ΣτΕ 1040/2005, Δ τμ., ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ, Αν η Διοίκηση ανακαλέσει ρητή πράξη, με την οποία απορρίπτεται ενδικοφανής προσφυγή, δεν αναβιώνει η τυχόν σιωπηρά απόρριψη αυτής, ούτε η προσφυγή καθίσταται εκ νέου εκκρεμής, αλλά ανακαλείται και η πράξη που προσβλήθηκ

ΣΤΕ

Αν η Διοίκηση ανακαλέσει ρητή πράξη, με την οποία απορρίπτεται ενδικοφανής προσφυγή, δεν αναβιώνει η τυχόν σιωπηρά απόρριψη αυτής, ούτε η προσφυγή καθίσταται εκ νέου εκκρεμής, αλλά ανακαλείται και η πράξη που προσβλήθηκε με την ενδικοφανή πράξη. 1040/2005 Δ

Αριθμός 1040/2005 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ Δ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Ιανουαρίου 2005, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ε. Σαρπ, Π. Κοτσώνης, Σύμβουλοι, Ο. Ζύγουρα, Ο. Παπαδοπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Τριάδη, Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 24 Ιουλίου 2003 αίτηση: 
των συμπραττόντων γραφείων μελετών: 1) Α. ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ-Ν. ΛΟΥΚΑΤΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα (Καλύμνου 16), 2) ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΤΟΥΡΑ, κατοίκου Αλεξανδρούπολης (Βενιζέλου 54), 3) ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΑΣΟΥΔΗ, κατοίκου Αλεξανδρούπολης (Βενιζέλου 53), 4) ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΚΟΥΔΟΥΜΑΚΗ, κατοίκου Αλεξανδρούπολης (Λεωφ. Δημοκρατίας 1) και 5) ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΥΛΗ, κατοίκου Λάρισας (Παναγούλη 9), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Γ. Αρβανίτη (Α.Μ. 5866), που τον διόρισαν με ειδικό πληρεξούσιο, 
κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης-Έβρου, η οποία παρέστη με την δικηγόρο Στάμω Χ. Πατσουρίδου (Α.Μ. 114 Δ.Σ. Αλεξανδρούπολης), που την διόρισε με απόφαση Νομαρχιακής Επιτροπής 
και κατά των παρεμβαινόντων συμπραττόντων γραφείων μελετών: 1) εταιρείας «Λιόντος και Συνεργάτες Ε.Π.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Λάμπρου Κατσώνη 36 Α), 2) Κωνσταντίνας Ευαγγελάτου, κατοίκου Αθηνών (Σισίνη 24), 3) Βασιλείου Πολιτόπουλου, κατοίκου Αθηνών (Κερασούντος 17Α) και 4) εταιρείας «Έμβατης Μελετητική Ε.Ε.-Δ. Βασιλόπουλος-Β. Καραμάλης Ε.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Λάμπρου Κατσώνη 36Α), τα οποία παρέστησαν με τον δικηγόρο Β. Γιαννόπουλο (Α.Μ. 4399), που τον διόρισαν με ειδικό πληρεξούσιο. 
Με την αίτηση αυτή τα αιτούντα συμπράττοντα γραφείων μελετών επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 145/24-6-2003 απόφαση της Νομαρχιακής Επιτροπής του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Π. Κοτσώνη. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων συμπραττόντων γραφείων μελετών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, την πληρεξούσια της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και τον πληρεξούσιο των συμπραττόντων γραφείων μελετών, που ζήτησαν την απόρριψή της. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ειδικά έντυπα 1084660 και 1084663-4/2003). 
2. Επειδή, με την από 5.7.2002 πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος της Νομαρχιακής Επιτροπής του Νομαρχιακού Διαμερίσματος Έβρου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ροδόπης – Έβρου εκλήθησαν οι ενδιαφερόμενοι μελετητές να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους για την ανάληψη εκπονήσεως της μελέτης «Κατασκευή Γέφυρας Ερυθροποτάμου (θέση Βρυσικά)», συνολικής αμοιβής 157.008 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 7 του ν. 716/1977. Με την 252/10.10.2002 απόφαση της ίδιας αρχής, η οποία εκδόθηκε με βάση την από 4.10.2002 εισήγηση της οικείας Επιτροπής Ανάθεσης, αποφασίσθηκε η ανάθεση εκπονήσεως της ανωτέρω μελέτης στα συμπράττοντα γραφεία μελετών «ΛΙΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΠΕ – ΚΩΝ/ΝΑ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ – ΠΟΛΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ – ΕΜΒΑΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΤΙΚΗ Ε.Ε. – Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ – Β. ΚΑΡΑΜΑΛΗΣ Ε.Ε.». Κατά της αποφάσεως αυτής οι αιτούντες, οι οποίοι, ως συμπράττοντα μελετητικά γραφεία, είχαν ομοίως εκδηλώσει ενδιαφέρον, άσκησαν την από 4.11.2002 ένσταση του άρθρου 11 παρ. 16 του ίδιου νόμου, κοινοποιούμενη προς την Γνωμοδοτική Επιτροπή Μελετών (Γ.Ε.Μ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Η ένσταση αυτή απερρίφθη με την 145/24.6.2003 απόφαση της ίδιας αρχής και η μελέτη ανετέθη στα ανωτέρω μελετητικά γραφεία «ΛΙΟΝΤΟΣ κλπ», τα οποία, με το 2895//17.7.2003 έγγραφο της Διοικήσεως, εκλήθησαν προς υπογραφή της συμβάσεως. Με την 145/2002 απόφαση της Ε.Α. του Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως των και ήδη αιτούντων, η εκτέλεση της πράξεως αυτής της αναθέτουσας αρχής, καθώς και της εν τω μεταξύ υπογραφείσης συμβάσεως, ανεστάλη, λόγω της προβολής, με την κρινόμενη αίτηση, λόγου που κρίθηκε ως προδήλως βάσιμος. Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής της Ε.Α., εκδόθηκε η 121/5.5.2004 απόφαση της ίδιας Νομαρχιακής Επιτροπής, με την οποία ανεκλήθη η ανωτέρω ρητή απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής των αιτούντων, για τον λόγο ότι, κατά την άποψη της Διοικήσεως, λόγω της εν τω μεταξύ σιωπηρής απορρίψεως της εν λόγω προσφυγής, η ρητή απόρριψή της δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα αλλά συνιστά απλή επιβεβαίωση της σιωπηρής απορρίψεως, η οποία δεν προσεβλήθη εμπροθέσμως. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της ανωτέρω 145/24.6.2003 αποφάσεως της καθ’ ης αρχής. 
3. Επειδή, παρεμβαίνει με έννομο συμφέρον η ανωτέρω σύμπραξη μελετητικών γραφείων «ΛΙΟΝΤΟΣ κλπ». 
4. Επειδή, στο άρθρο 11 παρ. 16 του ν. 716/1977 (Α’ 295) ορίζεται ότι «Καθ’ οιασδήποτε πράξεως του εργοδότου, από της δημοσιεύσεως της προσκλήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος μέχρι και της εκδόσεως της εγκριτικής αποφάσεως αυτού περί αναθέσεως της μελέτης, δύναται να ασκηθή ένστασις υπό παντός ενδιαφερομένου Γραφείου Μελετών εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δέκα (10) ημερών από της δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, κατά περίπτωσιν, της σχετικής πράξεως του εργοδότου. Η ένστασις ασκείται ενώπιον του εργοδότου κοινοποιουμένη συγχρόνως και εις την ΓΕΜ, ήτις εντός δέκα πέντε (15) ημερών γνωμοδοτεί προς τον εργοδότην. Επί της ενστάσεως αποφαίνεται τελικώς ο εργοδότης μετά την λήψιν της γνωμοδοτήσεως ή και άνευ ταύτης εάν παρέλθη άκαρπος η ανωτέρω προθεσμία». Η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή ένσταση αποτελεί ενδικοφανή προσφυγή (βλ. ΣτΕ 3066/20022635/2001 κ.ά.). Εξάλλου, στην παράγραφο 2 του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989 (Α΄8) ορίζεται ότι «Η αίτηση ακυρώσεως είναι απαράδεκτη αν στρέφεται κατά εκτελεστής πράξης, κατά της οποίας προβλέπεται από το νόμο ενδικοφανής προσφυγή, που ασκείται κατά νόμο μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του οργάνου που έχει εκδώσει την πράξη ή άλλου οργάνου και καθιστά δυνατή την επανεξέταση της υπόθεσης κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση ακυρώσεως επιτρέπεται μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται επί της προσφυγής. Αν παρέλθει η προθεσμία που τάσσει ειδικώς ο νόμος για την έκδοση αποφάσεως επί της ανωτέρω προσφυγής, ή, σε περίπτωση που δεν τάσσεται τέτοια προθεσμία, αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της προσφυγής, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται κατά της τεκμαιρομένης, από την πάροδο της προθεσμίας, απορρίψεως της προσφυγής. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά της τεκμαιρόμενης απόρριψης λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η απόφαση επί της προσφυγής που τυχόν εκδόθηκε οποτεδήποτε έως τη συζήτηση. Η απόφαση αυτή μπορεί πάντως και αυτοτελώς να προσβληθεί με αίτηση ακυρώσεως». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, στην επί της ενδικοφανούς προσφυγής εκδιδόμενη πράξη ενσωματώνεται η προσβαλλόμενη με την προσφυγή αυτή πράξη (βλ. ΣτΕ 2022/199919382407/1996 κ.ά.). Η ίδια πράξη, αν εκδοθεί μετά τη σιωπηρή, με την άπρακτη πάροδο της οικείας προθεσμίας, απόρριψη της προσφυγής και είναι, ομοίως, απορριπτική, δεν είναι επιβεβαιωτική της σιωπηρής αυτής απορρίψεως, αλλά πράξη εκτελεστή, στην οποία ενσωματώνονται τόσον η σιωπηρή απόρριψη, όσο και η πράξη, η οποία προσεβλήθη με την προσφυγή. Συνεπώς, αν η Διοίκηση ανακαλέσει, για οποιοδήποτε λόγο, ρητή πράξη, με τη οποία απορρίπτεται ενδικοφανής προσφυγή, δεν αναβιώνει η τυχόν σιωπηρή αυτής απόρριψη, ούτε η προσφυγή καθίσταται, εκ νέου, εκκρεμής, αλλ’ ανακαλείται, εν ταυτώ, και η προσβληθείσα με την προσφυγή πράξη. 
5. Επειδή, εν προκειμένω, μετά την, κατά τα ανωτέρω, ρητή, με την προσβαλλόμενη πράξη, απόρριψη της από 4.11.2002 ενδικοφανούς προσφυγής των αιτούντων κατά της 252/10.10.2002 αποφάσεως της Νομαρχιακής Επιτροπής της καθ’ ης Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, με την οποία αποφασίσθηκε η ανάθεση εκπονήσεως της επίδικης μελέτης στους παρεμβαίνοντες, τόσον η απόφαση αυτή, όσο και η σιωπηρή απόρριψη της ίδιας προσφυγής, ενσωματώθηκαν στη ρητή απορριπτική πράξη και απώλεσαν την εκτελεστότητά τους. Συνεπώς, με την ανάκληση της ρητής αυτής απορριπτικής πράξεως, η οποία έλαβε χώρα με την 121/5.5.2004 απόφαση της ίδιας αρχής, ανεκλήθησαν και οι προηγούμενες αυτές πράξεις, η δε διαδικασία αναθέσεως εκπονήσεως της επίδικης μελέτης επανήλθε στο σημείο, στο οποίο ευρίσκετο πριν από την έκδοση της 252/10.10.2002 πράξεως της Νομαρχιακής Επιτροπής, με αποτέλεσμα η Διοίκηση να υποχρεούται να ολοκληρώσει τη διαδικασία αυτή, με την εκ νέου έκδοση πράξεως αναθέσεως. Συνεπώς, υπό τα δεδομένα αυτά η παρούσα δίκη δεν έχει πλέον αντικείμενο και πρέπει να καταργηθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 32 παρ. 1 του π.δ. 18/1989. Κατά τη γνώμη όμως των Παρέδρων Ό. Ζύγουρα και Ό. Παπαδοπούλου, η ανάκληση εκ μέρους της Διοικήσεως ρητής ή σιωπηρής πράξεώς της αποφαινομένης επί ενδικοφανούς προσφυγής δεν συνεπάγεται, αυτοδικαίως, και ανάκληση της πράξεως κατά της οποίας είχε ασκηθεί η ενδικοφανής προσφυγή. Καμμία διάταξη ή γενική αρχή του δικαίου δεν απαγορεύει στη Διοίκηση να ανακαλεί την επί ασκηθείσης ενδικοφανούς προσφυγής πράξη της, χωρίς εν ταυτώ να ανακαλέσει και την πράξη κατά της οποίας εστρέφετο η ενδικοφανής προσφυγή. Στην περίπτωση αυτή, η προσφυγή καθίσταται εκ νέου εκκρεμής ενώπιον της Διοικήσεως και αναβιώνει η προθεσμία αποφάνσεως επ’ αυτής. Το αντίθετο, ανάκληση δηλαδή uno actu τόσο της αποφάσεως επί της ενδικοφανούς προσφυγής όσο και της αποφάσεως κατά της οποίας έχει ασκηθεί η προσφυγή αυτή, μπορεί φυσικά να χωρήσει εφόσον τούτο ρητώς δηλώνεται από τη Διοίκηση ή σαφώς προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου. Εν προκειμένω, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, ανακλήθηκε μεν η απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής των αιτούντων μελετητικών γραφείων και δη τόσο η ρητή όσο και η ενσωματωθείσα σ’ αυτήν σιωπηρή, αλλά, όπως σαφώς προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, δεν ανακλήθηκε και η 252/10.10.2002 απόφαση περί αναθέσεως της επίδικης μελέτης στους παρεμβαίνοντες. Εφόσον δε κατά της πράξεως αναθέσεως είχε ασκηθεί προσφυγή από τους αιτούντες και η επί της προσφυγής αυτής απόφαση εξαφανίσθηκε, διά της ανακλήσεώς της εκ μέρους της Διοικήσεως, η προσφυγή κατέστη εκ νέου εκκρεμής και η επ’ αυτής προθεσμία αποφάνσεως αρχίζει από την κοινοποίηση της παρούσης αποφάσεως του Δικαστηρίου. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
Καταργεί τη δίκη, κατά το σκεπτικό και 
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2005 και την 2α Μαρτίου 2005 
Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος 

Μ. Βροντάκης Α. Τριάδη 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στις 5 Απριλίου 2005. 
Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος