ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ 835/2011 (ΒΛΈΠΕ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ)
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την ακόλουθη σύνθεση: Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Φλωρεντία Καλδή, Γεώργιος Κωνσταντάς, Θεοχάρης Δημακόπουλος και Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Αντιπρόεδροι, Μιχαήλ Ζυμής (εισηγητής), Ευφροσύνη Κραμποβίτη, Ευάγγελος Νταής, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη, Νικόλαος Μηλιώνης, Άννα Λιγωμένου, Γεώργιος Βοΐλης, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Αργυρώ Λεβέντη, Στυλιανός Λεντιδάκης, Αντώνιος Κατσαρόλης και Χριστίνα Ρασσιά, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Ευστάθιος Ροντογιάννης, Νικόλαος Αγγελάρας και Σωτηρία Ντούνη και οι Σύμβουλοι Ηλίας Αλεξανδρόπουλος, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισσάβετ Koυλουμπίνη και Θεολογία Γναρδέλλη απουσίασαν δικαιολογημένα).
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ: Διονύσιος Λασκαράτος.
ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ: Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Επίτροπος, Προϊσταμένη της Γραμματείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Για να δικάσει την από 21 Ιανουαρίου 2008 (αριθμ. καταθ. 46/2008) για αναίρεση της 2576/2006 οριστικής αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπεί ο Υπουργός Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη,
κ α τ ά της …, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Σπύρου Κωνσταντόπουλου.
Με την 805/17.2.2005 απόφαση του οικονομικού επιθεωρητή της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολ. Κεντρικής Μακεδονίας καταλογίστηκε σε βάρος της αναιρεσίβλητης το συνολικό ποσό των 340.452,76 ευρώ (κεφάλαιο 144.732,54 ευρώ πλέον προσαυξήσεις ύψους 195.720,22 ευρώ) με την αιτιολογία ότι κατά την περίοδο που υπηρετούσε στο Τμήμα Φ.Π.Α. της Α΄ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, ως ελεγκτής υπάλληλος, διενήργησε επιστροφές Φ.Π.Α. στην επιχείρηση «…» χωρίς την ύπαρξη μεταφορικών εγγράφων ή άλλων στοιχείων αποστολής για τους μήνες Οκτώβριο, Δεκέμβριο 1997 και Φεβρουάριο, Απρίλιο 1998, που να αποδεικνύουν την ενδοκοινοτική παράδοση αγαθών.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη 2576/2006 απόφαση του Ι Τμήματος και την κατά τις αιτιολογίες της παραδοχή ότι στην ένδικη υπόθεση καταλογισμού υπήρξε παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας καθόσον δεν παραχωρήθηκε η ευχέρεια της προηγούμενης ακρόασης στην καταλογισθείσα αναιρεσίβλητη, έγινε δεκτή έφεση αυτής και ακυρώθηκε η ως άνω καταλογιστική απόφαση.
Με την κρινόμενη αίτηση και για το λόγο που αναφέρεται σ’ αυτή ζητείται η αναίρεση της προαναφερόμενης απόφασης του Ι Τμήματος.
Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :
Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, για το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ο οποίος ανέπτυξε προφορικά την υπόθεση και ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως,
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και τη χορήγηση προθεσμίας για την υποβολή υπομνήματος, που του χορηγήθηκε και,
Τον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος πρότεινε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από την Αντιπρόεδρο Ανδρονίκη Θεοτοκάτου και το Σύμβουλο Γεώργιο Βοΐλη που απουσίασαν λόγω κωλύματος.
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και
Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,
Αποφάσισε τα εξής:
Ι. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως της 2576/2006 οριστικής αποφάσεως του Ι Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρ. 59 π.δ. 774/1980 και 61 σε συνδ. με 117 π.δ. 1225/1981), και για το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της οποίας κατατέθηκε εμπρόθεσμα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου θετική γνώμη (490/2008) του Β΄ Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά το χρόνο άσκησής της διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2298/1995, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, που καταργήθηκε, μεταγενεστέρως, από 7.8.2009 με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, κατά το βάσιμο του λόγου αυτής.
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως το αναιρεσείον επιδιώκει την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί τω τέλει απορρίψεως της ασκηθείσας εφέσεως της αντιδίκου του κατά της εκδοθείσας εις βάρος της καταλογιστικής αποφάσεως, προβάλλοντας ως λόγο αναιρέσεως αυτής εσφαλμένη ερμηνεία των διεπουσών την επίδικη σχέση διατάξεων του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 56 παρ. 2 του ν. 2362/1995 και του άρθρου 12 του ν.δ. 1264/1942, εγκειμένης στην κατά το αναιρεσείον λανθασμένη ερμηνευτική – νομική παραδοχή του ουσιαστικού περιεχομένου του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως του υπολόγου κατά την διαδικασία εκδόσεως εις βάρος του καταλογιστικής αποφάσεως και δι’ αυτής στην εσφαλμένη κρίση περί ακυρότητας της εκκληθείσας καταλογιστικής αποφάσεως, λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.
ΙΙΙ. Στο άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι : «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο, που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Περαιτέρω, στο άρθρο 56 παρ. 2 του ν. 2362/1995 «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις» ορίζεται ότι : «Οποιοδήποτε έλλειμμα αναπληρώνεται από τον υπόλογο μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες, διαφορετικά αυτός απομακρύνεται από τη διαχείριση αμέσως και καταλογίζεται με το ποσό του ελλείμματος …». Επίσης, στο ν.δ. 1264/1941 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί Οικονομικής Επιθεωρήσεως» ορίζεται στο άρθρο 1 ότι : «Αντικείμενα αρμοδιότητος της εν τω Υπουργείω των Οικονομικών Υπηρεσίας της Οικονομικής Επιθεωρήσεως είναι η επ’ ονόματι του Υπουργού των Οικονομικών : α) … γ) ενέργεια ελέγχου της διαχειρίσεως παντός δημοσίου υπολόγου, διαχειριζομένου οπωσδήποτε έστω και άνευ προσηκούσης εξουσιοδοτήσεως χρήματα, τίτλους ή υλικόν ανήκοντα εις το Δημόσιον …» και στο άρθρο 12 ότι : «1. Ο Γενικός Οικονομικός Επιθεωρητής και οι Οικονομικοί Επιθεωρηταί Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων και πας οικονομικός υπάλληλος εκτελών χρέη Οικονομικού Επιθεωρητού Δημοσίων Υπολόγων και Νομικών Προσώπων εφ’ όσον κατά την ενέργειαν επιθεωρήσεως οιασδήποτε δημοσίας ή μη διαχειρίσεως εκ των εν άρθρ. 1 παρ. 1 του παρόντος Νόμου διαλαμβανομένων διαπιστώσωσι την ύπαρξιν ελλείμματος προερχομένου εξ ελλείψεως χρημάτων ή υλικού ή αξιών εν γένει, προβαίνουσιν εις την έκδοσιν ητιολογημένης καταλογιστικής αποφάσεως κατά του υπολόγου και των τυχόν αλληλεγγύως μετ’ αυτού συνευθυνομένων, εάν η εξακριβωθείσα έλλειψις δεν ήθελεν αναπληρωθή εντός 24 ωρών …». Εκ τούτων έπεται ότι το συνταγματικό δικαίωμα του διοικουμένου για προηγούμενη ακρόασή του από τη Διοίκηση πριν από την έκδοση σε βάρος του δυσμενούς διοικητικής πράξης, όπως είναι η έκδοση καταλογιστικής πράξης κατά υπολόγου από τον αρμόδιο οικονομικό επιθεωρητή για διαπιστούμενο έλλειμμα, ικανοποιείται εφ’ όσον παρασχεθεί στον υπόλογο η ευχέρεια να εκφέρει τις απόψεις του πριν από την έκδοση της δυσμενούς γι’ αυτόν διοικητικής πράξης του καταλογισμού. Προκειμένου δε να μην είναι πλημμελής η τήρηση του ως άνω διαδικαστικού τύπου και να μην φαλκιδεύεται η υποχρέωση προηγούμενης ακρόασης, πρέπει, εφ’ όσον ζητηθεί, να τίθεται υπόψη του προς καταλογισμό προσώπου ο πλήρης φάκελος της υπόθεσης, ώστε να μπορεί αυτός να αμυνθεί αποτελεσματικά επί του συνόλου των διαθεσίμων στοιχείων, βάσει των οποίων η Διοίκηση προτίθεται να προχωρήσει σε καταλογισμό. Ειδικότερα, πρέπει να τίθεται υπόψη του, πριν από την κλήση για αναπλήρωση του ελλείμματος και την έκδοση της καταλογιστικής απόφασης, κατά κύριο λόγο, η πορισματική έκθεση, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά τα ευρήματα του διαχειριστικού ελέγχου, η αιτιολογία του επικείμενου καταλογισμού και τα ποσά του καταλογισμού, καθώς και κάθε άλλο κρίσιμο στοιχείο που θα ζητήσει, διότι μόνον με τον τρόπο αυτό υφίσταται ουσιαστική δυνατότητα να εκφράσει τις αντιρρήσεις του, προσκομίζοντας και τα σχετικά στοιχεία, ενδεχόμενη αποδοχή των οποίων είναι δυνατόν να οδηγήσει σε μείωση του ποσού του καταλογισμού ή και σε μη έκδοση καταλογιστικής απόφασης. Εξάλλου, σε περίπτωση που κατά το χρόνο της κλήσης για αναπλήρωση του ελλείμματος δεν έχουν τεθεί υπόψη αυτού όλα τα κρίσιμα στοιχεία υποχρεούται η Διοίκηση, αν αυτά ζητηθούν, να τα χορηγήσει και περαιτέρω να παράσχει εύλογο χρόνο, ούτως ώστε, αφού ενημερωθεί πλήρως ο ενδιαφερόμενος να εκθέσει τις απόψεις του αναφορικά με το αποδιδόμενο σ’ αυτόν έλλειμμα. Αν η Διοίκηση παραβιάσει την ως άνω υποχρέωση και προβεί στην έκδοση καταλογιστικής απόφασης πριν ικανοποιηθεί το σχετικό αίτημα του υπολόγου για πλήρη σύμφωνα με τα ανωτέρω ενημέρωσή του και παρασχεθεί σ’ αυτόν πραγματική δυνατότητα άμυνας, τότε η εκδοθείσα κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων καταλογιστική απόφαση είναι ακυρωτέα. Πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι η πλημμέλεια της μη τήρησης του ανωτέρω ουσιώδους τύπου της διαδικασίας δεν μπορεί να θεραπευθεί από το γεγονός ότι πριν από την πρόσκληση για αναπλήρωση του ελλείμματος, ο οικονομικός επιθεωρητής έχει καλέσει τον υπόλογο και έχει λάβει κατάθεση αυτού στο πλαίσιο διενεργηθείσας ένορκης διοικητικής εξέτασης, αφού με την κατάθεση αυτή, στην οποία αντιμετωπίζεται ως ουδέτερος μάρτυς και όχι ως υπεύθυνος σε βάρος του οποίου επίκειται η έκδοση δυσμενούς πράξης, δεν υλοποιείται πλήρως το συνταγματικό του δικαίωμα για προηγούμενη ακρόαση ούτε τηρείται ο ανωτέρω ουσιώδης διαδικαστικός τύπος, καθόσον κατά το στάδιο εκείνο δεν έχει ακόμα συνταχθεί η πορισματική έκθεση και δεν έχει εξαχθεί το τελικό αποτέλεσμα του ελέγχου και ως εκ τούτου στερείται της δυνατότητας να έχει στη διάθεσή του όλα τα κρίσιμα στοιχεία που στηρίζουν τον επικείμενο καταλογισμό (Ολ. Ελ. Συν. 3442/2009, 1717/2009).
ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν Ι Τμήμα, όπως προκύπτει εκ της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της ότι η εκκληθείσα 805/17.2.2005 καταλογιστική απόφαση του Οικονομικού Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης Υπολ. Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία καταλογίστηκε η εκκαλούσα – αναιρεσίβλητη με το συνολικό ποσό των 340.452,76 ευρώ (κεφάλαιο 144.732,54 ευρώ πλέον προσαυξήσεις ύψους 195.720,22 ευρώ) καθόσον κατά την περίοδο που υπηρετούσε στο Τμήμα Φ.Π.Α. της Α΄ Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, ως ελεγκτής υπάλληλος, διενήργησε επιστροφές Φ.Π.Α. στην επιχείρηση «…» χωρίς την ύπαρξη μεταφορικών εγγράφων ή άλλων στοιχείων αποστολής για τους μήνες Οκτώβριο, Δεκέμβριο 1997 και Φεβρουάριο, Απρίλιο 1998, που να αποδεικνύουν την ενδοκοινοτική παράδοση αγαθών, εκδόθηκε κατόπιν της 213/24.1.2005 πρόσκλησης του ως άνω οικονομικού επιθεωρητή, με την οποίαν κλήθηκε η εκκαλούσα να αναπληρώσει εντός 48 ωρών το διαπιστωθέν έλλειμμα, και σε χρόνο προγενέστερο εκείνου της χορηγήσεως σ’ αυτήν (εκκαλούσα), με το 130/22.2.2005 έγγραφο της Γραμματέως του Β΄ Υπηρεσιακού Συμβουλίου του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, αντιγράφου της ΕΜΠ 73/5.6.2003 πορισματικής έκθεσης προκαταρκτικής έρευνας – ΕΔΕ, η οποία και απετέλεσε το ουσιαστικό έρεισμα του επιβληθέντος καταλογισμού, που η ίδια είχε ζητήσει, μετά την παραλαβή στις 1.2.2005 της ανωτέρω προσκλήσεως, με την από 4.2.2005 αίτησή της προς το Υπουργείο Οικονομικών. Κρίνοντας δε, περαιτέρω, ότι με αυτά τα δεδομένα η καταλογιστική απόφαση πάσχει ακυρότητα λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, αφού αυτή εκδόθηκε πριν χορηγηθεί στην εκκαλούσα η ως άνω αιτηθείσα πορισματική έκθεση, επί της οποίας ερείδεται κατ’ ουσίαν ο επίδικος καταλογισμός και πριν της παρασχεθεί η πραγματική δυνατότητα, έχοντας προηγουμένως ενημερωθεί επί του συνόλου των διαθεσίμων κρίσιμων στοιχείων, να προβάλει τυχόν λόγους για τους οποίους δεν ανακύπτει υποχρέωσή της για αναπλήρωση του ελλείμματος, και διαλαμβάνοντας, συναφώς, ειδικότερη σκέψη περί του ότι δεν συνιστούν νόμιμη ακρόαση, κατά την έννοια του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, οι δοθείσες από 21.4.2003 και 9.5.2003 καταθέσεις της εκκαλούσας ενώπιον του αρμόδιου οικονομικού επιθεωρητή, εφόσον κατά το χρόνο εκείνο δεν είχε διαμορφωθεί αποδεικτικό πόρισμα ούτε είχαν οριστικοποιηθεί τα στοιχεία του φακέλου, ώστε να δύναται αυτή να αναπτύξει τις απόψεις της ως προς το διαπιστούμενο έλλειμμα, έκανε δεκτή ακολούθως την ασκηθείσα έφεση αυτής και ακύρωσε την προσβληθείσα καταλογιστική απόφαση. Έτσι που αποφάσισε το Τμήμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις ως προς τον προσδιορισμό του ουσιαστικού περιεχομένου του δικαιώματος προηγουμένης ακροάσεως του υπολόγου στο πλαίσιο εκδόσεως εις βάρος του καταλογιστικής αποφάσεως, κρίνοντας προς τούτο ότι η καταλογιστική απόφαση πάσχει ακυρότητα λόγω παραβίασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ο δε περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως η ένδικη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την από 21 Ιανουαρίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 2576/2006 αποφάσεως του Ι Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 16 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 6 Απριλίου 2011.
——————-
Παρατηρήσεις
Για το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του υπολόγου πριν από την έκδοση σε βάρος του καταλογιστικής πράξης από οικονομικό επιθεωρητή για διαπιστωθέν έλλειμμα η νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου έχει δεχθεί τα ακόλουθα:
Αρχικά με τις 534/1991, 1856/1996, 2829/2006 αποφάσεις της η Ολομέλεια έκρινε ότι η κλήτευση του υπολόγου από τον οικονομικό επιθεωρητή για αναπλήρωση του διαπιστωθέντος ελλείμματος (άρθρο 56 παρ. 2 του Ν 2362/1995 , όμοια διάταξη και στο προγενέστερο ΝΔ 321/1969 ) καλύπτει την άσκηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, αφού στην περίπτωση αυτή ο διοικούμενος έχει τη δυνατότητα να αναπτύξει τις απόψεις του, οι οποίες, αν δεν γίνουν αποδεκτές, η επακολουθούσα έκδοση της καταλογιστικής πράξης είναι αυτόθροη συνέπεια υποχρεωτικής εφαρμογής του νόμου, με αποτέλεσμα η εκ νέου ακρόαση του ενδιαφερομένου να αποβαίνει άσκοπη με βάση τις συντρέχουσες αντικειμενικές συνθήκες και προϋποθέσεις.
Με την 1396/2000 απόφασή της η Ολομέλεια απαίτησε την επίκληση ειδικού έννομου συμφέροντος του υπολόγου για τις περιπτώσεις της μη προηγούμενης ακρόασής του. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η πρόσκληση για την άσκηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης δεν χρειάζεται να περιβληθεί ορισμένο πανηγυρικό τύπο. Αρκεί η, με κάθε τρόπο, παραχώρηση στον ενδιαφερόμενο της ευχέρειας να εκθέσει τις απόψεις ή αντιρρήσεις του. Τούτο συμβαίνει όχι μόνο όταν ο υπόλογος εξετάζεται από τον οικονομικό επιθεωρητή αναφορικά με το διαπιστούμενο έλλειμμα της διαχειρίσεώς του, αλλά και πολύ περισσότερο, όταν πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης καλείται να αναπληρώσει το συγκεκριμένο έλλειμμα, οπότε μπορεί να λάβει γνώση όλων των εγγράφων του φακέλου και να προβάλλει εξαντλητικά τις απόψεις του. Εξάλλου, η μη προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου δεν επάγεται χωρίς άλλο και συγκεκριμένα χωρίς την επίκληση ειδικού προς τούτο εννόμου συμφέροντος, την ακυρότητα της διοικητικής πράξης, όταν ο ενδιαφερόμενος έχει κατ΄ αυτής ουσιαστική διοικητική προσφυγή (έφεση του άρθρου 49 ΠΔ 1225/1981 ), αφού στην περίπτωση αυτή η πράξη θα ακυρωθεί, είτε θα μεταρρυθμιστεί με βάση ακριβώς τα προβαλλόμενα παράπονά του. Οι σκέψεις αυτές επαναλήφθηκαν και στην 2161/2006 απόφαση της Ολομέλειας.
Η νομολογία αυτή άλλαξε με την 2445/2007 απόφαση της Ολομέλειας και αφού είχαν προηγηθεί οι 2576 και 2586/2006 αποφάσεις του I Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Ειδικότερα, με τις προμνησθείσες αποφάσεις του το I Τμήμα έκρινε ότι η παροχή της δυνατότητας στον υπόλογο να εκθέσει τις απόψεις του πρέπει να είναι αποτελεσματική, δηλ. να διενεργείται, αφού προηγουμένως τεθεί υπόψη του ο πλήρης φάκελος της υπόθεσης, ώστε να μπορεί αυτός να αμυνθεί. Αν κατά το χρόνο κλήτευσης του υπολόγου για αναπλήρωση του ελλείμματος δεν έχουν τεθεί υπόψη του όλα τα κρίσιμα στοιχεία, τότε, αν αυτός τα ζητήσει με αίτησή του, η Διοίκηση οφείλει να του τα χορηγήσει και να του παράσχει εύλογο χρόνο για να αναπτύξει τις απόψεις του. Η πορισματική έκθεση πρέπει να τίθεται υπόψη του υπολόγου πριν από την πρόσκληση για αναπλήρωση του ελλείμματος και σε κάθε περίπτωση, πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξης.
Η Ολομέλεια με την 2445/2007 απόφασή της έκρινε ότι η κλήση του υπολόγου για αναπλήρωση του διαπιστωθέντος ελλείμματος αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας έκδοσης της καταλογιστικής πράξης, η μη τήρηση του οποίου επάγεται την ακυρότητα της πράξης αυτής. Για να μην είναι πλημμελής η τήρηση του τύπου αυτού πρέπει να τίθεται υπόψη του υπολόγου η πορισματική έκθεση και, αν ζητηθούν, όλα τα κρίσιμα στοιχεία. Η κατάθεση του υπολόγου που έχει ληφθεί από τον οικονομικό επιθεωρητή δεν καλύπτει την άσκηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, αφού ο υπόλογος εξετάστηκε ως ουδέτερος μάρτυρας και όχι ως ο υπεύθυνος του καταλογισμού.
Γεωργία Μαραγκού,
Σύμβουλος ΕλΣυν
