμα για τη μεταβολή του και δεν οδηγεί τη δράση του νομοθέτη σε παράλυση (πρβλ. ΣτΕ 53/2009, 888/2008, 1678/2002, 1128/2000). Επιπλέον, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο λόγος έφεσης περί μη τήρησης του κατοχυρωμένου στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης του εκκαλούντος πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης. Και τούτο διότι η προσβαλλόμενη δυσμενής διοικητική πράξη εκδόθηκε κατά δεσμία αρμοδιότητα, μετά τη διαπίστωση της συνδρομής των, μη συνδεόμενων με τη συμπεριφορά ή την υπαιτιότητα του εκκαλούντος, αντικειμενικών προϋποθέσεων και συγκεκριμένα αυτών, της οικειοθελούς αποχώρησης του από το στράτευμα πριν από τη συμπλήρωση του κατά νόμο απαιτούμενου χρόνου υποχρεωτικής παραμονής του σ’ αυτό και δεν απαιτείται στην περίπτωση αυτή η τήρηση του δικαιώματος ακροάσεως ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας (πρβλ. Ελ.Συν. V Τμ. 1729/2009, ΣτΕ 352/2006, 135/2005, ΔΕφΑθ 2652/2007 κ.α.). Εξάλλου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αβάσιμος είναι και ο προβαλλόμενος λόγος έφεσης ότι η διάταξη του άρθρου 64 του ν.δ/τος 1400/1973 δεν αφορά τους αξιωματικούς που αποστρατεύθηκαν από το στράτευμα λόγω συμπλήρωσης του συντάξιμου χρόνου, καθόσον η τυχόν χορήγηση σύνταξης δεν προϋποθέτει την εκπλήρωση της ως άνω θεσπιζόμενης υποχρέωσης παραμονής τους στο στράτευμα. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει και ο λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών προβάλλει ότι ο χρόνος ειδίκευσης του δεν θα πρέπει να αφαιρεθεί από το χρόνο πραγματικής παραμονής του στις Ένοπλες Δυνάμεις, διότι η ειδίκευση για τους αξιωματικούς Υγειονομικού Ιατρούς είναι υποχρεωτική. Επιπλέον, ο προβαλλόμενος με το εφετήριο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι στο χρόνο πραγματικής παραμονής του στο στράτευμα πρέπει να συνυπολογιστεί και ο χρόνος ειδίκευσης του στο 424 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Εκπαιδεύσεως τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες και εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις, το χρονικό διάστημα της ειδικότητας αποτελεί χρόνο εκπαίδευσης και όχι χρόνο παροχής υπηρεσιών, ο οποίος και μόνο υπολογίζεται στο χρόνο υποχρεωτικής παραμονής στο στράτευμα (βλ. Ελ.Συν. V Τμ. 3574/2009, 30/2010). Τέλος, ο προβαλλόμενος το πρώτον με τα από 25.1.2010 και 16.2.2010 υπομνήματα λόγος περί συνδρομής στο πρόσωπο του εκκαλούντος της πλάνης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος διότι με το υπόμνημα επιτρέπεται μόνο η ανάπτυξη και η συμπλήρωση των ήδη προταθέντων με την έφεση λόγων και ισχυρισμών. Με τα δεδομένα αυτά, νομίμως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, αφού ο εκκαλών αποχώρησε από τις τάξεις των Ενόπλων Δυνάμεων, πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου υποχρεωτικής παραμονής του σε αυτές. Συνακόλουθα, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η κατάπτωση του παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο61 παρ. 3 του π.δ/τος 1225/1981).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 11.2.2008 έφεση και τους από 7.1.2010 πρόσθετους λόγους αυτής του Χρήστου Πάτρα του Ιωάννη. Και,
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΑΡΓΥΡΩ ΛΕΒΕΝΤΗ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
Δημοσιεύθηκε δε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΘΟΥΛΑ ΣΚΟΥΛΑΞΙΝΟΥ
