Αριθμός 1139/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Οκτωβρίου 2012, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του ΣΤ’ Τμήματος, Κ. Φιλοπούλου, Αντ. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Τ. Βαρουφάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ.Γκίκα, Γραμματέας του ΣΤ’ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 24 Μαΐου 2007 αίτηση:
της Σοφίας Καρακαντά του Στυλιανού, κατοίκου Αθηνών, οδός Σακελαρίδη αριθ. 15, η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Σοφία Κωσταράκου (Α.Μ. 12247), που την διόρισε με πληρεξούσιο.
κατά : 1) του Υπουργού Οικονομικών και 2) του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με τον Παν. Λαμπρόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1825/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας Παρέδρου Τ. Βαρουφάκη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ΄ αριθμ. 2825123-5/2007 ειδικά έντυπα παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της 1825/2006 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατόπιν αποδοχής εφέσεως του Δημοσίου, εξαφανίστηκε η 7791/2004 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της με το οποίο είχε υποχρεωθεί το Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 7.735,02 ευρώ, ως αποζημίωση για τη ζημία που είχε υποστεί από πράξη με την οποία είχε προσληφθεί ως αναπληρώτρια καθηγήτρια και η οποία ανακλήθηκε, στη συνέχεια, από τη Διοίκηση ως παράνομη.
2. Επειδή, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.
3. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο μόνο παρ. 1 του α.ν. 261/1968 (Α’ 12) ορίζεται ότι : “Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε διά το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος, ήσσων της 5ετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος”.
Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες αποβλέπουν κυρίως στον καθορισμό του ευλόγου χρόνου, εντός του οποίου συγχωρείται η ανάκληση των παρανόμων ατομικών διοικητικών πράξεων, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος, στις οποίες θεμελιώνεται συνταγματικώς η αστική ευθύνη του Δημοσίου, δεν αποκλείουν την εν λόγω ευθύνη σε όσες περιπτώσεις οι διοικούμενοι δεν έχουν προκαλέσει υπαιτίως την έκδοση των ανακαλουμένων παρανόμων πράξεων (ΣτΕ 980/2002, πρβλ. 2457/2012, 631/2010, 2328/2003).
4. Επειδή, περαιτέρω, στην περίπτωση που ο κατά τα άρθρα 105 του Εισ.Ν.Α.Κ λόγος ευθύνης του Δημοσίου είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξης, παρά την έλλειψη των νομίμων προϋποθέσεων έκδοσής της, στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς ανυπαιτίως επίστευσε, η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης) που περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στη θέση, στην οποία θα ευρίσκετο αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νόμιμης πράξης (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε από άλλη αιτία, αν αυτός δεν είχε πιστεύσει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξης (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται, κατ΄αρχήν, αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη (ΣτΕ 3320/2012, 866/2011 επτ.).
5. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 15 του ν. 1566/1985 (Α’ 167) οριζόταν ότι οι διορισμοί των εκπαιδευτικών της δημόσιας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης γίνονται από ετήσιους πίνακες διοριστέων («επετηρίδα») που συντάσσονται στο τέλος κάθε έτους και περιλαμβάνουν, κατ΄ αρχήν, όσους υπέβαλαν σχετική αίτηση διορισμού. Περαιτέρω, με το άρθρο 17 του ίδιου ν. 1566/1985 ορίσθηκε ότι, ως προσωρινοί αναπληρωτές, προσλαμβάνονται όσοι υπέβαλαν αίτηση διορισμού σε θέσεις μόνιμων εκπαιδευτικών. Στη συνέχεια, με το ν. 2525/1997 (Α΄ 188), καταργήθηκε το σύστημα κατάρτισης πινάκων διοριστέων μονίμων εκπαιδευτικών βάσει της σειράς εγγραφής στην οικεία «επετηρίδα» και αντικαταστάθηκε με το σύστημα κατάρτισης πινάκων διοριστέων εκπαιδευτικών βάσει της επιτυχίας τους σε διαγωνισμό κατά κλάδο και ειδικότητα. Για την ομαλή μετάβαση στο νέο σύστημα διορισμού, βάσει διαγωνισμού, προβλέφθηκε μεταβατική περίοδος πέντε ετών (1998-2002) παράλληλης λειτουργίας των δύο συστημάτων με, διαδοχικά, μειούμενο το ποσοστό των διοριζομένων με βάση την επετηρίδα. Ειδικώς, ως προς τους προσωρινούς αναπληρωτές εκπαιδευτικούς ορίσθηκε ότι από το σχολικό έτος 1998-1999 έως το 2003 προσλαμβάνονται –κατά τα οριζόμενα στην παρ. 2 του αρ. 6 του ν. 2525/1997- από τους πίνακες διοριστέων του ν. 1566/1985 και από τους εγγεγραμμένους στους πίνακες των επιτυχόντων στο διαγωνισμό υποψηφίων εκπαιδευτικών. Ακολούθησε ο ν. 2725/1999 (Α΄ 121), με το άρθρο 138 του οποίου ορίσθηκαν τα εξής : «1. α) Οι εγγεγραμμένοι στους πίνακες διοριστέων εκπαιδευτικών του ν. 1566/1985 μέχρι την 31.12.1997 που έχουν υπηρετήσει ως προσωρινοί αναπληρωτές ή ωρομίσθιοι στα δημόσια σχολεία της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 του προαναφερθέντος νόμου, ..εφόσον έχουν συμπληρώσει προϋπηρεσία τουλάχιστον δεκαέξι (16) μηνών μέχρι την 30.6.1998…εντάσσονται σε ενιαίο πίνακα διοριστέων με σειρά που εξαρτάται από την προαναφερθείσα συνολική προϋπηρεσία αυτών την 30.6.1998. ….β) Οι περιλαμβανόμενοι στον ανωτέρω πίνακα προσλαμβάνονται κατά προτεραιότητα ως προσωρινοί αναπληρωτές από το διδακτικό έτος 1999-2000 με δυνατότητα ανανέωσης της σύμβασής τους…».
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, η αναιρεσείουσα, με την Δ2/16981/7.6.1999 αίτησή της προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ζήτησε να συμπεριληφθεί στην επετηρίδα αναπληρωτών εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Στην αίτησή της αυτή ανέφερε το χρόνο προϋπηρεσίας της, ως αναπληρώτριας καθηγήτριας (από 4.10.1995 έως 1.7.1996 και από 30.9.1996 έως 12.4.1997), επισύναψε δε και τις σχετικές βεβαιώσεις της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Πειραιώς για την εν λόγω προϋπηρεσία της. Περαιτέρω, με την Δ2/24375/17.9.1999 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κυρώθηκε ο ενιαίος πίνακας πρόσληψης αναπληρωτών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ο οποίος καταρτίσθηκε βάσει του άρθρου 138 παρ. 1 του ν. 2725/1999, στον οποίο εντάχθηκε η αναιρεσείουσα, με συνολική προϋπηρεσία 17 μηνών και 27 ημερών, ακολούθως δε, με την Δ2/23585/19.9.1999 απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού, προσλήφθηκε ως προσωρινή αναπληρώτρια εκπαιδευτικός (κλάδου ΠΕ ιατρών). Στη συνέχεια, στις 21.9.1999, ανέλαβε υπηρεσία στην Α΄Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθηνών και, τελικώς, διατέθηκε στο συμβουλευτικό σταθμό νέων της ίδιας Διεύθυνσης στο Γαλάτσι, όπου και προσέφερε τις υπηρεσίες της έως και την 28.12.1999. Κατά το χρόνο που υπηρετούσε στην εν λόγω Διεύθυνση, κλήθηκε, με τις από 18.10.1999 και 25.10.1999 εντολές πολλαπλών τηλεγραφημάτων, από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Γ΄ Αθήνας για πρόσληψη σε σχολική μονάδα της περιφέρειάς της, με βάση τον ετήσιο πίνακα αναπληρωτών (κλάδου ΠΕ/14-01 ιατρών) του ν. 1566/1985, στον οποίο κατελάμβανε την τρίτη θέση, αλλά δεν προσήλθε για ανάληψη υπηρεσίας. Στις 21.12.1999 ο ανωτέρω Υπουργός, με την Δ2/27891/1999 απόφασή του, ανακάλεσε την προηγούμενη ως άνω Δ2/23585/19.9.1999 απόφασή του, κατά το μέρος που αφορούσε στο διορισμό της αναιρεσείουσας, διότι, από τον επανέλεγχο των δικαιολογητικών της, διαπιστώθηκε ότι ο χρόνος προϋπηρεσίας της δεν ανερχόταν σε 17 μήνες και 27 ημέρες που από παραδρομή είχε υπολογισθεί αρχικώς, αλλά σε 15 μήνες και 5 ημέρες. Επίσης, η αναιρεσείουσα, με την Δ2/4412/1.6.2000 διαπιστωτική πράξη του εν λόγω Υπουργού, διαγράφηκε από τον ενιαίο πίνακα, διότι δεν συμπλήρωνε την προϋπηρεσία που όριζε το άρθρο 138 παρ. 1 του ν. 2725/1999 (ήτοι 16 μήνες έως την 30.6.1998), ενώ, στις 3.10.2000, κλήθηκε εκ νέου, ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός, στη Διεύθυνση Πειραιά, για το διδακτικό έτος 2000-2001. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 8.1.2001 αγωγή της, με την οποία ζήτησε την ανόρθωση της υλικής και ηθικής της ζημίας που προκλήθηκε σε αυτήν από την παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, ειδικότερα δε από το γεγονός ότι η ατομική πράξη διορισμού της εκδόθηκε κατόπιν κακής εκτίμησης και υπολογισμού από τον αρμόδιο υπάλληλο των αναφερόμενων στην από 7.6.1999 αίτησή της διαστημάτων προϋπηρεσίας της, που είχε ως αποτέλεσμα να συμπεριληφθεί στον ενιαίο πίνακα αναπληρωτών του ως άνω άρθρου 138 του ν. 2725/1999, με βάση τον οποίο διορίσθηκε. Συνίστατο δε, περαιτέρω, η ζημία της, κατά τους ισχυρισμούς της, στο γεγονός ότι ο αρμόδιος υπάλληλος του Δημοσίου, μετά την ανάκληση του διορισμού της, παρανόμως και κατά παράβαση της σειράς των αναπληρωτών εκπαιδευτικών του ετήσιου πίνακα του έτους 1999, στον οποίο κατείχε την τρίτη θέση, δεν τη συμπεριέλαβε στους αναπληρωτές που κάλυψαν τις κενές θέσεις. Δεδομένου δε ότι, για την αποδοχή του πιο πάνω παράνομου διορισμού της, η αναιρεσείουσα είχε παραιτηθεί από το νοσοκομείο Γιαννιτσών –στο οποίο υπηρετούσε από 14.4.1997-, μετά δε την ανάκλησή του έμεινε άνεργη έως την 3.10.2000, οπότε προσελήφθη εκ νέου, ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 3.794.012 δρχ., η οποία είναι ίση με τις αποδοχές που θα λάμβανε από το ανωτέρω νοσοκομείο από 21.9.1999, οπότε παραιτήθηκε από αυτό, έως 3.10.2000, οπότε κλήθηκε να υπηρετήσει ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός για το διδακτικό έτος 2000-2001. Επικουρικώς δε, ζήτησε την καταβολή του ποσού των 2.968.076 δρχ., το οποίο αντιστοιχεί στους μισθούς που θα λάμβανε, ως αναπληρώτρια εκπαιδευτικός, από 1.1.2000 έως 30.6.2000, αν είχε αποδεχθεί το διορισμό της, με βάση τον προαναφερόμενο ετήσιο πίνακα αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Τέλος, η αναιρεσείουσα, με την αγωγή της, ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 20 εκατομμυρίων δραχμών, που προκλήθηκε σε αυτήν από τις ανωτέρω ενέργειες του Δημοσίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μόνον το επικουρικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας και της επιδίκασε το ποσό των 7.735,02 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, το οποίο αντιστοιχεί στους μισθούς που θα λάμβανε από 1.1.2000 έως 30.6.2000, αν δεν είχε διορισθεί παρανόμως, με βάση τον ενιαίο πίνακα του ν. 2725/1999 (αρ. 138 παρ. 1) και είχε δεχθεί την πρόσληψή της, με βάση τον ετήσιο πίνακα διοριστέων αναπληρωτών (ν. 1566/1985), στον οποίο κατείχε την τρίτη θέση. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε την έφεση του Δημοσίου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί το επικουρικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας, ακολούθως δε, δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε το αντίστοιχο κεφάλαιο αυτής. Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης του διορισμού της αναιρεσείουσας και της ζημίας αυτής, αφού η εν λόγω ζημία δεν προήλθε από την ίδια την παράνομη πράξη, η οποία, άλλωστε, είχε ως αποτέλεσμα την απασχόληση και μισθοδοσία της, αλλά από την ανάκληση αυτής, η οποία, όμως, παρίσταται νόμιμη, αφενός διότι στην αρχική πράξη διορισμού είχε εμφιλοχωρήσει σφάλμα ως προς το συνολικό χρόνο προϋπηρεσίας της αναιρεσείουσας, αφετέρου δε διότι, μεταξύ των δύο αυτών πράξεων, μεσολάβησε διάστημα μόλις τριών μηνών. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα δεν απεδέχθη την πρόσληψή της με βάση τον ετήσιο πίνακα, επιλέγοντας να υπηρετεί με βάση τον αντίστοιχο ενιαίο πίνακα, η δε πρόσληψη άλλων αναπληρωτών που έπονταν αυτής στην επετηρίδα, έγινε σε χρόνο (29.11.1999 και 3.12.1999) προγενέστερο της παραπάνω νόμιμης ανάκλησης (21.12.1999), δεν γεννάται αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου για το από 1.1.2000 έως 30.6.2000 διάστημα.
7. Επειδή, η κρίση αυτή του δικάσαντος Εφετείου δεν είναι νόμιμη. Και τούτο, διότι, με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η μη οφειλόμενη σε υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας έκδοση της παράνομης πράξης διορισμού της και η ανάκληση της πράξης αυτής αποτελούν μία αδιάσπαστη ενότητα, η οποία περιέχει τα στοιχεία του παρανόμου και του ζημιογόνου και, επομένως, δύναται κατ’ αρχήν να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (ΣτΕ 980/2002, βλ. 2457/2012, 631/2010). Περαιτέρω, με βάση τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 3, ναι μεν η κατά τα ως άνω ανάκληση της παράνομης πράξης διορισμού της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοση της πράξης αυτής, όπως όμως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, η ανακληθείσα παράνομη πράξη είχε εκδοθεί χωρίς υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας (ΣτΕ 980/2002, πρβλ. 2034/2011 Ολ., 2328/2003). Επομένως, με βάση τα ανωτέρω, στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου και, ως εκ τούτου, ήταν νόμιμη η αξίωση της αναιρεσείουσας για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τη μη αποδοχή της πρόσληψής της στη θέση της αναπληρώτριας εκπαιδευτικού με βάση τον ετήσιο πίνακα διοριστέων αναπληρωτών (ν. 1566/1985), λόγω του παράνομου, κατά τα ανωτέρω, διορισμού της, ο οποίος, τελικώς, ανακλήθηκε. Συνεπεία δε της ανωτέρω αρνήσεως προσλήψεως της αναιρεσείουσας, διορίσθηκαν στη θέση της άλλοι αναπληρωτές εκπαιδευτικοί, που έπονταν αυτής στην επετηρίδα, η ίδια δε αποστερήθηκε τις αποδοχές που θα ελάμβανε κατά το διάστημα από 1.1.2000 έως 30.6.2000, εάν είχε διορισθεί, αντ΄αυτών, στην εν λόγω θέση. Επομένως, για το λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή. Δεδομένου δε ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, το Δικαστήριο πρέπει να την κρατήσει και να την δικάσει κατ΄ουσίαν. Δικάζοντας δε την υπόθεση, κρίνει ότι η έφεση του αναιρεσιβλήτου/εκκαλούντος Δημοσίου πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, να απορριφθεί.
8. Επειδή, το Δικαστήριο κρίνει, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων, ότι το αναιρεσίβλητο Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της κατ’ έφεση δίκης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 275 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α’ 97).
Διά ταύτα
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 1825/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στο αναιρεσίβλητο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, για την κατ΄ αναίρεση δίκη, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την έφεση του αναιρεσιβλήτου/ εκκαλούντος Δημοσίου κατά της 7791/2004 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την έφεση και
Απαλλάσσει το αναιρεσίβλητο/εκκαλούν Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα της κατ’ έφεση δίκης, κατά το αιτιολογικό.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Οκτωβρίου 2012 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 2013.
Ο Πρόεδρος του ΣΤ’ Τμήματος Η Γραμματέας του ΣΤ’ Τμήματος
Αθ. Ράντος Ελ. Γκίκα
