ΕΣ 2620/09,Ολομ., ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ Η ΟΜΟΔΙΚΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΠΔΔ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΑΣΚΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 4-7-06 ΕΑΝ ΔΕΝ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΔΥΟ (ΚΠΟΛΔ, ΟΧΙΜΕΤΑ ΙΣΧΥΕΙ Ο ΚΔΔ)- ΘΕΩΡΗΜΕΝΟ ΧΕ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΕΙ-

ΕΣ Ολομ

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 2620/2009
ΠΕΡΙΛΗΨΗ :
ΕΣ 2620/09,Ολομ., ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ Η ΟΜΟΔΙΚΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΝΠΔΔ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ, ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ Η ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΠΟΥ ΑΣΚΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΤΗΝ 4-7-06 ΕΑΝ ΔΕΝ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΆΡΘΡΟ 76 ΚΠΟΛΔ και τα ανάλογα που ισχύουν στην αναίρεση στον Άρειο Πάγο ( μετά όμως την 4-7-2006 ΙΣΧΥΕΙ Ο ΚΔΔ και δενπροβλέπεται η απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης)-ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 6 ΤΗΣ ΕΣΔΑ ΟΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ ΤΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ- ΘΕΩΡΗΜΕΝΟ ΧΕ ΠΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΕ (ΕΞΟΦΛΗΘΗΚΕ) ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΟΓΙΣΤΕΙ Ως ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΑΝ ΠΡΟΕΚΥΨΑΝ ΠΛΑΣΤΑ Η ΕΙΚΟΝΙΚΑ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΣΤΟΧΙΕΙΑ ΕΚΤΟς ΕΑΝ ΕΛΑΒΕ ΧΩΡΑΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣΕΩΣ- ΑΥΤΌ ΔΙΟΤΙ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟς ΕΛΕΓΧΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΤΥΠΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Ιουνίου 2008, με την ακόλουθη σύνθεση: Ιωάννης Καραβοκύρης, Προεδρεύων Αντιπρόεδρος, Χρήστος Ντάκουρης, Νικόλαος Αγγελάρας, Ελένη Φώτη, Κωνσταντίνος Κανδρής και Φλωρεντία Καλδή, Αντιπρόεδροι, Γεώργιος Κωνσταντάς, Διονύσιος Λασκαράτος, Μιχαήλ Ζυμής, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Κωνσταντίνα Ζώη (εισηγήτρια), Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα και Αγγελική Μυλωνά, Σύμβουλοι (ο Πρόεδρος Γεώργιος – Σταύρος Κούρτης, οι Αντιπρόεδροι Ευστάθιος Ροντογιάννης και Αντώνιος Τομαράς και οι Σύμβουλοι Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Θεοχάρης Δημακόπουλος, Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Σωτηρία Ντούνη, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Ελένη Λυκεσά και Δημήτριος Πέππας απουσίασαν δικαιολογημένα).

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ : Άννα Λιγωμένου, Σύμβουλος ασκούσα καθήκοντα Αντεπιτρόπου, κωλυομένων του Γενικού Επιτρόπου και του Επιτρόπου της Επικρατείας, που απουσίασαν δικαιολογημένα.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ : Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Για να δικάσει την, από 23.5.2006 (αριθμ. καταθ. 270/23.5.2006), αίτηση αναίρεσης και τους, από 19.5.2008 (αριθμ. καταθ. 203/19.5.2008), προσθέτους λόγους της …, κατά της 2067/2005 οριστικής απόφασης του ΙV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Το Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο … «…» παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργίου Καρύδη (ΔΣΑ 14278).

Με την κρινόμενη αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας που ζήτησε την παραδοχή της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων.

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου … «Άγιος Ανδρέας», ο οποίος ζήτησε επίσης την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων.

Την ασκούσα καθήκοντα Αντεπιτρόπου Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, Σύμβουλο, Άννα Λιγωμένου, η οποία πρότεινε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο Ελένη Φώτη και τους Συμβούλους Νικόλαο Μηλιώνη, Βασιλική Ανδρεοπούλου και Ασημίνα Σαντοριναίου που απουσίασαν λόγω κωλύματος.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο

Αποφάσισε τα εξής :

1. Η υπό κρίση, από 23.5.2006, αίτηση για αναίρεση της 2067/2005 απόφασης του ΙV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την οποία έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (βλ. τα 2217855, 968148, 2196083 Σειράς Α΄, ειδικά έντυπα γραμμάτια του Δημοσίου), έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής.

2. Με τις διατάξεις του άρθρου 123 του π.δ/τος 1225/1981 «Περί εκτελέσεως των περί Ελεγκτικού Συνεδρίου διατάξεων» (ΦΕΚ 304 Α΄), όπως ίσχυαν πριν την αντικατάστασή τους από τις διατάξεις του άρθρου 12 του 3472/2006 «Ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης .…» (ΦΕΚ 135 Α΄), οριζόταν ότι: «Δια παν θέμα μη ρυθμιζόμενον υπό του παρόντος, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας», ενώ μετά την αντικατάστασή τους από τις διατάξεις του προαναφερθέντος νόμου 3472/2006 ορίστηκε ότι για κάθε θέμα που δεν ορίζεται από τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος αυτού έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Περαιτέρω, στο άρθρο 24 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «1. Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση .…». Εξάλλου, στο άρθρο 558 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «Η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη». Ακόμη, στο άρθρο 8 του αυτού ως άνω π.δ/τος 1225/1981 ορίζεται ότι: «Διάδικοι στην ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου δίκην είναι το Δημόσιον και το φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, υπέρ ή καθ’ ων εξεδόθη ή έχει συνεπείας η πράξις ή απόφασις», ενώ στο άρθρο 76 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας με τίτλο «Περιπτώσεις και λειτουργία της αναγκαστικής ομοδικίας» ότι: «1. Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.….».

3. Με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν.2889/2001 «Βελτίωση και εκσυγχρονισμός του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 37 Α΄) η επικράτεια διαιρέθηκε σε Υγειονομικές Περιφέρειες, οι οποίες ταυτίζονται με τις διοικητικές και σε κάθε Υγειονομική Περιφέρεια ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Περιφερειακό Σύστημα Υγείας» (Πε.Σ.Υ.), που συμπληρώνεται από το όνομα της οικείας Περιφέρειας (παρ. 1 και 2). Τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν.3106/2003 (ΦΕΚ 30 Α΄) μετονομάσθηκαν σε Περιφερειακά Συστήματα Υγείας και Πρόνοιας (Πε.Σ.Υ.Π). Όλες οι νοσοκομειακές μονάδες, που ανήκουν στο ΕΣΥ και βρίσκονταν και λειτουργούσαν στη χωρική αρμοδιότητα κάθε ιδρυόμενου Πε.Σ.Υ.Π μετατράπηκαν αυτοδίκαια από τη δημοσίευση του νόμου αυτού (2889/2001) σε αποκεντρωμένες και ανεξάρτητες υπηρεσιακές μονάδες του αντίστοιχου Πε.Σ.Υ.Π., με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, στο οποίο Πε.Σ.Υ.Π. περιήλθε αυτοδίκαια κατά κυριότητα το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μονάδων αυτών, οι οποίες εξακολουθούσαν να έχουν την αποκλειστική χρήση και διαχείριση των περιουσιακών τους στοιχείων (παρ. 4 του άρθρου 1, βλ. και άρθρο 5 του νόμου αυτού). Ο διοικητής των νοσοκομείων είχε τη νόμιμη εκπροσώπηση, δικαστική και εξώδικη των ανωτέρω αποκεντρωμένων και αυτοτελών μονάδων των νοσοκομείων, για όλα τα θέματα που ανήκαν στην αρμοδιότητα αυτού ή στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Διοίκησης (παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3204/2003, ΦΕΚ 296 Α΄). Επακολούθησε ο νόμος 3329/2005 «Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ 81 Α΄), με τις διατάξεις του οποίου ο νομοθέτης προέβη σε αναμόρφωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, το οποίο μετονομάσθηκε σε «Εθνικό Σύστημα Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης», κατάργησε από 3ης Μαΐου 2005 τα Περιφερειακά Συστήματα Υγείας και Πρόνοιας και καθιέρωσε τις Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών, οι οποίες αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ενώ προέβλεψε ότι τα Νοσοκομεία ξαναγίνονται νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα οποία υπόκεινται στον έλεγχο και την εποπτεία του Διοικητή της αντίστοιχης Υγειονομικής Περιφέρειας, με δικά τους όργανα και προϋπολογισμό (άρθρ. 1, 7 και 42).

4. Από τις προεκτεθείσες διατάξεις προκύπτει μεταξύ άλλων ότι στη δίκη ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου η άσκηση αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Ολομέλειας αυτού κατά απόφασης Τμήματός του, που εκδόθηκε πριν την ισχύ του άρθρου 12 του νόμου 3272/2006, (η έναρξη ισχύος του οποίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 του νόμου αυτού, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δηλαδή από 4-7-2006), διέπεται από τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στο άρθρο 24 του Εισαγωγικού Νόμου του ανωτέρω Κώδικα, εφαρμόζονται οι διατάξεις του. Κατά συνέπεια, αίτηση αναίρεσης πρέπει να στρέφεται, σε περίπτωση που οι παθητικώς νομιμοποιούμενοι διάδικοι τελούν σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας κατά όλων των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, όσον αφορά στις σχετικές με τις υποθέσεις καταλογισμού δημοσίων υπολόγων δίκες, το Δημόσιο είναι διάδικος, εφόσον όργανα αυτού διενήργησαν την επιθεώρηση των ανωτέρω υπολόγων και διαπίστωσαν την ύπαρξη ελλείμματος στη διαχείρισή τους, εξέδωσαν δε, ακολούθως, την προσβαλλόμενη με το ένδικο βοήθημα της έφεσης καταλογιστική πράξη (πρβλ. και άρθρ. 65 Κ.Διοικ.Δ). Εξάλλου, το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου έγινε ο καταλογισμός τελεί μετά του Δημοσίου σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον, στις δίκες επί υποθέσεων καταλογισμού το Δημόσιο και το υπέρ ου ο καταλογισμός νομικό πρόσωπο μόνο από κοινού μπορούν να συμμετάσχουν, ενώ, εξάλλου, η σχέση αυτή της αναγκαστικής ομοδικίας επιβάλλεται και από τις διατάξεις του άρθρου 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, οι οποίες εν προκειμένω έχουν εφαρμογή στη δίκη της αίτησης αναίρεσης ενώπιον της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ελλείψει πρόβλεψης ειδικής διάταξης στο π.δ/γμα 1225/1981, στις οποίες διατάξεις αναφέρονται οι περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση της αδυναμίας ύπαρξης αντιθέτων αποφάσεων μεταξύ των ομοδίκων, όπως συμβαίνει και στις περιπτώσεις καταλογισμών, όσον αφορά τη σχέση Δημοσίου και του υπέρ ου ο καταλογισμός νομικού προσώπου, εξαιτίας της ενότητας της καταλογιστικής δίκης, η οποία επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση και δεν επιτρέπει την ύπαρξη αντίθετων αποφάσεων έναντι των ομοδίκων (βλ. Ολ. Ελ. Συν. 889/1998). Συνεπώς, αίτηση αναίρεσης που στρέφεται κατά του Δημοσίου και όχι και κατά του υπέρ ου ο καταλογισμός νομικού προσώπου είναι κατ΄ αρχήν απορριπτέα ως απαράδεκτη. Σύμφωνα, όμως, με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ισχύοντος Συντάγματος 1975/1986/2001 οι διεθνείς συμβάσεις από την επικύρωση αυτών δια νόμου και κατά τους όρους εκάστης τούτων θέσης αυτών σε ισχύ, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου, υπερισχύουν δε πάσης αντιθέτου διάταξης νόμου. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (ΦΕΚ 256 Α΄), ορίζεται ότι «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος …….». Η διάταξη αυτή, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) εγγυάται σε κάθε άτομο το «δικαίωμα σε ένα δικαστήριο», έκφανση του οποίου αποτελεί το δικαίωμα πρόσβασης στο αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεσή του δικαστήριο, το οποίο, όμως, δικαίωμα δεν είναι απόλυτο αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά στις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ενδίκου βοηθήματος που ασκείται, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το Κράτος, το οποίο διαθέτει σχετικά κάποια διακριτική ευχέρεια. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οι περιορισμοί αυτοί αφενός δεν μπορούν να περιορίσουν το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης του διαδίκου στο δικαστήριο, κατά τέτοιο τρόπο και τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να πλήττεται στον ίδιο του τον πυρήνα, ενώ, αφετέρου, συνάδουν με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1, εφόσον επιδιώκουν ένα θεμιτό σκοπό και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του μέτρου που λαμβάνεται και του επιδιωκόμενου σκοπού. Τα αρμόδια δικαστήρια, εξάλλου, πρέπει να σέβονται τις εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., κυρίως στο βαθμό που εξασφαλίζει στους διαδίκους ένα αποτελεσματικό δικαίωμα της πρόσβασης στο δικαστήριο. Κατά συνέπεια, οι τυπικές προϋποθέσεις που, σύμφωνα με το νόμο, απαιτούνται για το παραδεκτό ενός ενδίκου μέσου, οι οποίες στοχεύουν στην εξασφάλιση της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης και στο σεβασμό της αρχής της τυπικής ασφάλειας, δεν πρέπει να εφαρμόζονται από τα δικαιοδοτούντα όργανα με φορμαλιστική προσέγγιση της νομιμότητας ώστε να οδηγούν στην παρεμπόδιση της εξέτασης της ουσίας του ενδίκου μέσου, που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο (βλ. αποφ. Ε.Δ.Δ.Α. υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδος της 14.12.2006, υπόθεση Πλατάκου κατά Ελλάδος της 11.1.2001). Ειδικότερα, έχει κριθεί με την προαναφερθείσα απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. (υπόθεση Πλατάκου κατά Ελλάδος της 11.1.2001) ότι δεν μπορεί να παρεμποδισθεί το δικαίωμα αυτό των διαδίκων από λάθος των αρμοδίων δημοσίων οργάνων. Στην προκειμένη περίπτωση με την ΑΥ2β347/27.3.2002 πράξη της Διεύθυνσης Επιθεώρησης του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας καταλογίστηκε η ήδη αιτούσα, Φαρμακοποιός-Διευθύντρια του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου … «…», με το ποσό των 228.904,90 ευρώ και με τις αναλογούσες προσαυξήσεις ποσού 64.191,35 ευρώ, το οποίο φέρεται ότι αποτέλεσε έλλειμμα στη διαχείρισή της, γιατί με την ιδιότητά της, ως Διευθύντριας του ανωτέρω Φαρμακείου, προέβη σε προμήθειες υγειονομικού υλικού κατά τα έτη 1999 και 2000 με εταιρείες, οι οποίες είτε δεν ήταν συμβεβλημένες με το Νοσοκομείο είτε δεν ήταν οι πρώτες μειοδότριες στους σχετικούς διαγωνισμούς που είχε διενεργήσει το Νοσοκομείο, με αποτέλεσμα την επιβάρυνσή του με το ανωτέρω ποσό, το οποίο αποτελούσε τη διαφορά μεταξύ της συμβατικής τιμής και της τιμής του υγειονομικού υλικού, με την οποία η αιτούσα προμηθεύθηκε το υλικό αυτό. Κατά της πράξης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση ενώπιον του ΙV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε στις 23.5.2006 την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της, διέπεται από τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 11.10.2005 και η οποία αίτηση στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και όχι κατά του ανωτέρω νοσοκομείου, το οποίο κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αποτελούσε ίδιο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (άρθρο 7 του ν.3329/2005). Το νοσοκομείο παραστάθηκε στην παρούσα δικάσιμο, μετά από κλήτευση που διενεργήθηκε με πρωτοβουλία της γραμματείας του Δικαστηρίου και κατέθεσε το από 5-6-2008 υπόμνημα, με το οποίο αφενός αντικρούει τους λόγους αναίρεσης που έχει προβάλλει η αιτούσα με το κρινόμενο δικόγραφο και τους πρόσθετους λόγους, αφετέρου προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν στρέφεται και κατ’ αυτού. Σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις οι διατάξεις του άρθρου 558 του Κ.Πολ.Δ. δεν αντίκεινται στις υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., εφόσον το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που θεσπίζουν, σε περίπτωση που το ένδικο μέσο της αναίρεσης δεν στρέφεται κατά όλων των αναγκαστικών ομοδίκων, δικαιολογείται από την ιδιομορφία της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την οποία, μεταξύ άλλων, δεν νοείται η δυνατότητα ύπαρξης αντιθέτου περιεχομένου αποφάσεων έναντι των αναγκαίων ομοδίκων. Όμως, στην κατ’ έφεση δίκη το δικάσαν Τμήμα έκρινε ότι η έφεση, η οποία στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, του Υπουργείου Υγείας, του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου … «…» και του Περιφερειακού Συμβουλίου Υγείας Δυτικής Ελλάδας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Υπουργού Υγείας και του Περιφερειακού Συμβουλίου Υγείας Δυτικής Ελλάδας, εφόσον, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, διάδικος στη δίκη αυτή είναι μόνο το Ελληνικό Δημόσιο. Με τη διατύπωση αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης, χωρίς να αναφέρεται ρητά ότι το ανωτέρω νοσοκομείο δεν είναι διάδικος στην δίκη, το οποίο κατά το χρόνο εκδίκασης της έφεσης δεν είχε μεν νομική προσωπικότητα αλλά μπορούσε να είναι διάδικος, εφόσον και μετά την ισχύ του ν.2889/2001 εξακολούθησε να απολαμβάνει οικονομικής αυτοτέλειας και εκπροσωπούνταν αυτοτελώς, δικαστικά και εξώδικα από τον Διοικητή του (βλ. και ΣΤΕ 517/2003), η αιτούσα θεώρησε ότι διάδικος είναι μόνο το Ελληνικό Δημόσιο και κατά την αναιρετική δίκη στράφηκε μόνο κατ΄ αυτού. Εξάλλου, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη εκ του λόγου ότι δεν στρέφεται κατά του Νοσοκομείου το δικαίωμα της πρόσβασης της αιτούσας σε δικαστήριο, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, παρεμποδίζεται, κατά παράβαση του άρθρου αυτού, ζήτημα που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη στην παρούσα αναιρετική δίκη, εφόσον το σχετικό ζήτημα του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης κρίνεται επίσης αυτεπαγγέλτως. Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η υπό κρίση αίτηση και οι, από 19.5.2008, πρόσθετοι λόγοι αυτής, έχουν ασκηθεί παραδεκτά και κατά τα λοιπά νομότυπα, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος, ότι σε κάθε περίπτωση, το Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο … «…» στην παρούσα δίκη εξέθεσε τις απόψεις του δια του, από 5.6.2008, υπομνήματος, που κατέθεσε. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών κατ΄ αντιμωλία των διαδίκων.

5. Με την αίτηση αυτή και τους πρόσθετους λόγους ζητείται η αναίρεση της ανωτέρω απόφασης για τους εξής λόγους: 1) Εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων α) του άρθρου 15 παρ. 1 του ν.2955/2001 υπό την έννοια ότι οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες νομιμοποιήθηκαν συμβάσεις μεταξύ νοσοκομείων και προμηθευτών, για την προμήθεια νοσηλευτικού υλικού, που καταρτίστηκαν μέχρι την δημοσίευση του νόμου αυτού και ορίστηκε ότι τα σχετικά χρηματικά εντάλματα εξοφλούνται, καταλαμβάνουν όλες τις κατακυρώσεις σε περισσότερους του ενός μειοδότες, ανεξαρτήτως αν οι σχετικές συμβάσεις είχαν ολοκληρωθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού ή αν τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής των προμηθευτών ήταν ακόμα εκκρεμή κατά το ίδιο χρονικό σημείο, β) κατ’ εκτίμηση του οικείου δικογράφου προσθέτων λόγων αναίρεσης, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1 και 2, 19, 21, 22, 28, 29 και 30 του π.δ/τος 774/1980, υπό την έννοια ότι εφόσον ο αρμόδιος Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου είχε θεωρήσει τα σχετικά χρηματικά εντάλματα, με τα οποία εντάλθηκαν οι καταλογισθείσες εις βάρος της αιτούσας δαπάνες, η αρμοδιότητα του οικονομικού επιθεωρητή για καταλογισμό δεν υπήρχε πλέον και συνεπώς δεν ήταν νόμιμη η σχετική καταλογιστική πράξη και γ) των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.δ/τος 1264/1942, υπό την έννοια ότι μη νόμιμα το Τμήμα δέχθηκε ότι ορθώς με την ανωτέρω πράξη καταλογίστηκε εις βάρος της πλασματικό και όχι πραγματικό έλλειμμα. 2) Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης.

6. Στο άρθρο 15 του ν.2955/2001 «Προμήθειες Νοσοκομείων και λοιπών μονάδων υγείας των Πε.Σ.Υ. και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 256 Α΄) ορίζεται ότι: «Συμβάσεις μεταξύ νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. και προμηθευτών για την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού, οι οποίες έχουν καταρτιστεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος κατόπιν διαγωνισμού στη διακήρυξη του οποίου δεν αναφέρονταν οι ποσότητες κάθε κατηγορίας των υπό προμήθεια αγαθών ή κατόπιν διαγωνισμού που κατακυρώθηκε σε περισσότερους από έναν μειοδότες, θεωρούνται νόμιμες και τα σχετικά χρηματικά εντάλματα εξοφλούνται». Σκοπός του νομοθέτη για τη θέσπισή των ανωτέρω διατάξεων, όπως ρητά αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του προαναφερθέντος νόμου 2955/2001, είναι η νομιμοποίηση συμβάσεων που είχαν συναφθεί μέχρι την δημοσίευση αυτού (2.11.2001), μεταξύ νοσοκομείων και προμηθευτών υγειονομικού υλικού, στη διακήρυξη του σχετικού διαγωνισμού για την προμήθεια των οποίων δεν αναφέρονταν οι ποσότητες κάθε κατηγορίας των υπό προμήθεια ειδών ή συμβάσεων που διενεργήθηκαν κατόπιν διαγωνισμού που κατακυρώθηκε σε περισσότερους του ενός μειοδότες, παρά το γεγονός ότι ως κριτήριο κατακύρωσης είχε ορισθεί η χαμηλότερη τιμή, προκειμένου να θεωρηθούν τα σχετικά εντάλματα, τα οποία δεν θεωρούνταν από τους Επιτρόπους του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Συνεπώς, η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση δεν αφορά εντάλματα που έχουν ήδη θεωρηθεί από τον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εφόσον στην περίπτωση αυτή οι σχετικές δαπάνες έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και δεν τίθεται, σύμφωνα με όσα κατωτέρω εκτίθενται, ζήτημα καταλογισμού των οικείων υπολόγων.

7. Ο έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είτε προληπτικά ασκούμενος, είτε κατασταλτικά, όχι μόνο κατά το τυπικό (οργανικό) αλλά και κατά το λειτουργικό κριτήριο, είναι δικαστικός (βλ. άρθρ. 15 παρ. 1 και 2, 19, 21, 22, 28, 29 και 30 π.δ/τος 774/1980 και 160, 161, 162 και 163 π.δ/τος 1225/1981). Ειδικότερα το Σύνταγμα αναθέτοντας (άρθρ. 98 παρ. 1α) στο Ελεγκτικό Συνέδριο τον ως άνω προληπτικό έλεγχο των πράξεων της Διοίκησης, με τις οποίες εντέλλονται δαπάνες «του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς του ελέγχου», εισάγει τεκμήριο αντίθετο εκείνου της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, δηλαδή απαιτεί με τον προληπτικό έλεγχο να εξακριβωθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο η νομιμότητα των ανωτέρω πράξεων, η οποία δεν θεωρείται τεκμαιρόμενη. Ο προληπτικός έλεγχος νομιμότητας – που αναφέρεται στο αν η δαπάνη προβλέπεται από ουσιαστική διάταξη νόμου και αν υπάρχει εγγεγραμμένη στον προϋπολογισμό σχετική πίστωση – και κανονικότητας – που συνίσταται στο αν η δαπάνη έχει αναληφθεί νόμιμα και αν επισυνάπτονται τα νόμιμα δικαιολογητικά καθώς και αν η σχετική απαίτηση δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή – όσες φορές δε συντρέχει λόγος και ο έλεγχος του ουσιαστικού μέρους της δαπάνης (βλ. άρθρ. 17 παρ. 1β, 6, 7 και 8 του π.δ/τος 774/1980) εφ’ όσον αποβαίνει θετικός, καταλήγει στην πράξη θεώρησης του υποβαλλόμενου προς έλεγχο χρηματικού εντάλματος (που συνεπάγεται ακολούθως και την υποχρέωση φύλαξης των σχετικών δικαιολογητικών της δαπάνης για το Ελεγκτικό Συνέδριο που είναι εφεξής ο μόνος διαχειριστής αυτών), η οποία και μόνο προσδίδει τεκμήριο νομιμότητας της δαπάνης και περαιτέρω εκτελεστότητα στο οικείο χρηματικό ένταλμα. Ενώ σε περίπτωση άρνησης και αμφισβήτησης της νομιμότητας της ελεγχόμενης δαπάνης, τότε η αμφισβήτηση αυτή μαζί με τους έγγραφους αντίθετους ισχυρισμούς και επιχειρήματα του ελεγχόμενου διατάκτη άγεται στον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό (Τμήμα) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο με πράξη του επιλύει τη δημοσιολογιστική έριδα περί της νομιμότητας ή μη της δαπάνης και την εντεύθεν θεώρηση ή μη του χρηματικού εντάλματος. Κατ’ αυτή τη διαδικασία προληπτικού ελέγχου (άρθρ. 21 π.δ/τος 774/1980), η οποία είναι αποκλειστική και δεν παρέχεται η δυνατότητα άσκησης ενδίκου βοηθήματος, τόσο η άρνηση θεώρησης του χρηματικού εντάλματος λόγω διαπίστωσης της παρανομίας της εντελλόμενης δαπάνης, όσο και η πράξη θεώρησης αυτού με την οποία η αναληφθείσα από το διατάκτη δαπάνη κρίνεται ως νόμιμη, καθώς και η πράξη του Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που επιλαμβάνεται της υπόθεσης μετά από σχετική διαφωνία, είναι πράξεις δικαστικές τόσο κατά το τυπικό, όσο και κατά το ουσιαστικό, λειτουργικό κριτήριο (βλ. Πρακτικά 23ης/2.6.1997 Γεν. Συνεδρ. Ολομέλειας Ελεγκτικού Συνεδρίου). Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και την εντεύθεν νομική παραδοχή ότι η κατ’ άρθρο 21 του π.δ/τος 774/1980 διαδικασία άσκησης του προληπτικού ελέγχου δαπανών, που διενεργείται υπό δικαιοδοτικό όργανο του Κράτους, και δη ανώτατο, εντάσσεται στο πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας, γίνεται πάγια δεκτό από το Ελεγκτικό Συνέδριο (Πρακτικά 27ης/27.7.1978, 11ης/30.4.2001 και 29ης/10.11.2004 Γεν. Συν/σεων Ολομέλειας, αποφάσεις 211/1971, 32/1977, 305/1978 και 920/1981 Ι Τμήματος) ότι η θεώρηση χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής δαπάνης, που γίνεται από επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο πλαίσιο του διενεργούμενου από αυτό προληπτικού ελέγχου των δαπανών του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., δεν μπορεί να ανακληθεί ή αμφισβητηθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή από τη Διοίκηση, εφ’ όσον έχει εκτελεσθεί (εξοφληθεί) το σχετικό χρηματικό ένταλμα. Άλλως, όμως, έχει το θέμα εάν η θεώρηση του εξοφληθέντος εντάλματος στηρίχθηκε σε ανύπαρκτα, πλαστά ή ψευδή δικαιολογητικά και γενικά σε απατηλή συμπεριφορά του διοικουμένου. Στην περίπτωση αυτή και κατά το στάδιο του επακολουθούντος κατασταλτικού ελέγχου των δαπανών δύναται να χωρήσει αναθεώρηση της πράξεως του επιτρόπου, όπως και της πράξης του Τμήματος, με την οποία επιλύθηκε η σχετική διαφωνία υπέρ της θεώρησης, ή αν έχει εκδοθεί πράξη επί των λογαριασμών, αναθεώρηση και της πράξης αυτής, αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις αίτησης ή οίκοθεν παρά του Συνεδρίου αναθεώρησης που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 29 του π.δ/τος 774/1980. Κατά την εν λόγω δε νομοθετική ρύθμιση αναθεώρηση επιτρέπεται μόνο για τους περιοριστικώς αναφερομένους σ’ αυτή λόγους ήτοι: α) λόγω πλάνης περί τα πραγματικά γεγονότα ή λόγω λογιστικού λάθους, β) αν προσκομισθούν νέα κρίσιμα έγγραφα, γ) αν η πράξη στηρίχθηκε σε καταθέσεις μαρτύρων οι οποίοι καταδικάσθηκαν για ψευδορκία και δ) αν η πράξη στηρίχθηκε σε έγγραφα που κηρύχθηκαν πλαστά με δικαστική απόφαση, πράγμα που σημαίνει ότι η πλάνη περί το νόμο δεν αναγνωρίζεται ως λόγος αναθεώρησης και δεν δικαιολογεί την άσκησή της. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο, αφού επιληφθεί της εκδίκασης του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της αναθεώρησης και αχθεί στην κατ’ ουσία παραδοχή αυτής, λόγω της ουσιαστικής βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου της, προβαίνει στην αναθεώρηση της προσβαλλόμενης οικείας πράξης θεώρησης του εντάλματος και κατά συνέπεια στον καταλογισμό κατά το ποσόν τούτο των οικείων υπολόγων. (βλ. σχετ. Ολ. Ελ. Συν. Πρακτ. 3ης Γεν. Συν./23.2.2005, θέμα Α΄).

8. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση της, ότι από την συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των στοιχείων του φακέλου προέκυψαν τα εξής: Με το 681/23.5.2001 Πόρισμα της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης (Ε.Δ.Ε.) που διενήργησαν Επιθεωρητές του Υπουργείου Υγείας – Πρόνοιας, με αντικείμενο «διαχειριστικά και οικονομικά θέματα της λειτουργίας του Φαρμακείου του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου … “…”», διαπιστώθηκε ότι η ήδη αιτούσα, η οποία υπηρετούσε ως Διευθύντρια του ανωτέρω Φαρμακείου, προέβη σε προμήθειες υλικών, κατά τα έτη 1999 και 2000, με εταιρείες, οι οποίες είτε δεν ήταν συμβεβλημένες με το Νοσοκομείο είτε δεν ήταν οι πρώτες μειοδότριες στους σχετικούς διαγωνισμούς που είχε διενεργήσει το Νοσοκομείο, με αποτέλεσμα την επιβάρυνσή του με το επί πλέον ποσό των 77.999.345 δρχ. και ήδη 228.904,90 ευρώ, το οποίο αποτελεί και ισόποσο έλλειμμα στη διαχείριση του Φαρμακείου αυτού, υπόλογος – διαχειρίστρια του οποίου ήταν η αιτούσα. Περαιτέρω το Τμήμα δέχθηκε ότι η ανωτέρω, όπως προέκυπτε από τα στοιχεία του φακέλου και ιδίως το ιδιόχειρο υπόμνημά της προς τους Επιθεωρητές του Υπουργείου Υγείας και τις από 29.11.2000, 1.12.2000, 14.12.2000 και 13.3.2001 συμπληρωματικές εκθέσεις εξέτασης αυτής ενώπιον των ανωτέρω Επιθεωρητών, γνώριζε την ύπαρξη των συμβάσεων του Νοσοκομείου, απ’ όπου προέκυπτε ο πρώτος μειοδότης ανά είδος, τις οποίες, όμως, ενσυνειδήτως δεν εφάρμοζε, κρίνοντας αυτές ως προς την ορθότητα του περιεχομένου τους και παραγγέλλοντας υλικά βάσει δικών της κριτηρίων -ποιότητα και καταλληλότητα προϊόντων, «τοπικότητα» των προμηθευτών, έγκαιρος κατά την κρίση της εφοδιασμός, γνώμη ιατρών ως προς την καταλληλότητα διαφόρων υλικών, ύπαρξη συμβάσεων παρελθόντων ετών, το «έκτακτο» των παραγγελιών- από μη συμβεβλημένους με το Νοσοκομείο προμηθευτές ή από δεύτερους και τρίτους μειοδότες των σχετικών ανά είδος -πολλαπλών έστω- διαγωνισμών, και συνεπώς, υπαίτια συνετέλεσε στη δημιουργία του ανωτέρω ελλείμματος, οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί αυτής είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτής περί απαλλαγής της από τον επίδικο καταλογισμό εξ αιτίας, της εις βάρος αυτής επιβολής πειθαρχικών κυρώσεων και διοικητικών προστίμων από τη Διοίκηση του Νοσοκομείου και από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Υγείας, όπως και εξ αιτίας της παραπομπής της στο Κεντρικό Υπηρεσιακό Συμβούλιο των ιατρών του ΕΣΥ του Υπουργείου αυτού με το ερώτημα της οριστικής παύσεως, ως προβαλλόμενο αλυσιτελώς, αφού οι ανωτέρω, εις βάρος της πειθαρχικές κυρώσεις και διώξεις δεν είχαν οιαδήποτε σχέση προς την επιβολή του καταλογισμού. Δέχθηκε, ακόμη ότι οι υπόλογοι, όπως η αιτούσα, ευθύνονται ακόμη και για ελαφρά αμέλεια, και απόκειται σ’ αυτούς να επικαλεσθούν και να αποδείξουν ότι δεν τους βαρύνει υπαιτιότητα, προκειμένου ν’ απαλλαγούν της ευθύνης τους, στην προκειμένη δε περίπτωση αυτή δεν ανταποκρίθηκε στο αντίστοιχο βάρος απόδειξης του επικληθέντος ισχυρισμού της. Και τούτο, διότι ούτε οι ελλείψεις στη μηχανοργάνωση και στο προσωπικό του Φαρμακείου ούτε η έλλειψη κοινοποίησης της 13/3.7.1997 απόφασης του Δ.Σ. του Νοσοκομείου περί των ενδεδειγμένων ενεργειών στην περίπτωση ύπαρξης πολλαπλών κατακυρώσεων ούτε η εκ μέρους του Νοσοκομείου σιωπηρή απόρριψη των αιτημάτων αυτής προς διενέργεια απογραφής, αλλά ούτε και η μεσολάβηση άλλων υπηρεσιών του Φαρμακείου και του Νοσοκομείου προς ολοκλήρωση της διαδικασίας της προμήθειας επαρκούν, ώστε να δύναται να αρθεί η υπαιτιότητά της, η οποία, μάλιστα, εξικνείται μέχρι το βαθμό του δόλου, αφού αυτή συστηματικά παρήγγειλε υλικά είτε από μη συμβεβλημένους προμηθευτές είτε από δεύτερους ή τρίτους μειοδότες, κατά παράκαμψη του πρώτου μειοδότη, εν γνώσει των συμβάσεων που είχε ήδη συνάψει το Νοσοκομείο για το κάθε είδος με τον πρώτο προμηθευτή τον οποίο μπορούσε και όφειλε να γνωρίζει. Απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι εφαρμογή στην περίπτωσή της έχουν οι διατάξεις του άρθρου 15 του ν.2955/2001 με την αιτιολογία ότι με τις διατάξεις αυτές καθορίζεται η τύχη των χρηματικών ενταλμάτων που είχαν εκδοθεί επί πολλαπλών κατακυρώσεων και η πληρωμή των οποίων εκκρεμούσε μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (2.11.2001 κατά το άρθρο 16 αυτού), όχι δε και η νομιμότητα των ήδη ολοκληρωμένων προμηθειών, των προμηθειών δηλαδή ως προς τις οποίες είχαν πριν την έναρξη του ανωτέρω νόμου εκδοθεί και πληρωθεί τα σχετικά χρηματικά εντάλματα. Έκρινε, ακόμη, ότι ο καταλογισμός εις βάρος της δεν πάσχει εκ του λόγου ότι υπάρχουν, ενδεχομένως, και άλλα πρόσωπα που θα έπρεπε να συγκαταλογισθούν, με αυτή, αφού η ευθύνη τους είναι δυνατόν να συντρέχει με την ευθύνη της, χωρίς όμως και να την αναιρεί, ενώ όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι μερικοί από τους συμβατικούς προμηθευτές βρίσκονταν σε αδυναμία εξυπηρέτησης του Νοσοκομείου έκρινε ότι πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος. Απέρριψε, εξάλλου, ως αβάσιμο τον, και αυτεπάγγελτα εξεταζόμενο από το Τμήμα λόγο έφεσης, ότι δηλαδή ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου είχε ελέγξει προληπτικά τις επίμαχες προμήθειες, υπογράφοντας τα σχετικά χρηματικά εντάλματα και συνεπώς έχει παύσει η εξουσία του Επιθεωρητή προς καταλογισμό, με την αιτιολογία ότι ο τίτλος που είχε υποστεί τον ανωτέρω προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου είχε στηριχθεί σε περιστατικά, τα οποία είχαν δολίως παρασταθεί εκ μέρους της αιτούσας ως νόμιμα και αληθή, και συνεπώς η μη νομιμότητα αυτών καθιστά και τον τίτλο μη νόμιμο και ως εκ τούτου επιβεβλημένο και τον καταλογισμό των υπευθύνων, μεταξύ άλλων και από τον αρμόδιο Οικονομικό Επιθεωρητή. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση διώκεται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους προαναφερθέντες λόγους. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο το Τμήμα εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 15 του νόμου 2955/2001 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα. Εξάλλου, ο αυτός λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο η αιτούσα προβάλλει ότι, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν.δ/τος 1264/1942, το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε ότι νόμιμα με την ΑΥ2β347/27-3-2002 καταλογιστική πράξη καταλογίστηκε εις βάρος της τυπικό και όχι πραγματικό έλλειμμα, πρέπει, επίσης, να απορριφθεί, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, εφόσον το Τμήμα με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο καταλογισμός εις βάρος της αιτούσας αφορούσε το ποσό που αντιστοιχούσε στη διαφορά μεταξύ της συμβατικής τιμής προμήθειας υγειονομικού υλικού και της αυξημένης τιμής, που τελικά το νοσοκομείο κατέβαλε σε εξωσυμβατικούς προμηθευτές για την προμήθεια του υλικού αυτού. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, όμως, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον τα οικεία χρηματικά εντάλματα καταβολής του τιμήματος προμήθειας του υγειονομικού υλικού στους εξωσυμβατικούς προμηθευτές του νοσοκομείου (ή το χρηματικό ένταλμα εφόσον ο αριθμός των χρηματικών ενταλμάτων δεν προκύπτει σαφώς από την απόφαση, δεδομένου ότι άλλοτε γίνεται αναφορά στον τίτλο που ελέγχθηκε προληπτικά και άλλοτε σε χρηματικά εντάλματα) είχαν θεωρηθεί από τον αρμόδιο Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συνεπώς δεν υφίσταται δυνατότητα καταλογισμού της αιτούσας ως υπολόγου, ακόμη και στην περίπτωση που η θεώρηση των ενταλμάτων αυτών στηρίχθηκε σε περιστατικά που είχαν παρασταθεί δόλια εκ μέρους της, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον και στην περίπτωση αυτή, καταλογισμός της δεν μπορούσε να χωρήσει, εκτός αν οι σχετικές πράξεις θεώρησης των οικείων χρηματικών ενταλμάτων είχαν αναθεωρηθεί, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 29 του π.δ/τος 774/1980, γεγονός που δεν προκύπτει από τα δεκτά γενόμενα από το Τμήμα πραγματικά περιστατικά. Εξάλλου, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης για τον ανωτέρω λόγο παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου αναίρεσης, που αναφέρεται στην παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, υπό την ειδικότερη αιτίαση ότι το δικάσαν Τμήμα, την κρίση του ότι ο αρμόδιος Οικονομικός Επιθεωρητής είχε αρμοδιότητα για καταλογισμό της αιτούσας, παρά το γεγονός ότι, κατά τα ανωτέρω, τα οικεία χρηματικά εντάλματα είχαν θεωρηθεί από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, γιατί εκ μέρους της υπήρξαν δόλιες ενέργειες για τη θεώρηση των ενταλμάτων αυτών, δεν την αιτιολόγησε παραθέτοντας τις συγκεκριμένες δόλιες ενέργειες στις οποίες αυτή προέβη για την επίτευξη του ανωτέρω σκοπού. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρα 61 παρ. 3 και 117 του π.δ. 1225/1981) και να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο, εν όλω της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων της δίκης, λόγω της δυσχέρειας των διεπουσών την επίδικη έννομη σχέση διατάξεων, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 και εφαρμόζεται μετά την 4.7.2006 στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου για κάθε ζήτημα που δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις του π.δ/τος 1225/1981, σύμφωνα με το άρθρο 123 του π.δ/τος αυτού, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3472/2006 και ειδικότερα εφαρμόζεται στην παρούσα, εκκρεμή, κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του Κώδικα αυτού στις δίκες ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δίκη, όσον αφορά τις μη συντελεσθείσες διαδικαστικές πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 278 του ανωτέρω Κώδικα.

9. Μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης η Ολομέλεια κρίνει ότι η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί στο αρμόδιο ΙV Τμήμα με νέα σύνθεση, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 116 εδαφ. α΄ του π.δ/τος 1225/1981, η υπόθεση χρήζει διευκρίνησης του πραγματικού μέρους αυτής.

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την αίτηση αναίρεσης της …, κατοίκου …, κατά της 2067/2005 οριστικής οριστικής απόφασης του ΙV Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου και

Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση .

Αναπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση στο ΙV Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με διαφορετική σύνθεση.

Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο εν όλω από τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2009.