230/ 2015 Α΄ ΚΛΙΜΑΚΙΟ
Αποτελούμενο από τα μέλη του Αγγελική Μυλωνά, Σύμβουλο, ως Πρόεδρο, Eυπραξία Δημολιού, Πάρεδρο και Ιωάννη Βάγια (εισηγητή), Εισηγητή.
Συνεδρίασε στο Κατάστημά του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως του Αντωνίας Σαρλά, υπαλλήλου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να αποφασίσει επί της με αριθμ. πρωτ. Γ.Λ.Κ. 230312/20.12.2013 ένστασης του Θεόδωρου Αθηνιώτη του Ιωάννη, πολιτικού συνταξιούχου κατά μεταβίβαση, κατοίκου Βαρειάς Μυτιλήνης (Τ.Κ. 81100).
Κ α τ ά της 88254/2013//26.9.2013 απόφασης του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.).
Αφού έλαβε υπόψη
Την από 22.1.2015 έγγραφη γνώμη της υπηρετούσας στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο Παρέδρου Ειρήνης Κατσικέρη, με την οποία προτείνεται η αναβολή της οριστικής κρίσης προκειμένου να συμπληρωθούν τα στοιχεία του φακέλου.
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Ι. Με την υπό κρίση ένσταση, η οποία νομίμως επανεισάγεται για εξέταση ενώπιον του παρόντος Κλιμακίου μετά την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με την 6/2015 Πράξη του και για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (με το ειδικό έντυπο γραμμάτιο του Δημοσίου 1762708, σειράς Α΄), ζητείται η ακύρωση της 88254/2013//26.9.2013 απόφασης του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., με την οποία καταλογίστηκε ο ενιστάμενος, πολιτικός συνταξιούχος κατά μεταβίβαση λόγω θανάτου της συζύγου του, με το ποσό των 64.210,08 ευρώ που εισέπραξε αχρεωστήτως κατά το χρονικό διάστημα από 28.8.2001, επόμενη της ημερομηνίας τέλεσης νέου γάμου αυτού, έως 31.7.2013. Η ένσταση αυτή έχει ασκηθεί, κατά τα λοιπά, εμπρόθεσμα και νομότυπα και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητά της.
ΙΙ. Α. Το άρθρο 5 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (Σ.Κ.), ο οποίος έχει κυρωθεί με τα άρθρα μόνα των π.δ. 166/2000 (ΦΕΚ Α΄ 153) και ήδη 169/2007 (ΦΕΚ Α΄ 210), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο, ορίζει ότι: «1. Δικαίωμα σε σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο έχουν: α) Η χήρα του υπαλλήλου, από αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 1 και 2, ο οποίος είχε αποκτήσει δικαίωμα σε σύνταξη ή που πέθανε στην υπηρεσία…». Επίσης, το άρθρο 62 του ίδιου ως άνω Κώδικα ορίζει ότι: «Το δικαίωμα σύνταξης χάνεται στις παρακάτω περιπτώσεις: …γ) Αν η θυγατέρα έλθει σε γάμο ή η χήρα σε νέο γάμο είτε κατά το δίκαιο της χώρας μας είτε κατά το αλλοδαπό δίκαιο…», ενώ το άρθρο 69 ορίζει ότι: «1. Κάθε συνταξιούχος υποχρεούται μέσα σ’ έξι μήνες από τη μεταβολή της συνταξιοδοτικής του κατάστασης να την γνωστοποιήσει στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Αν από την παράλειψη της αναγγελίας επέλθει ζημία στο Δημόσιο από σύνταξη που καταβλήθηκε χωρίς να οφείλεται, ο συνταξιούχος υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι το ποσό της σύνταξης τριών μηνών και παράλληλα υποχρεούται ν’ ανορθώσει και τη ζημία που προκλήθηκε… 3. Σε περίπτωση που ο συνταξιούχος τέλεσε νέο γάμο και η σύνταξη πρέπει να διακοπεί γιατί δεν μεταβιβάζεται σε άλλο πρόσωπο, υπόχρεοι για τη δήλωση του γάμου που τελέσθηκε είναι και οι δύο σύζυγοι. Αν αυτοί παραλείψουν να προβούν στη σχετική δήλωση, εκτός από την υποχρέωση να ανορθώσουν τη ζημία που προκύπτει σε βάρος του Δημοσίου από την καταβολή της σύνταξης που δεν οφείλεται, υπόκεινται και σε χρηματική ποινή ίση με τη σύνταξη έξι μηνών, που εισπράττεται και με προσωπική κράτηση…». Περαιτέρω, στο άρθρο 33 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 2362/1995 “Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ Α΄ 247) ορίζεται ότι: «1. Μη νόμιμες δαπάνες που πληρώθηκαν με οποιονδήποτε τίτλο πληρωμής καταλογίζονται (…) β) στο λαβόντα εφόσον έχει συντελέσει υπαίτια στη μη νόμιμη πληρωμή και σε κάθε περίπτωση αχρεώστητης πληρωμής, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτού».
Β. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο νόμος, για λόγους προστασίας του επιπέδου διαβίωσης της οικογένειας των θανόντων υπαλλήλων ή συνταξιούχων, αναγνωρίζει δικαίωμα σύνταξης κατά μεταβίβαση στους επιζώντες συζύγους αυτών. Η κατά μεταβίβαση σύνταξη αποτελεί παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα απονομής συντάξεων και απονέμεται ένεκα του ιδιαίτερου δεσμού του κατά μεταβίβαση συνταξιούχου προς τον εργασθέντα υπάλληλο και δικαιούχο της σύνταξης. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις που αφορούν στις κατά μεταβίβαση συντάξεις αποτελούν εξαιρετικές και ειδικές ρυθμίσεις (βλ. Απόφαση ΙΙ Τμ. 3245/2015). Σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, εφόσον ο χήρος, στον οποίο έχει κανονιστεί κατά μεταβίβαση σύνταξη λόγω θανάτου της συζύγου του, τελέσει νέο γάμο στερείται του κατά μεταβίβαση συνταξιοδοτικού του δικαιώματος, υποχρεούται δε να γνωστοποιήσει στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γ.Λ.Κ. την εν λόγω μεταβολή της συνταξιοδοτικής του κατάστασης εντός έξι μηνών από την επέλευσή της (βλ. ΙΙ Τμ. 2022/2015). Σε περίπτωση δε παράλειψης γνωστοποίησης του γάμου, η είσπραξη συντάξεων μετά την τέλεσή του είναι μη νόμιμη και δημιουργεί υποχρέωση επιστροφής των αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών που καταλογίζονται σε βάρος των λαβόντων, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
2. Α. Στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της κυρωθείσας με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (ΦΕΚ Α΄ 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προααναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός στην περιουσία του προσώπου. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται, όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσης, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Ως περιουσιακό δικαίωμα προστατεύεται και το δικαίωμα στη σύνταξη ανεξαρτήτως της προηγούμενης καταβολής εισφορών ή μη, δεν προστατεύεται, ωστόσο, δικαίωμα σε σύνταξη ορισμένου ύψους (επί των συντάξεων και κοινωνικών παροχών βλ. Αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 6.7.2005 Stec κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 6.11.2008 Κοκκίνης κατά Ελλάδας, σκ. 29, της 4.12.2008 Ρεβελιώτης κατά Ελλάδας, σκ. 27, της 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδας, σκ. 29, της 19.6.2012 Khoniakina κατά Γεωργίας, σκ. 69 επ., της 26.6.2012 Κωσταδήμας κατά Ελλάδας, σκ. 29, Ελ.Συν. Ολομ. 3023, 441/2012, 1031/2011, 984, 166, 26/2010). Περαιτέρω, η μείωση ή στέρηση της σύνταξης δεν αποτελεί απαλλοτρίωση κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου αυτού ούτε μέτρο ρυθμιστικό της χρήσης αγαθών κατά την έννοια του τρίτου εδαφίου αυτού, αλλά επέμβαση σε περιουσιακό δικαίωμα εξεταστέα υπό το πρίσμα του πρώτου εδαφίου αυτού, αν δηλαδή τηρήθηκε ως προς την επέμβαση αυτή μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού κοινωνικού συμφέροντος (δημοσίας ωφελείας) και την προστασία του περιουσιακού δικαιώματος. Προς τούτο ερευνάται αν η επέμβαση στην περιουσία είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού και αν είναι ανάλογη σε σχέση προς αυτόν (βλ. Αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 22.10.2009 Αποστολάκης κατά Ελλάδος, της 18.10.2005 Banfield κατά Ηνωμένου Βασιλείου, της 19.6.2001 και της 30.5.2002 Αζίνας κατά Κύπρου και της 3.3.2011 Klein κατά Αυστρίας). Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία ένας συνταξιούχος στερείται του συνταξιοδοτικού δικαιώματος επειδή δεν πληροί ή παύει να πληροί τις προϋποθέσεις που τίθενται από το εσωτερικό δίκαιο για την αναγνώριση του δικαιώματος αυτού δεν υφίσταται παράνομη επέμβαση στο δικαίωμα της περιουσίας κατά την έννοια του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ (βλ. Αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 28.4.2009 Rasmussen κατά Πολωνίας και 24.10.2013 Damjanac κατά Κροατίας).
Β. Περαιτέρω, το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ προβλέπει ότι: «Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως». Με το ανωτέρω άρθρο θεμελιώνεται η απαγόρευση των διακρίσεων, ενώ κατά την πάγια νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. το άρθρο αυτό δεν έχει αυτοτελή χαρακτήρα, αλλά εξετάζεται σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις της ΕΣΔΑ, ανεξαρτήτως αν το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτές οι διατάξεις δεν παραβιάζονται αυτοτελώς από μία νομοθετική επέμβαση (βλ. ενδεικτικά Αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 20.6.2006 Zarb Adami κατά Μάλτας, σκ. 42 και της 7.11.2013 Βαλλιανάτος και λοιποί κατά Ελλάδος, σκ. 72).
Γ. Τούτων δοθέντων, η προβλεπόμενη από το άρθρο 62 του Σ.Κ. απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των κατά μεταβίβαση συνταξιούχων σε περίπτωση τέλεσης νέου γάμου προβλέπεται σαφώς από το νόμο, είναι πλήρως προβλέψιμη από το συνταξιούχο και αποτελεί συνέπεια της συνειδητής επιλογής για τη μεταβολή της οικογενειακής του κατάστασης. Κατά συνέπεια, εφόσον με την τέλεση του νέου γάμου ο κατά μεταβίβαση συνταξιούχος παύει να πληροί τις εκ των προτέρων νομοθετικά καθορισμένες προϋποθέσεις αναγνώρισης του δικαιώματος σύνταξης, η απώλεια του δικαιώματος αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά αυτοτελή παραβίαση των περιουσιακών του δικαιωμάτων που προστατεύονται από το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, η νομοθετική επιλογή απώλειας του περιουσιακής φύσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος σε περίπτωση τέλεσης νέου γάμου, η οποία διαφοροποιεί τους κατά μεταβίβαση συνταξιούχους που τελούν νέο γάμο έναντι αυτών που δεν τελούν, έχει θεσμοθετηθεί στο πλαίσιο της κατ’ αρχήν ευχέρειας του νομοθέτη να αξιολογεί τους λόγους δημόσιας ωφέλειας, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν τη διαφορετική μεταχείριση στην απόλαυση ενός περιουσιακής φύσης αγαθού, κατόπιν στάθμισης παραμέτρων πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα (πρβλ. Αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α. της 21.2.1986 James και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου σκ. 46, της 20.11.1995 Pressos Compania Naviera S.A. και λοιποί κατά Βελγίου, σκ. 37, της 23.10.1997 National & Provincial Building Society, Leeds Permanent Building Society et Yorkshire Building Society κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 80, της 8.7.2004 Κλιάφας και λοιποί κατά Ελλάδας, σκ. 25, 18.2.2009 Andrejeva κατά Λετονίας, σκ. 83, της 11.2.2010«Sud Parisienne de Construction κατά Γαλλίας, σκ. 36, Ελ.Συν. Ολ. 2705/2014, Ι Τμ. 2673, 2669, 3710/2014, ΣτΕ 3613/2013, ΣτΕ Ολ. 668/2012), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξοικονόμηση των κονδυλίων του Δημοσίου Ταμείου, ενόψει της αρχής της δημοσιονομικής βιωσιμότητας (πρβ. απόφ. Ε.Δ.Δ.Α. της 12.10.2004 Kjartan Asmundsson κατά Ισλανδίας, σκ. 43, της 15.4.2014 Stefanetti κατά Ιταλίας, σκ. 56, της 3.10.2013 Γιαβή κατά Ελλάδας, σκ. 48, της 7.5.2013 Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, σκ. 38 και 39). Δικαιολογείται δε από το γεγονός ότι με την τέλεση νέου γάμου εκ μέρους του κατά μεταβίβαση συνταξιούχου αφενός παύει να υφίσταται ο σκοπός θέσπισης της ρύθμισης, αφετέρου αυτός δεν τελεί υπό την αυτή νομική και πραγματική κατάσταση με τον μη τελέσαντα νέο γάμο συνταξιούχο. Κατά συνέπεια, η νομοθετική αυτή επιλογή δεν παραβιάζει το άρθρο 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ σε συνδυασμό εφαρμοζόμενο με το άρθρο 14 αυτής.
3. Εξάλλου, η πρόβλεψη του καταλογισμού των αχρεωστήτως ληφθέντων ποσών συντάξεων, σε περίπτωση μη έγκαιρης δήλωσης της τέλεσης νέου γάμου, υπαγορεύεται από την αρχή του αδικαιολογήτου πλουτισμού σε βάρος του Δημόσιου Ταμείου κατά την πληρωμή από αυτό συνταξιοδοτικών παροχών (πρβλ. Απόφαση Ε.Δ.Δ.Α. της 15.9.2009 Moskal κατά Πολωνίας, σκ. 73). Ειδικότερα, όπως γίνεται παγίως δεκτό από το Δικαστήριο τούτο (βλ. Ελ. Συν. Ολομ. 1246/2014, 4324/2013, 1385/2012, 1680/2009, 2438/2008, 1114/2007, 1453/2006, 1428/2005, Ι Τμ. 3710/2014), στις περιπτώσεις που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως ποσά συντάξεων, η αναζήτηση και επιστροφή τους αντίκειται στις αρχές της εύρυθμης και χρηστής διοίκησης, όταν: α) κρίνεται, κατόπιν εκτίμησης των συγκεκριμένων σε κάθε περίπτωση συνθηκών και της επί μακρόν χρόνο συμπεριφοράς των αρμοδίων κρατικών οργάνων, ότι δημιουργήθηκε, σε εκείνον που εισέπραξε τα ανωτέρω ποσά, σταθερή και δικαιολογημένη πεποίθηση ότι ήταν δικαιούχος αυτών και συνεπώς, τα εισέπραξε καλόπιστα (πρβ. και Αποφάσεις Ε.Δ.Δ.Α., ό.π., Moskal, σκ. 72, της 5.1.2000 Beyeler κατά Ιταλίας, σκ. 119 έως 122) και β) προκύπτει, από την εκτίμηση των στοιχείων της προσωπικής, οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που εισέπραξε τα ποσά αυτά, ότι η αναζήτηση, μετά παρέλευση μακρού χρόνου και η απόδοση των οφειλομένων θα δημιουργήσει στον ίδιο ή την οικογένειά του, σοβαρές και απρόβλεπτες οικονομικές δυσχέρειες, με άμεση δυσμενή επίδραση στα μέσα διαβίωσής τους, η οποία παρίσταται δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο από την παρακράτηση σκοπό (πρβ. Απόφαση Ε.Δ.Δ.Α., ό.π. Moskal, σκ. 74, 76). Αμφότεροι οι ανωτέρω όροι (καλοπιστία και οικονομική αδυναμία) απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά και δεν αρκεί η συνδρομή του ενός εξ αυτών για την άρση του επιβαλλόμενου μέτρου επιστροφής (βλ. αποφ. Ολομ. ΕΣ 458/2002, 1680/2009), καθόσον, πλην της καλόπιστης είσπραξης, θα πρέπει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να αποδεικνύεται η πραγματική διατάραξη της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του επιδιωκόμενου με την επιστροφή των αχρεωστήτως ληφθέντων σκοπού γενικού συμφέροντος και των περιουσιακών δικαιωμάτων του συνταξιούχου (πρβλ. Απόφαση V Τμ. 2508/2010). Σε κάθε πάντως περίπτωση, η προϋπόθεση της καλής πίστης δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συντρέχει όταν αποδεικνύεται ότι ο αχρεωστήτως λαβών παρέλειψε να ενημερώσει ή ενημέρωσε εσφαλμένως την αρμοδία Υπηρεσία Συντάξεων του Γ.Λ.Κ. σχετικώς με την τέλεση νέου γάμου (βλ. πράξεις Α΄ Κλιμακίου 4226/2010, 545/2009, 2146/2008, 597/2007 και πρβλ. πράξεις Α΄ Κλιμακίου 2368, 14/2003, 481/2002).
4. Α. Στην υπό κρίση υπόθεση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι στον ενιστάμενο, χήρο σύζυγο πολιτικής υπαλλήλου του Δημοσίου που απεβίωσε στις 28.06.1994, με την 3046/2.2.1997 πράξη του Διευθυντή της 42ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κανονίστηκε από 1.2.1997, κατά μεταβίβαση, μηνιαία σύνταξη. Σύμφωνα δε με το από 10.12.2013 Πιστοποιητικό Οικογενειακής Κατάστασης του Δημάρχου Λέσβου ο ενιστάμενος τέλεσε νέο γάμο στις 27.8.2001. Ακολούθως, με την προσβαλλόμενη πράξη του γνωστοποιήθηκε η διακοπή καταβολής της ανωτέρω σύνταξης από 1.8.2013, κατόπιν αυτεπάγγελτης αναζήτησης από την αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης, και ο καταλογισμός του με το ποσό των 66.781,98 ευρώ, εκ των οποίων ποσό 64.210,08 ευρώ αντιστοιχεί στις αχρεωστήτως ληφθείσες συντάξεις και επιδόματα εξομάλυνσης για το χρονικό διάστημα από 27.8.2001 έως 31.7.2013 και ποσό 2.571,90 ευρώ αντιστοιχεί στο επιβληθέν δυνάμει του άρθρου 69 παρ. 3 του ΣΚ χρηματικό πρόστιμο.
Β. Ήδη, με την κρινόμενη ένσταση ο ενιστάμενος ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης προβάλλοντας την αντίθεση των διατάξεων του άρθρου 69 παρ. 1 του ΣΚ με το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ αυτοτελώς εφαρμοζόμενου, αλλά και σε συνδυασμό με το άρθρο 14 αυτής, καθώς και με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Με τα δεδομένα αυτά, και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη σκέψη 2 της παρούσας, το Κλιμάκιο κρίνει ότι ο ανωτέρω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο, διότι η ανωτέρω απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος σε περίπτωση τέλεσης νέου γάμου προβλέπεται σαφώς από το νόμο, είναι πλήρως προβλέψιμη από το συνταξιούχο και αποτελεί συνέπεια της συνειδητής επιλογής για τη μεταβολή της οικογενειακής του κατάστασης. Κατά συνέπεια, εφόσον με την τέλεση του νέου γάμου ο κατά μεταβίβαση συνταξιούχος παύει να πληροί τις εκ των προτέρων νομοθετικά καθορισμένες προϋποθέσεις αναγνώρισης του δικαιώματος σύνταξης, η απώλεια του δικαιώματος αυτού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά παραβίαση των περιουσιακών του δικαιωμάτων που προστατεύονται από το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός ότι η στέρηση της σύνταξης από τον κατά μεταβίβαση συνταξιούχο σε περίπτωση τέλεσης νέου γάμου συνιστά διακριτική μεταχείριση που παραβιάζει το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, καθώς και το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο, διότι ο σκοπός χορήγησης της σύνταξης κατά μεταβίβαση είναι η προστασία της οικογένειας του θανόντος υπαλλήλου ή συνταξιούχου μέσω της διατήρησης του βιοτικού επιπέδου που απολάμβανε πριν το θάνατο αυτού. Ο σκοπός δε αυτός παύει να υφίσταται σε περίπτωση τέλεσης νέου γάμου του επιζώντος συζύγου, γεγονός που δικαιολογεί τη νομοθετική επιλογή απώλειας του κατά μεταβίβαση δικαιώματος. Η επιλογή δε αυτή είναι θεμιτή και αναλογική και δεν εισάγει παράνομη δυσμενή σε βάρος των τελούντων νέο γάμο διάκριση, καθώς αυτή τελεί σε αρμονία τόσο με το σκοπό θέσπισης της ρύθμισης, ήτοι την προστασία της οικογένειας του θανόντος υπαλλήλου ή συνταξιούχου, η έννοια της οποίας παύει να υφίσταται μετά την τέλεση νέου γάμου, όσο και με την ανάγκη διαφύλαξης των πόρων του Δημόσιου Ταμείου για τη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας. Σε κάθε δε περίπτωση, οι κατά μεταβίβαση συνταξιούχοι που τελούν νέο γάμο δεν τελούν υπό την ίδια πραγματική και οικονομική κατάσταση σε σχέση με τους χήρους συνταξιούχους, ώστε να τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτων δοθέντων, μη νομίμως ο ενιστάμενος λάμβανε, κατά το άνω χρονικό διάστημα, μετά τη σύναψη γάμου, σύνταξη και επιδόματα εξομάλυνσης και, ως εκ τούτου, νομίμως αυτός καταλογίστηκε με τα ποσά που αντιστοιχούν στις παροχές αυτές με την προσβαλλόμενη πράξη.
Γ. Περαιτέρω, ο ενιστάμενος ισχυρίζεται ότι εισέπραξε καλοπίστως το καταλογιζόμενο σε βάρος του ποσό και ότι η επιστροφή του θα θέσει σε κίνδυνο τα μέσα διαβιώσεως του ιδίου και της οικογένειάς του. Επί του ισχυρισμού αυτού, το Κλιμάκιο κρίνει ότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της καλοπιστίας στο πρόσωπο του ενισταμένου, δοθέντος ότι η αχρεώστητη καταβολή της από μεταβίβαση σύνταξης κατά το χρονικό διάστημα μετά την τέλεση νέου γάμου οφείλεται αποκλειστικώς σε δική του ενέργεια και συγκεκριμένα στην κατά παράβαση του άρθρου 69 του Σ.Κ. μη δήλωση της μεταβολής της οικογενειακής του κατάστασης. Σε κάθε δε περίπτωση, εφόσον δεν μεσολάβησε πράξη ή παράλειψη της Διοίκησης τέτοια που να δημιουργήσει στην ενισταμένο δικαιολογημένη πεποίθηση ότι εδικαιούτο τη λήψη σύνταξης, αλλά η αιτία της αχρεώστητης καταβολής εκπορεύθηκε από την δική του πλευρά, έστω και εκ παραδρομής ή εξ αγνοίας, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι υπήρξε καλόπιστος κατά την είσπραξη του επίμαχου ποσού. Τέλος, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο του ενισταμένου η προϋπόθεση της καλόπιστης είσπραξης του καταλογισθέντος εις βάρος του ποσού, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση της οικονομικής αδυναμίας αυτού προς επιστροφή του εν λόγω ποσού.
5. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη ένσταση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (βλ. άρθρο 90 παρ. 1 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4129/2013).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την ένσταση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ
ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΜΥΛΩΝΑ ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΓΙΑΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΤΩΝΙΑ ΣΑΡΛΑ
