ΕΣ 898/2017, ΟΛΟΜ., ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΟ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ Η ΜΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΣΕ ΑΡΡΕΝΑ ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΑ ΤΕΚΝΑ , ΔΙΟΤΙ ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΜΟ ΑΥΤΟ ΑΦΟΡΑ ΕΑΝ ΦΘΙΝΟΝΤΑ ΚΥΚΛΟ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΘΥΓΑΤΕΡΕΣ ΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΠΟΥ ΑΠΟ ΤΟ 2010 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΑΥΤΕΣ

ΕΣ Ολομ

898 /2017 ΣΕ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση : Ιωάννης Καραβοκύρης, Πρόεδρος, Νικόλαος Αγγελάρας, Φλωρεντία Καλδή, Ανδρονίκη Θεοτοκάτου, Σωτηρία Ντούνη και Μιχαήλ Ζυμής, Αντιπρόεδροι, Γαρυφαλλιά Καλαμπαλίκη, Χρυσούλα Καραμαδούκη, Μαρία Βλαχάκη (εισηγήτρια), Νικόλαος Μηλιώνης, Άννα Λιγωμένου, Γεωργία Μαραγκού, Βασιλική Ανδρεοπούλου, Μαρία Αθανασοπούλου, Ασημίνα Σαντοριναίου, Ελένη Λυκεσά, Ευαγγελία – Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Σταμάτιος Πουλής, Κωνσταντίνα Ζώη, Δημήτριος Πέππας, Δέσποινα Καββαδία – Κωνσταντάρα, Αγγελική Μυλωνά, Γεωργία Τζομάκα, Στυλιανός Λεντιδάκης, Αντώνιος Κατσαρόλης, Χριστίνα Ρασσιά, Βιργινία Σκεύη, Κωνσταντίνος Εφεντάκης και Αγγελική Μαυρουδή, Σύμβουλοι (οι Αντιπρόεδροι Ευστάθιος Ροντογιάννης, Γεώργιος Κωνσταντάς και Ευφροσύνη Κραμποβίτη και οι Σύμβουλοι Ευάγγελος Νταής, Γεώργιος Βοΐλης, Κωνσταντίνος Κωστόπουλος, Αργυρώ Λεβέντη και Θεολογία Γναρδέλλη απουσίασαν δικαιολογημένα).

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας :Διονύσιος Λασκαράτος.

ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ :Ιωάννα Αντωνογιαννάκη, Γενική Συντονίστρια, που ασκεί και καθήκοντα αναπληρώτριας Επιτρόπου στην Υπηρεσία Επιτρόπου στη Γραμματεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Γιανα δικάσει την από 21.7.2009 (αριθμ. κατάθ. 531/10.8.2009), για αναίρεση της 1768/2009 οριστικής απόφασης του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίτηση του Αρτέμη Πετρούτσου του Βασιλείου, κατοίκου Ιλίου Αττικής (οδός Πάριδος 88), ο οποίος δεν παραστάθηκε,

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νομίμως από τον Υπουργό Οικονομικών, που παραστάθηκε δια του Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αιτούντος κατά της 1455/2004 απόφασης της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, απορριπτικής ένστασης του ιδίου κατά της 61741/17.4.2003 πράξης της 44ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία απορρίφθηκε αίτησή του για κανονισμό σ’ αυτόν πολεμικής σύνταξης κατά μεταβίβαση με την ιδιότητά του ως ενήλικου και ανίκανου για εργασία τέκνου σε ποσοστό άνω του 50%, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων (π.δ. 168/2000).

Με την αίτηση που κρίνεται και για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή ζητείται η αναίρεση της ως άνω απόφασης του ΙΙΙ Τμήματος.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε :

Τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Και

Το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, ο οποίος   πρότεινε την απόρριψη της αίτησης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το Δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη με παρόντες τους δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τους Συμβούλους Άννα Λιγωμένου, Μαρία Αθανασοπούλου και Ελένη Λυκεσά που απουσίασαν λόγω κωλύματος, καθώς και τη Σύμβουλο Αγγελική Μαυρουδή που αποχώρησε από τη διάσκεψη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 1968/1991.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα και

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο,

Αποφάσισε τα εξής :

Ι.Με την υπό κρίση αίτηση, ο αναιρεσείων, επιδιώκοντας να κανονισθεί σε αυτόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων (π.δ. 168/2000), κατά μεταβίβαση σύνταξη ως ενήλικο και ανίκανο για εργασία σε ποσοστό άνω του 50% τέκνο αποβιώσαντος πολεμικού συνταξιούχου, ζητεί την εξαφάνιση της 1768/2009 οριστικής απόφασης του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεσή του κατά της 1455/2004 απόφασης της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων, απορριπτικής ένστασής του κατά της 61741/17.4.2003 πράξης της 44ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την οποία είχε απορριφθεί η αίτησή του για κανονισμό σ’ αυτόν σύνταξης. Η συζήτηση της αίτησης αυτής, η οποία έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και για την οποία δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρο 121 του π.δ. 168/2000), νομίμως χωρεί παρά την απουσία του αναιρεσείοντος, η οποία δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας, καθόσον αυτός, πέραν του ότι κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως να παραστεί στη συζήτηση της αιτήσεώς του (βλ. τις από 29.8.2011 και 4.10.2011 εκθέσεις επιδόσεως προς τον ίδιο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του), με την από 2.12.2011 δήλωσή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6.12.2011, ενέκρινε το περιεχόμενο της ασκηθείσας αίτησης και δήλωσε ότι επιθυμεί τη συζήτηση της υπόθεσης χωρίς την παρουσία του. Πρέπει, συνεπώς, η ένδικη αίτηση να εξετασθεί περαιτέρω κατά το παραδεκτό και το βάσιμο των προβαλλόμενων με αυτή λόγων αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις : α) της εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής της διέπουσας την επίδικη περίπτωση ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων (π.δ. 168/2000) κατά το μέρος που έγινε δεκτό από το δικάσαν Τμήμα ότι για τη μεταβίβαση της σύνταξης σύμφωνα με τη διάταξη αυτή απαιτείται, πλην των λοιπών προϋποθέσεων, το τέκνο να είναι άγαμο και όχι διαζευγμένο και β) της εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 35 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ/τος 168/2000 που αφορά τις διαζευγμένες θυγατέρες κατά το μέρος που το Τμήμα απέκλεισε, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας των δύο φύλων, την εφαρμογή της διάταξης αυτής στα άρρενα διαζευγμένα τέκνα, όπως ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων.

ΙΙ.Στη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του π.δ/τος 168/2000 «Κώδικας Πολεμικών Συντάξεων» (Α΄ 155), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «Αν αυτοί που αναφέρονται στα άρθρα 31 μέχρι 34 ήσαν έγγαμοι δικαιούνται σύνταξη: α) … β) τα τέκνα είτε γεννήθηκαν σε γάμο των γονέων τους, είτε νομιμοποιήθηκαν, είτε είναι θετά, είτε αναγνωρίσθηκαν, τα μεν κορίτσια αν είναι άγαμα, τα δε αγόρια μέχρι τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον είναι άγαμα ή και μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους εφόσον είναι ανίκανα για εργασία κατά ποσοστό 50% και άνω…». Με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες ταυτίζονται κατά περιεχόμενο με τις αντίστοιχες διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (βλ. άρθρα 5 και 31 του π.δ/τος 166/2000 και ήδη π.δ/τος 169/2007), καθορίζονται οι προϋποθέσεις, με τη συνδρομή των οποίων θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο Ταμείο τα τέκνα των αναφερομένων σ’ αυτές προσώπων (βλ. άρθρα 31 μέχρι 34 του π.δ/τος 168/2000). Μολονότι δε ο νομοθέτης δεν διαλαμβάνει ρητά τον όρο «άγαμα» για τα ενήλικα και ανίκανα για εργασία άρρενα τέκνα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα ενήλικα άρρενα τέκνα που είναι έγγαμα δεν θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης, έστω και αν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις, όπως δεν θεμελιώνουν και τα έγγαμα θήλεα τέκνα. Προκειμένου δε να μην καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι ο νομοθέτης δεν σκοπεί στην απονομή συντάξεως σε έγγαμα τέκνα, άρρενα ή θήλεα, μεταγενέστερα, με το άρθρο 3 παρ. 2 και 16 του ν. 3408/2005 περιέλαβε πλέον ρητά, μεταξύ των λοιπών προϋποθέσεων για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης, από τα ενήλικα άρρενα τέκνα, την αγαμία. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από το σύνολο των συναφών συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων βασικός κανόνας, αλλά και δικαιολογητικός λόγος για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από τα τέκνα (άρρενα ή θήλεα) θανόντος συνταξιούχου είναι η μη αποκοπή του τέκνου από την πατρική οικογένεια και την προστασία που αυτή του παρείχε. Ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος συντρέχει και στην περίπτωση που το τέκνο έχει διαζευχθεί, ακόμη και πριν πεθάνει ο γονέας από τον οποίο έλκει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα, καθόσον αυτό, με τη σύναψη γάμου, αποκόπτεται από την πατρική οικογένεια, η μεταγενέστερη δε διάζευξή του δεν δύναται να αναβιώσει τον ήδη λυθέντα δεσμό του με αυτή, ώστε να ανακτήσει το συνταξιοδοτικό του δικαίωμα. Με τη διαφορετική δε νομοθετική μεταχείριση των διαζευγμένων θυγατέρων έναντι των διαζευγμένων αρρένων τέκνων (άρθρο 35 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ/τος 168/2000 και άρθρα 5 παρ. 1 περ. γ΄ και 31 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ. 166/2000) δεν εισάγεται αδικαιολόγητη ευνοϊκή διάκριση των θυγατέρων έναντι των υιών, καθώς πρόκειται για εξαιρετική ρύθμιση που θεσπίστηκε για την προστασία των γυναικών, οι οποίες, εξαιτίας των επικρατουσών στο παρελθόν κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, είχαν μειωμένες δυνατότητες και ευκαιρίες για πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην επαγγελματική αποκατάσταση και σταδιοδρομία. Γι’ αυτό, άλλωστε, δικαιολογείται, ως συνάδουσα προς τον επιδιωκόμενο ως άνω σκοπό του νομοθέτη, η θέσπιση, με το ν. 1654/1986, για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από τις διαζευγμένες θυγατέρες του ηλικιακού περιορισμού της συμπλήρωσης του 40ού έτους της ηλικίας τους κατά την 31.12.1986, δοθέντος ότι πρόκειται για γυναίκες μεγάλης ηλικίας που βρίσκονται σε αδυναμία πρόσβασης σε επάγγελμα και εξεύρεσης των πόρων βιοπορισμού τους (βλ. και Ολ. Ελ. Συν. 741/2010). Η πρόθεση δε του νομοθέτη για τη σταδιακή κατάργηση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος των διαζευγμένων θυγατέρων επιβεβαιώνεται από τη μεταγενέστερη ρητή κατάργηση, με τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 περ. δ΄ του ν. 3865/2010, των οικείων διατάξεων τόσο του Κώδικα Πολεμικών Συντάξεων, όσο και του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων περί απονομής συντάξεως σε διαζευγμένες θυγατέρες, χωρίς όμως να θίγονται τα δικαιώματα που είχαν γεννηθεί μέχρι τη δημοσίευση του ως άνω νόμου. Συνεπώς, τα ενήλικα διαζευγμένα άρρενα τέκνα δεν θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης από τον θανόντα γονέα τους ακόμη και αν η διάζευξη έλαβε χώρα πριν από τον θάνατο αυτού, ανεξαρτήτως της συνδρομής στο πρόσωπό τους των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου. Δεν μπορεί δε να τύχει σε αυτά εφαρμογής, κατ’ επίκληση της συνταγματικής αρχής της ισότητας των δύο φύλων, η διάταξη περί συνταξιοδότησης των διαζευγμένων θυγατέρων (άρθρο 35 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ. 168/2000), καθόσον πρόκειται για δικαιολογημένη εξαιρετική ρύθμιση, η οποία, αφορώσα έναν φθίνοντα κύκλο προσώπων, δεν επιδέχεται επεκτατικής εφαρμογής (βλ. Ολ. Ελ. Συν. 890/2005, 357/1997, 410/1996, πρβλ. και Ολ. Ελ. Συν. 1824/2010, 2081/2010).

ΙΙΙ. Στην υπό κρίση υπόθεση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Τμήματος, τα ακόλουθα : Ο τότε εκκαλών, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1956, είναι γιός του πολεμικού συνταξιούχου Βασιλείου Πετρούτσου του Αρτέμη (τέως στρατιώτη), ο οποίος απεβίωσε στις 8.2.2003. Με την 61741/17.4.2003 πράξη της 44ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους απορρίφθηκε αίτησή του για κανονισμό σ’ αυτόν ως ενήλικο και ανίκανο προς άσκηση οποιουδήποτε βιοποριστικού επαγγέλματος τέκνο σύνταξης κατά μεταβίβαση, με την αιτιολογία ότι, όπως προέκυπτε από το 3990/13.3.2003 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Πύργου, ήταν διαζευγμένος και όχι άγαμος, με συνέπεια να μη θεμελιώνει δικαίωμα σύνταξης από το Δημόσιο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του π.δ/τος 168/2000. Κατά της πράξης αυτής άσκησε τη 1910/8.1.2004 ένσταση, η οποία, ομοίως, απορρίφθηκε με την εκκληθείσα ενώπιον του Τμήματος απόφαση της Επιτροπής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού Συντάξεων (Ε.Ε.Π.Κ.Σ.) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Με βάση τα πραγματικά αυτά δεδομένα, το δικάσαν Τμήμα απέρριψε την έφεση του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι ορθώς απορρίφθηκε η ένστασή του, αφού, δοθέντος ότι κατά τον χρόνο θανάτου του πατέρα του, πολεμικού συνταξιούχου, ήταν ενήλικος και διαζευγμένος, όπως προέκυπτε από την 79/8717/1493/1998 απόφαση του Πρωτοδικείου Πατρών και το 1577/20/1999 διαζευκτήριο της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας, δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις που τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 περ. β΄ του π.δ/τος 168/2000 για τη θεμελίωση δικαιώματος κατά μεταβίβαση σύνταξης. Με τις πραγματικές αυτές παραδοχές και βάσει των προεκτεθέντων στη νομική σκέψη ΙΙ της παρούσας το Δικαστήριο κρίνει ότι το δικάσαν Τμήμα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη και δεν υπέπεσε, ως εκ τούτου, στην αποδιδόμενη με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου σχετική αιτίαση. Περαιτέρω, το δικάσαν Τμήμα απέρριψε τον έτερο λόγο έφεσης, με τον οποίο ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων υποστήριζε ότι, ενόψει της συνταγματικής αρχής της ισότητας των δύο φύλων (άρθρα 4 παρ. 2 και 116 παρ. 2 του Συντάγματος), πρέπει να τύχει εφαρμογής και στην περίπτωσή του η διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ/τος 168/2000 περί συνταξιοδότησης των διαζευγμένων θυγατέρων και μάλιστα χωρίς τον περιεχόμενο στη διάταξη αυτή ηλικιακό περιορισμό της συμπλήρωσης του 40ού έτους της ηλικίας μέχρι τις 31.12.1986, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, είναι ανίσχυρος λόγω της αντίθεσής του στην αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), ως εισάγων αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση μεταξύ εκείνων που έχουν συμπληρώσει κατά την ως άνω ημερομηνία το 40ό έτος της ηλικίας τους και εκείνων που το συμπληρώνουν μετά την ημερομηνία αυτή. Την απορριπτική αυτή κρίση του το Τμήμα στήριξε στην νομική παραδοχή ότι η πρόβλεψη ως προϋπόθεσης για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος από τις διαζευγμένες θυγατέρες της συμπλήρωσης του 40ού έτους της ηλικίας μέχρι τις 31.12.1986 δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, ενόψει των σκοπών θέσπισής της, αλλά και του προσδιορισμού του κύκλου των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της με αντικειμενικά κριτήρια, και αφετέρου στο πραγματικό γεγονός ότι ο τότε εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, έχοντας γεννηθεί το έτος 1956, δεν είχε συμπληρώσει κατά την ως άνω ημερομηνία (31.12.1986) το 40ό έτος της ηλικίας του και, συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν τυγχάνει ή μη επεκτατικής εφαρμογής στην περίπτωσή του η επίμαχη διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ/τος 168/2000 και από το αν συντρέχουν ή μη στο πρόσωπό του οι λοιπές απαιτούμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, πάντως δεν θεμελιώνει κατά μεταβίβαση δικαίωμα σύνταξης. Ενόψει των παραδοχών αυτών του δικάσαντος Τμήματος, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ορθώς κατ’ αποτέλεσμα, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ο ως άνω λόγος έφεσης, καθόσον, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην προεκτεθείσα νομική σκέψη ΙΙ, η διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 περ. γ΄ του π.δ/τος 168/2000 περί συνταξιοδότησης των διαζευγμένων θυγατέρων, ως εισάγουσα εξαιρετική ρύθμιση, που δικαιολογείται ενόψει των επιδιωκόμενων από τον συνταξιοδοτικό νομοθέτη σκοπών, όπως αυτοί παρατίθενται ανωτέρω, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να τύχει επεκτατικής εφαρμογής και στα διαζευγμένα άρρενα τέκνα, ανεξαρτήτως του αν αυτά έχουν συμπληρώσει μέχρι 31.12.1986 το 40ό έτος της ηλικίας τους. Επομένως, δεν έσφαλε το δικάσαν Τμήμα απορρίπτοντας τον λόγο αυτόν έφεσης και αποβαίνει, ως εκ τούτου, απορριπτέος ο σχετικά προβαλλόμενος δεύτερος λόγος αναίρεσης. Ακολούθως, εφόσον δεν προβάλλεται βάσιμη αναιρετική αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης του Αρτέμη Πετρούτσου του Βασιλείου κατά της 1768/2009 απόφασης του ΙΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΑΒΟΚΥΡΗΣ ΜΑΡΙΑ ΒΛΑΧΑΚΗ
   
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ ΑΝΤΩΝΟΓΙΑΝΝΑΚΗ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 31 Μαΐου 2017.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΘΕΟΤΟΚΑΤΟΥ ΕΛΕΝΗ ΑΥΓΟΥΣΤΟΓΛΟΥ