298/2017 ΣΕ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την ακόλουθη σύνθεση : Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Πρόεδρος, Σωτηρία Ντούνη, Μαρία Βλαχάκη και Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αντιπρόεδροι, Γεώργιος Βοΐλης, Ασημίνα Σαντοριναίου, Κωνσταντίνα Ζώη, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Γεωργία Τζομάκα (εισηγήτρια), Δέσποινα Τζούμα, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Κωνσταντίνος Παραθύρας, Αργυρώ Μαυρομμάτη και Κωνσταντίνος Κρέπης, Σύμβουλοι. Επίσης μετείχαν οι Σύμβουλοι Δημήτριος Τσακανίκας, Ασημίνα Σακελλαρίου, Ευαγγελία Σεραφή και Ειρήνη Κατσικέρη ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Ελένη Αυγουστόγλου.
Γενικός Επίτροπος Επικρατείας : Μιχαήλ Ζυμής.
Γιανα δικάσει την από 13 Φεβρουαρίου 2013 (με αριθ. καταθ. 31/21.2.2013) αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.
Για αναίρεση της 296/2012 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
κ α τ ά του Δημητρίου Λαμπρούση του Παναγιώτη, κατοίκου εν ζωή Άσσου Νικοπόλεως Πρεβέζης, ο οποίος απεβίωσε και των νόμιμων κληρονόμων του: 1) Γεωργίου Λαμπρούση του Δημητρίου, 2) Ιωάννη Λαμπρούση του Δημητρίου, 3) Ηλία Λαμπρούση του Δημητρίου, 4) Βασιλικής Γιάννου του Δημητρίου, 5) Αναστασίας Λαμπρούση του Δημητρίου, 6) Κωνσταντίνας Λαμπρούση του Τριαντάφυλλου, 7) Ορέστη Λαμπρούση του Τριαντάφυλλου, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και 8) Αικατερίνης Τάτση του Δημητρίου, η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως και ζήτησε να συζητηθεί η υπόθεση.
Με την υπό κρίση αίτηση και για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτή ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του ΙΙ Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε, το Δικαστήριο άκουσε :
Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Και
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη αυτής.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντα τα τακτικά μέλη που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Συμβούλους Γεώργιο Βοΐλη και Κωνσταντίνα Ζώη που είχαν κώλυμα (άρθρα 11 παρ. 2 του ν. 4129/2013 και 78 παρ. 2 του π.δ. 1225/1981). Για τη νόμιμη συγκρότηση της Ελάσσονος Ολομέλειας, στη διάσκεψη μετείχε επίσης ο Σύμβουλος Δημήτριος Τσακανίκας (αναπληρωματικό μέλος).
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο
Αποφάσισε τα εξής :
1. Η υπό κρίση αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 296/2012 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (βλ. άρθρα 61 παρ. 1 και 117 του π.δ/τος 1225/1981),κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Δημητρίου Λαμπρούση του Παναγιώτη είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφό της αυτός είχε αποβιώσει στις 10.1.2012, ήτοι πριν από την άσκηση της ένδικης αίτησης. Η ίδια αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, νόμιμων κληρονόμων του αποβιώσαντος, οι οποίοι υπεισέρχονται αυτοδικαίως στη δικονομική του θέση ως καθολικοί διάδοχοι αυτού, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων, παρά την απουσία των επτά πρώτων ως άνω κληρονόμων του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου,οι οποίοι, όπως προκύπτει από τις οικείες εκθέσεις, κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη συζήτηση που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και τη δικονομική απουσία της όγδοης αναιρεσίβλητης, η οποία εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και ζήτησε να εκδικαστεί η υπόθεση (άρθρ. 27, 65 και 117 του π.δ. 1225/1981).
2. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος που με αυτές τροποποιούνται από 1.1.1998 οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1518/1985 και αποσυνδέεται η αναπροσαρμογή των χορηγιών των προέδρων κοινοτήτων από τα εκάστοτε έξοδα παράστασης των εν ενεργεία προέδρων κοινοτήτων, με συνέπεια να καταλύονται αναδρομικά οι ήδη γεγενημένες για το έτος 1998 αξιώσεις από αναπροσαρμογή χορηγιών με βάση τα έξοδα παράστασης των προέδρων κοινοτήτων για το έτος 1998, που καθορίστηκαν με την 23891ΟΛ/14.9.1998 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης (Β΄ 1051), αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες. Με την παραδοχή αυτή το δικάσαν ΙΙ Τμήμα έκανε δεκτή την έφεση που ασκήθηκε από τον Δημήτριο Λαμπρούση του Παναγιώτη, χορηγιούχο, ακύρωσε την 162099/07/19.11.2007 πράξη της 45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), με την οποία απορρίφθηκε η 162099/16.11.2007 σχετική αίτησή του και παρέπεμψε τον φάκελο της υπόθεσης στην 43η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. για να αναπροσαρμόσει τη χορηγία του κατά το αίτημα της έφεσης, από 1.1.1998 μέχρι 31.12.1998 σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1518/1985 και από 1.1.1999 και εφεξής σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 2703/1999.
3. Με την ένδικη αίτηση το Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει την εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλομένης προβάλλοντας: α) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διεπουσών την επίδικη υπόθεση ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ. β΄ του ν. 1518/1985, σε συνδυασμό αφενός με το άρθρο 173 παρ. 2 του π.δ. 410/1995 και την 23891ΟΛ/14.9.1998 απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και αφετέρου με το άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, κατά το μέρος που δεν έγινε δεκτό ότι από τη δημοσίευση της εν λόγω υπουργικής απόφασης (ήτοι, από 12.10.1998) «γεννήθηκε και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμο το δικαίωμα των χορηγιούχων για αναπροσαρμογή της χορηγίας τους» και επομένως, μετά την παρέλευση της οριζόμενης στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα ετήσιας προθεσμίας για την άσκηση ένστασης ή έφεσης κατά της παράλειψης της συνταξιοδοτικής διοίκησης να προβεί στην αναπροσαρμογή της χορηγίας του τότε εκκαλούντος, σύμφωνα με την προαναφερόμενη απόφαση, κατέστησαν οριστικά τα συνταξιοδοτικά δεδομένα αυτού και δεν επιτρέπεται η επανεξέτασή τους επ’ αφορμή της έφεσής του και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με το άρθρο 91 του ίδιου νόμου, κατά το μέρος που δεν έγινε δεκτό ότι η ένδικη αξίωση, η οποία γεννήθηκε και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από το τέλος του οικονομικού έτους 1998, εντός του οποίου εκδόθηκε η προαναφερόμενη 23891ΟΛ/14.9.1998 υπουργική απόφαση, παραγράφηκε την 31η.12.2003, δηλαδή πριν την υποβολή της σχετικής αίτησης του ανωτέρω χορηγιούχου .
4.Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 66 παρ. 6 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα (π.δ. 166/2000 και ήδη π.δ. 169/2007), παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του συνταξιοδοτικού οργάνου παραδεκτώς προσβαλλόμενη με έφεση ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου στοιχειοθετείται, όταν η συνταξιοδοτική διοίκηση, αν και υποχρεούται κατά νόμο, δεν εκδίδει εκτελεστή ατομική διοικητική πράξη για τη ρύθμιση ορισμένης συνταξιοδοτικής φύσης έννομης σχέσης. Η παράλειψη αυτή συντελείται με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που τυχόν τάσσεται από το νόμο για την έκδοση – είτε αυτεπαγγέλτως («οίκοθεν»), είτε ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου – της πράξης αυτής ή όταν από το νόμο δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, με την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης του διοικούμενου προς τη συνταξιοδοτική διοίκηση (βλ. Ολ. Ελ. Συν. 404, 1720, 1756/2010). Περαιτέρω, από τις παρ. 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 8 του ιδίου ως άνω άρθρου του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο, οι πράξεις κανονισμού, ανακαθορισμού ή αναπροσαρμογής συντάξεων που έχουν περαιωθεί οριστικώς, είτε γιατί δεν ασκήθηκαν κατ’ αυτών τα προβλεπόμενα στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα ενδικοφανή ή ένδικα μέσα (ένσταση ή έφεση), είτε γιατί τα ασκηθέντα απορρίφθηκαν (βλ. σχετ. Ολ. Ελ. Συν. 729/1999, 2126/1995), απαραδέκτως επαναφέρονται για νέα κρίση ενώπιον των συνταξιοδοτικών οργάνων με αίτηση του ενδιαφερομένου, εκτός εάν συντρέχουν οι περιοριστικά απαριθμούμενες στο νόμο εξαιρέσεις (επίκληση επιγενόμενης μεταβολής του νομικού καθεστώτος που διέπει την υπόθεση ή μεταγενέστερης απόφασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία κρίθηκε αμετακλήτως καθ’ ερμηνεία των ίδιων διατάξεων αντίθετα το νομικό ζήτημα που αφορά την υπόθεσή του, ή, τέλος, νέων κρίσιμων εγγράφων). Σε κάθε περίπτωση πάντως για να καταστούν οριστικά τα συνταξιοδοτικά δεδομένα επί παραλείψεως οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας στις περιπτώσεις που, όπως έγινε δεκτό ανωτέρω, δεν τάσσεται από το νόμο ορισμένη προθεσμία στη συνταξιοδοτική διοίκηση για να προβεί στις νόμιμες ενέργειες, απαιτείται να παρέλθει η οριζόμενη στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα ετήσια προθεσμία προσβολής της, η οποία αρχίζει, από την άπρακτη πάροδο τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου προς τη συνταξιοδοτική διοίκηση.
5.Το εδάφιο β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1518/1985 «Καταβολή της σύνταξης των δημοτικών και κοινοτικών υπαλλήλων και υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. καθώς και της χορηγίας των δημάρχων και προέδρων κοινοτήτων από το δημόσιο ταμείο και άλλες διατάξεις» (Α΄ 30) ορίζει ότι «Η χορηγία των δημάρχων και των προέδρων των κοινοτήτων αναπροσαρμόζεται κάθε έτος από την αρμόδια Δ/νση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.), με βάση τα καταβαλλόμενα έξοδα παραστάσεως στον εν ενεργεία δήμαρχο ή πρόεδρο του οικείου δήμου ή κοινότητας». Περαιτέρω, η παρ. 2 του άρθρου 173 του π.δ/τος 410/1995 «Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας» (Α΄ 231) ορίζει ότι «Οι δήμαρχοι, οι αντιδήμαρχοι, οι πρόεδροι κοινοτήτων και οι πρόεδροι δημοτικών συμβουλίων έχουν δικαίωμα να εισπράττουν από το δήμο ή την κοινότητα έξοδα παραστάσεως, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, ανάλογα με τα τακτικά έσοδα που πραγματοποιούν οι δήμοι ή οι κοινότητες. Η απόφαση του Υπουργού εκδίδεται τον τρίτο μήνα πριν από την έναρξη κάθε οικονομικού έτους … Αν δεν εκδοθεί απόφαση μέσα στην προθεσμία αυτή, ισχύει η απόφαση του προηγούμενου έτους». Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η 23891ΟΛ/14.9.1998 (Β΄ 1051/12.10.1998) απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, με την οποία καθορίστηκαν τα έξοδα παράστασης των δημάρχων, αντιδημάρχων, προέδρων κοινοτήτων, προέδρων δημοτικών συμβουλίων και αντιδημάρχων που προέρχονται από συνένωση για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 και μέχρι να τροποποιηθεί η απόφαση αυτή. Στη συνέχεια, όμως, με το άρθρο 10 του ν. 2703/1999 (Α΄ 72/8.4.1999) καταργήθηκε το ως άνω σύστημα αναπροσαρμογής των χορηγιών, ορίστηκε δε ότι “Οι χορηγίες των δημάρχων και των προέδρων κοινοτήτων αυξάνονται σύμφωνα με την ακολουθούμενη κάθε φορά επί των πολιτικών συντάξεων του Δημοσίου μισθολογική πολιτική”. Επομένως από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (8.4.1999), οι χορηγιούχοι δεν δικαιούνται πλέον αναπροσαρμογής (αύξησης δηλαδή με βάση τα εκάστοτε ισχύοντα έξοδα παράστασης), αλλά μόνο τις ποσοστιαίες επί των συντάξεων του Δημοσίου αυξήσεις, οι οποίες καταβάλλονται σ’ αυτούς, όπως και στους λοιπούς συνταξιούχους του Δημοσίου, με τη σύνταξή τους χωρίς την έκδοση συνταξιοδοτικής πράξης αναπροσαρμογής.
6. Από τις διατάξεις που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη προκύπτει ότι για την αναπροσαρμογή των χορηγιών με βάση το νομικό καθεστώς του ν. 1518/1985 δεν τάσσεται ορισμένη προθεσμία στην αρμόδια Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. προκειμένου να προβεί οίκοθεν στις νόμιμες ενέργειες, ούτε άλλωστε προβλέπεται ότι η συνταξιοδοτική διοίκηση ενεργεί «οίκοθεν». Επομένως, για να στοιχειοθετηθεί στην ως άνω περίπτωση παραδεκτώς προσβαλλόμενη παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας της συνταξιοδοτικής διοίκησης, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (σκέψη 4), απαιτείται η προηγούμενη υποβολή αίτησης του ενδιαφερομένου για την αναπροσαρμογή της χορηγίας του με βάση τα έξοδα παράστασης των αντίστοιχων εν ενεργεία αιρετών οργάνων της τοπικής αυτοδιοίκησης συνοδευόμενης από τα οικεία δικαιολογητικά και δεν αρκεί η έκδοση και δημοσίευση της προβλεπόμενης από τις εν λόγω διατάξεις απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης για τον κατ’ έτος προσδιορισμό των εξόδων παράστασης αυτών. Συνακόλουθα, στην εν λόγω περίπτωση δεν ανακύπτει ζήτημα οριστικοποίησης των συνταξιοδοτικών δεδομένων με περαιτέρω συνέπεια το ανεπίτρεπτο της επανεξέτασής τους μετά την άπρακτη πάροδο της οριζόμενης στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα προθεσμίας για την προσβολή της οικείας κατά περίπτωση πράξης αναπροσαρμογής ή της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, αφού από τις σχετικές συνταξιοδοτικές διατάξεις δεν προκύπτει ότι εκδίδεται οίκοθεν πράξη αναπροσαρμογής της χορηγίας κοινοποιούμενη στον ενδιαφερόμενο, ούτε, άλλωστε, στοιχειοθετείται τέτοια παράλειψη χωρίς την υποβολή σχετικής αίτησης από τον χορηγιούχο (βλ. Ολ. Ελ. Συν. 1094, 1095/2013 όπου και μειοψηφία).
7. Στα άρθρα 90 και 91 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού …» (Α΄ 247), που έχουν κωδικοποιηθεί στο άρθρο 61 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, καθορίζεται ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων γενικά και βοηθηματούχων του Δημοσίου από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα, ο οποίος αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Η εν λόγω παραγραφή αφορά σε αξιώσεις από καθυστερούμενες συντάξεις που έχουν ήδη αναγνωρισθεί υπέρ των συνταξιούχων (πρβλ. και Ολ. Ελ. Συν. 596/2000) και δεν έχει εφαρμογή στη διαδικασία αναγνώρισης ή διάπλασης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά τις διατάξεις του άρθρου 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπου εφαρμόζονται μόνο οι προθεσμίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 6 και 10 του ίδιου άρθρου για την άσκηση κατά των πράξεων κανονισμού ή αναπροσαρμογής σύνταξης ένστασης ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων ή έφεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ολ. Ελ. Συν. 3437/2009, 1094, 1095/2013, 3858/2014).
8. Στην υπό κρίση υπόθεση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα : Στον τότε εκκαλούντα, πρώην πρόεδρο της πρώην κοινότητας Άσσου νομού Πρεβέζης, κανονίσθηκε, με την 5925/22.4.1983 πράξη της 10ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, χορηγία, από 1.1.1983, με βάση το χρόνο κατά τον οποίο διετέλεσε πρόεδρος κοινότητας (από έτη 8-3-17). Με την 5588/17.1.2006 αίτησή του ζήτησε την αναπροσαρμογή της χορηγίας του για το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 31.12.1998 με βάση το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 1518/1985, σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη 23891 ΟΛ/14.9.1998 υπουργική απόφαση και από 1.1.1999 με βάση τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 2703/1999. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με την 5588/06/16.2.2006 πράξη της 45ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την αιτιολογία αφενός ότι οι αναπροσαρμογές των χορηγιών από 1.1.1998 αποδεσμεύονται από τα έξοδα παράστασης που καταβάλλονται στους εν ενεργεία δημάρχους και προέδρους και ακολουθούν τις αυξήσεις που δίδονται στους πολιτικούς συνταξιούχους του Δημοσίου, όλες δε οι προβλεπόμενες αυξήσεις από 1.1.1998 έχουν ήδη καταβληθεί σ’ αυτόν και αφετέρου ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 2703/1999 δεν παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της ισότητας. Ακολούθως, η ομοίου περιεχομένου 162099/16.11.2007 αίτησή του απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη της 43ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., με την αιτιολογία ότι κατά της παράλειψης του Γ.Λ.Κ. να αναπροσαρμόσει τη χορηγία του εκκαλούντος για το έτος 1998 σύμφωνα με την Υ.Α. 23891ΟΛ/12.10.1998 μπορούσε να ασκήσει ένσταση ενώπιον του Κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου εντός έτους από την πάροδο διμήνου από τη δημοσίευση της ως άνω Υ.Α. (12.10.1998), οπότε και δημιουργήθηκε η «υποχρέωση» για την παραλειφθείσα από το Γ.Λ.Κ. αναπροσαρμογή, προθεσμία όμως που έχει εκπνεύσει στις 12.12.1999. Εξάλλου, η σχετική απαίτηση του εκκαλούντος έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 61 παρ. 1 του πδ 166/2000, αφού η οικεία αίτησή του για αναπροσαρμογή της χορηγίας του υποβλήθηκε 9 έτη μετά τη γένεση της απαίτησης αυτής. Με βάση τα πραγματικά αυτά δεδομένα και τη νομική παραδοχή – η οποία δεν πλήττεται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης – ότι οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 2703/1999, κατά το μέρος που με αυτές τροποποιούνται αναδρομικά από 1.1.1998 οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1518/1985 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες (βλ. σκέψη 2 αναιρεσιβαλλομένης), το δικάσαν Τμήμα, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκανε δεκτή την ασκηθείσα έφεση κατά της ανωτέρω 162099/07/19.11.2007 απορριπτικής πράξης του Γ.Λ.Κ., ακύρωσε την πράξη αυτή και ανέπεμψε την υπόθεση στην αρμόδια 43η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ. για να αναπροσαρμόσει τη χορηγία του εκκαλούντος από 1.1.1998 μέχρι 31.12.1998, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 1518/1985 και από 1.1.1999 και εφεξής σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 2703/1999, κατά τα αιτηθέντα με το δικόγραφο της έφεσης.
9. Κρίνοντας όπως ανωτέρω το δικάσαν Τμήμα δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διεπουσών την επίδικη υπόθεση διατάξεων κατά το μέρος που δεν απέρριψε την έφεση ως πλήττουσα τη νομιμότητα των δεδομένων συνταξιοδοτικής υπόθεσης που έχουν καταστεί οριστικά, με συνέπεια να μην επιτρέπεται να επανεξετασθούν, όπως αβασίμως προβάλλει με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το Ελληνικό Δημόσιο. Και τούτο, διότι από τη δημοσίευση της προαναφερόμενης υπουργικής απόφασης, ναι μεν γεννήθηκε το δικαίωμα των χορηγιούχων για αναπροσαρμογή της χορηγίας τους (βάσει των εξόδων παράστασης) επί της οποίας ακολούθως υπολογίζονται οι βάσει του άρθρου 10 του ν. 2703/1999 ποσοστιαίες αυξήσεις (βλ. σκέψεις 4 και 5), πλην όμως η άπρακτη πάροδος και μόνο τριμήνου από τη δημοσίευση αυτή, χωρίς την υποβολή σχετικής αίτησης από τον χορηγιούχο, δεν στοιχειοθετεί, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (βλ. σκέψη 6), παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, ώστε να αρχίσει η οριζόμενη στο άρθρο 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα ετήσια προθεσμία για την προσβολή της, μετά την παρέλευση της οποίας και μόνο καθίστανται οριστικά τα οικεία συνταξιοδοτικά δεδομένα. Συνεπώς, εφόσον, κατά τα ανελέγκτως κατ’ αναίρεση γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η αίτηση για την επίμαχη αναπροσαρμογή της χορηγίας υποβλήθηκε στις 16.11.2007 δεν τίθεται ζήτημα οριστικοποίησης των συνταξιοδοτικών δεδομένων του ανωτέρω χορηγιούχου και το Τμήμα νομίμως προέβη στην εξέταση του βασίμου της έφεσης που ασκήθηκε κατά της απορριπτικής της αίτησης πράξης της συνταξιοδοτικής διοίκησης. (βλ. Ολ. Ελ. Συν. 1094, 1095/2013 όπου και μειοψηφία, 976, 977, 1737/2016).
10. Περαιτέρω, ορθώς το δικάσαν Τμήμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 1 και 5 και του άρθρου 91 του ν. 2362/1995, κατά το μέρος που δεν δέχθηκε ότι η επίδικη αξίωση του αναιρεσιβλήτου έχει υποπέσει στην παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995. Και τούτο διότι η παραγραφή στην οποία αναφέρεται το Ελληνικό Δημόσιο στο σχετικό λόγο αναιρέσεως εφαρμόζεται σε αξιώσεις από καθυστερούμενες συντάξεις που έχουν ήδη αναγνωρισθεί υπέρ των συνταξιούχων και δεν αφορά στη διαδικασία αναγνώρισης ή διάπλασης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος κατά τις διατάξεις του άρθρου 66 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως στην προκειμένη υπόθεση, όπου εφαρμόζονται μόνο οι προθεσμίες που ορίζονται στις παραγράφους 2, 6 και 10 του ίδιου άρθρου για την άσκηση κατά των πράξεων κανονισμού ή αναπροσαρμογής σύνταξης ένστασης ενώπιον της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων ή έφεσης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Συνακόλουθα, στην επίδικη περίπτωση, με την οποία επιδιώχθηκε, με έφεση κατά συνταξιοδοτικής πράξης, η διάπλαση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία οι διαφορές που θα προκύψουν, σε συμμόρφωση προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από την κατ’ αύξηση αναπροσαρμογή της χορηγίας του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου για το έτος 1998 (με βάση τα έξοδα παράστασης του έτους αυτού) επί της οποίας θα υπολογιστεί στη συνέχεια η μισθολογική πολιτική των διαδραμόντων ετών, θα καταβληθούν αναδρομικά από τριετίας από την πρώτη του μήνα έκδοσης της ακυρούμενης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πράξης.
11. Εν όψει των ανωτέρω, οι προεκτεθέντες λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μη υπάρχοντος δε άλλου αναιρετικού λόγου, η ένδικη αίτηση πρέπει, ομοίως, να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 13.2.2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 296/2012 οριστικής απόφασης του ΙΙ Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 22 Φεβρουαρίου 2017.
| Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ |
| ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ | ΓΕΩΡΓΙΑ ΤΖΟΜΑΚΑ |
| Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ | |
| ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ | |
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση την 1η Μαρτίου 2017.
| Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ | Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ |
| ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ | ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ |
