ΣτΕ 1187/2009, Ολομ., ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ, ΣΕ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΟΙ ΦΚΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΙΔΟΥΝ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΩΝ ΝΟΣΗΛΕΙΩΝ ΠΟΥ ΞΟΔΕΨΕ Ο ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΣ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ, ΦΚΑ, ΙΚΑ

ΣΤΕ ΟΛΟΜ.

Στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία ασφαλισμένοι ασθενείς λόγω αδυναμίας των συμβεβλημένων με τους ασφαλιστικούς οργανισμούς θεραπευτηρίων να παράσχουν σ’ αυτούς τις απαραίτητες υπηρεσίες υγείας, καταφύγουν αναγκαίως σε μη συμβεβλημένα θεραπευτήρια προκειμένου να αποφύγουν τον κίνδυνο ζωής ή υγείας, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί υποχρεούνται να τους αποδώσουν το σύνολο της δαπάνης νοσηλείας έστω και αν αυτό υπερβαίνει το καθοριζόμενο από το κρατικό τιμολόγιο νοσηλείας για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο βάσει των άρθρων 5 παρ. 5, 2 παρ. 1, 21 παρ. 3 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.

Αριθμός 1187/2009 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Απριλίου 2008, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος, Ε. Γαλανού, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Σκλίας, Δ. Πετρούλιας, Α. Συγγούνα, Ν. Ρόζος, Ελ. Δανδουλάκη, Χ. Ράμμος, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Π. Κοτσώνης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Αθ. Καραμιχαλέλης, Α.-Γ. Βώρος, Κ. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Β. Γρατσίας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Παραμυθιώτης, Φ. Ντζίμας, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Σύμβουλοι, Β. Αραβαντινός, Ε. Σταυρουλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ε. Κουμεντέρη. 
Για να δικάσει την από 6 Οκτωβρίου 2003 αίτηση: 
του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αγ. Κων/νου αριθ. 8), το οποίο παρέστη με τους: 1. Παρ. Βαρελά, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους και 2. Χαρ. Μπρισκόλα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 
κατά της Μαργαρίτας Ρουμελιώτη, κατοίκου Αθηνών (οδός Δοξαρά αριθ. 8), η οποία δεν παρέστη. 
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 2737/2006 αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. 
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ταμείο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 569/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον Εισηγητή, Σύμβουλο, Δ. Μαρινάκη. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους εκπροσώπους του αναιρεσείοντος Ταμείου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται κατά νόμον χωρίς καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, ΦΕΚ Α΄ 31). 
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως συμπληρώθηκε με το από 31.5.2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων, ζητείται η αναίρεση της 569/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο με το άρθρο 5 παρ.1 του ν.3029/2002 (ΦΕΚ Α 160) μετονομάσθηκε σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφαλίσεως Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), κατά της 2629/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 28.523,33 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής της στο ανωτέρω Ίδρυμα, ως αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα· το ποσό τούτο αφορά στην απόδοση ολόκληρης της δαπάνης νοσηλείας της αναιρεσίβλητης σε μη συμβεβλημένο με το Ι.Κ.Α. ιδιωτικό θεραπευτήριο (θεραπευτήριο «Υγεία») για το χρονικό διάστημα από 30.12.1999 έως 3.2.2000 και την χρηματική ικανοποίηση αυτής λόγω ηθικής βλάβης. 
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 2737/2006 παραπεμπτικής αποφάσεως του Α΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, λόγω μείζονος σπουδαιότητας του ζητήματος αν η παρ. 3 του άρθρου 3 του Κανονισμού περιθάλψεως του ΙΚΑ ευρίσκεται εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 31 του αν.ν.1846/1951, σε σχέση με τα άρθρα 5 παρ.5, 21 παρ.3, 22 παρ.5 και 4 παρ.1 του Συντάγματος. Με την παραπεμπτική απόφαση απορρίφθηκε οριστικώς ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ο οποίος προβλήθηκε με το δικόγραφο προσθέτων λόγων ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε απαραδέκτως, λόγω μη ασκήσεως προηγουμένως από αυτήν ενδικοφανούς προσφυγής ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής. 
4. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και είναι, περαιτέρω ερευνητέα. 
5. Επειδή, στο Σύνταγμα ορίζεται ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» (άρθρο 2 παρ. 1) και «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη» (άρθρο 5 παρ. 1). Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος έχει κατοχυρωθεί το δικαίωμα των πολιτών στην προστασία της υγείας, ήδη δε μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος (Ψήφισμα της 6ης Απριλίου της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων) προστέθηκε παράγραφος 5 στο ανωτέρω άρθρο 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία «Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας …». Εξ άλλου, στα άρθρα 21 παρ.3 και 22 παρ.5 του Συντάγματος ορίζεται αντιστοίχως ότι «Το κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών …» και «Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει».

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται ότι το Κράτος και οι οργανισμοί κοινωνικών ασφαλίσεων υποχρεούνται να παρέχουν στα ασφαλιζόμενα πρόσωπα υπηρεσίες υγείας υψηλού επιπέδου (πρβλ. ΣτΕ 400/1986 Ολομ.), οι οποίες πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες διαγνώσεως και θεραπείας των σχετικών παθήσεων, τις χειρουργικές επεμβάσεις, εφόσον απαιτούνται, ως και γενικώς τις ανάγκες νοσηλείας των εν λόγω προσώπων. Η υποχρέωση αυτή υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς, υπό τον όρο ότι οι περιορισμοί αυτοί δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας. 
6. Επειδή, εξ άλλου στις παρ.1 και 3 του άρθρου 31 του αν.ν.1846/1951 (ΦΕΚ Α 179) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι : «1. Εις τους ησφαλισμένους και τα μέλη της οικογενείας αυτών … παρέχεται ιατρική περίθαλψις … Δια κανονισμού ορισθήσεται ο τρόπος παροχής της ιατρικής περιθάλψεως και η έκταση των παροχών … 3.Ιατρική περίθαλψις παρέχεται εφ’ όσον διαρκεί η ασθένεια …». Τέλος, στο άρθρο 16 του ανωτέρω αν.ν.1846/1951 ορίζεται ότι : «Πάντες οι υπό του παρόντος νόμου προβλεπόμενοι κανονισμοί, θεσπίζονται δι’ αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, λαμβανομένων προτάσσει του ΔΣ του ΙΚΑ και δημοσιευομένων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως». Με την υπ. αριθμ. 33651/Ε 1089/15.6 – 3.7.1956 (ΦΕΚ Β 126) απόφαση του Υπουργού Εργασίας εγκρίθηκε ο Κανονισμός Νοσοκομειακής Περιθάλψεως του ΙΚΑ. Στην παρ.1 του άρθρου 3 του Κανονισμού τούτου ορίζεται ότι: «Η νοσοκομειακή περίθαλψις παρέχεται εν τοις θεραπευτηρίοις του Ιδρύματος, εν ελλείψει δε ή ανεπαρκεία τούτων εις δημόσια, δημοτικά θεραπευτήρια ή τοιαύτα κοινωφελών Ιδρυμάτων ως και εις ιδιωτικάς κλινικάς μεθ’ ων το Ίδρυμα συνήψε σχετικάς συμβάσεις και εις τας θέσεις, τας οποίας έχει εξασφαλίσει δι’ αυτό το Ίδρυμα …». Στη δε παρ. 3 του ίδιου άρθρου 3 όπως τροποποιήθηκε με την 416/2355/10-8-1974 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών (ΦΕΚ Β΄ 825) ορίζεται ότι : «Εις επειγούσας περιπτώσεις, καθ’ ας εκ της αναβολής απειλείται κίνδυνος διά τον ασθενή, επιτρέπεται η νοσηλεία και εις θεραπευτήρια μη συμβεβλημένα μετά του Ιδρύματος, ανεξαρτήτως των εν τη προηγουμένη παραγράφω περιορισμών. Εν τοιαύτη περιπτώσει και δι’ όσον χρόνον ως εκ της καταστάσεως του ασθενούς δεν επιτρέπεται η μετακίνησις τούτου εις συμβεβλημένον θεραπευτήριον, το Ίδρυμα υποχρεούται όπως καταβάλη πλήρη τα απαιτηθησόμενα νοσήλια, συμφώνως προς την ισχύουσαν κρατικήν διατίμησιν διά νοσηλείαν ιδιώτου εις τρίτην θέσιν ή ανωτέραν της τρίτης θέσιν, εφ’ όσον δικαιούται τοιαύτης ο ησφαλισμένος. Εις όλως εξαιρετικάς περιπτώσεις μετ’ έγκρισιν του Διοικητού αποδίδεται η ανωτέρω δαπάνη νοσηλείας ηυξημένη μέχρις 20% …». Ακολούθως, κατ’ εφαρμογή της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 13 του άρθρου 12 του ν. 3796/1957 (ΦΕΚ Α΄ 251), σύμφωνα με την οποία «Διά Β. Διατάγματος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Κοιν. Προνοίας καθορίζεται το τιμολόγιον νοσηλείων των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων και Ιδιωτικών Κλινικών πάσης φύσεως και κατηγορίας …», εκδόθηκαν το π.δ. 350/1976 (ΦΕΚ Α΄ 127) και το τροποποιητικόν αυτού π.δ. 234/1980 (ΦΕΚ Α΄ 66). Με την διάταξη του άρθρου 4 του π.δ. 350/1976 και την ταυτοσήμου περιεχομένου με αυτήν διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 31 του π.δ. 234/1980 ορίσθηκε ότι τα τιμολόγια νοσηλίων που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις (ημερήσια νοσήλια, αμοιβές ιατρικών πράξεων και έξοδα χειρουργείου) για ασφαλισμένους, καθώς και για ασθενείς των οποίων η δαπάνη νοσηλείας βαρύνει το Δημόσιο, σε περιπτώσεις εκτάκτου εισαγωγής ασθενούς σε ιδιωτικές κλινικές και νοσηλευτικά ιδρύματα, εφαρμόζονται υποχρεωτικά από τις ιδιωτικές κλινικές και τα νοσηλευτικά ιδρύματα, ανεξάρτητα αν υπάρχει ή όχι σύμβαση μεταξύ τούτων και των ασφαλιστικών οργανισμών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία ισχύει για το Δημόσιο και για όλους τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως στοιχεί δε προς το προεκτεθέν νομοθετικό και κανονιστικό καθεστώς του ΙΚΑ, σε περίπτωση που, λόγω επείγουσας ανάγκης, ασθενείς ασφαλισμένοι εισαχθούν αυτοβούλως σε νοσηλευτικά ιδρύματα ή ιδιωτικές κλινικές μη συμβεβλημένα με τους ανωτέρω φορείς, για τον λόγο ότι εκ της αναβολής απειλείται κίνδυνος διά τη ζωή ή την υγεία του ασθενή, οι φορείς αυτοί καταβάλλουν τα νοσήλια που ορίζονται από τα τιμολόγια νοσηλίων που καθορίζονται από τις σχετικές διατάξεις για τη νοσηλεία των ασφαλισμένων, ανεξαρτήτως εάν υπάρχει σύμβαση μεταξύ των εν λόγω θεραπευτηρίων και των ασφαλιστικών φορέων. Στην όλως εξαιρετική όμως περίπτωση που οι ασφαλισμένοι ασθενείς εισάγονται μεν σε συμβεβλημένα με τους πιο πάνω φορείς θεραπευτήρια, τα θεραπευτήρια όμως αυτά αδυνατούν να παράσχουν στους ασφαλισμένους ασθενείς τις απαραίτητες υπηρεσίες υγείας είτε διότι υστερούν, ως προς τις σύγχρονες μεθόδους διαγνώσεως και θεραπείας, είτε λόγω ανεπαρκείας των αναγκαίων υποδομών για να καλυφθούν οι υπάρχουσες ανάγκες νοσηλείας των ανωτέρω προσώπων, είτε, τέλος, λόγω ελλείψεως του απαραίτητου εξειδικευμένου ιατρικού προσωπικού και, για τους λόγους αυτούς οι ασθενείς καταφύγουν αναγκαίως σε μη συμβεβλημένα με οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α., θεραπευτήρια προκειμένου να αποφύγουν κίνδυνο της ζωής τους ή της υγείας τους, στην περίπτωση αυτή και για τον απολύτως αναγκαίο χρόνο νοσηλείας του ασθενούς σε τέτοιο θεραπευτήριο, το ΙΚΑ, όπως και κάθε ασφαλιστικός φορέας, υποχρεούται να αποδώσει στους ενδιαφερόμενους το σύνολο της δαπάνης νοσηλείας τους. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα ανέτρεπε, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα στην υγεία και την αντίστοιχη υποχρέωση του Κράτους και των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως να μεριμνούν για την υγεία των πολιτών. Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα ότι, σε περίπτωση κατά την οποία το μη συμβεβλημένο με τον οικείο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως ιδιωτικό θεραπευτήριο, στο οποίο αναγκάσθηκε, κατά τα ανωτέρω, να καταφύγει ο ασθενής ασφαλισμένος, εισέπραξε από αυτόν δαπάνη νοσηλείας ανώτερη από την επιτρεπόμενη κατά νόμον -μάλιστα δε και με βάση το ισχύον κατά το χρόνο νοσηλείας κρατικό τιμολόγιο- τότε ο φορέας αυτός έχει τη δυνατότητα να αναχθεί κατά του θεραπευτηρίου και να αξιώσει την καταβολή σε αυτόν τη διαφορά του ποσού που κατέβαλε ο ασφαλισμένος στο παραπάνω θεραπευτήριο και του ποσού, με το οποίο έπρεπε να τον είχε χρεώσει το θεραπευτήριο, με βάση το ισχύον κατά τον ένδικο χρόνο κρατικό τιμολόγιο νοσηλείας. Αν και κατά τη γνώμη του Προέδρου και των Συμβούλων Επικρατείας Δημοσθ. Πετρούλια, Γ. Παπαγεωργίου, Ιω Γράβαρη, Ιω Ζόμπολα και Ηρ. Τσακόπουλου, προς την οποία ετάχθη και η Πάρεδρος Ε. Σταυρουλάκη, του νόμου μη διακρίνοντος, και στην, κατά τ’ ανωτέρω, εξαιρετική περίπτωση έκτακτης εισαγωγής ασθενούς ασφαλισμένου σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, μη συμβεβλημένο με τον οικείο φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, ο φορέας αυτός υποχρεούται να καταβάλει μόνο τα νοσήλια, τα οποία το εν λόγω θεραπευτήριο εδικαιούτο να εισπράττει κατά το νόμο (άρθρο 16 παρ. 1 του ν.1579/1985), δηλαδή με βάση το ισχύον κατά το χρόνο νοσηλείας κρατικό τιμολόγιο και όχι τα νοσήλια, με τα οποία το θεραπευτήριο αυτό τυχόν χρέωσε τον ασφαλισμένο κατά παράβαση του νόμου. 
7. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν, μεταξύ άλλων, δεκτά τα εξής : Στις 29-12-1999 η αναιρεσίβλητη υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συνεπεία του οποίου διακομίστηκε, μετά από κλήση του ΕΚΑΒ, κατ’ αρχάς στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο «Η ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ» και, στη συνέχεια, στις 30-12-1999 μέσω του ΕΚΑΒ σε νευροχειρουργική κλινική και, ειδικότερα, στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ». Εφ΄ όσον όμως, όπως βεβαιώνεται στην από 1-2-2000 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή της Νευροχειρουργικής Κλινικής του ως άνω νοσοκομείου, ούτε στο νοσοκομείο τούτο, ούτε, μέσω ΕΚΑΒ, κατέστη δυνατό να εξευρεθεί κλίνη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, της οποίας η ασθενής είχε άμεση ανάγκη, οι συγγενείς της αναγκάστηκαν να αναζητήσουν περίθαλψη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Διαγνωστικού και Θεραπευτικού Κέντρου Αθηνών «ΥΓΕΙΑ». Στο εν λόγω θεραπευτήριο η αναιρεσίβλητη διακομίσθηκε στις 30-12-1999, σε κωματώδη κατάσταση, πάσχουσα από δυσπλασία εγκεφάλου, οδηγήθηκε επειγόντως στο χειρουργείο στις 31-12-1999 όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση κρανιοτομίας και εξήλθε στις 24-2-2000 (σχ. βεβαίωση του ιατρού του «ΥΓΕΙΑ» Σπ. Τζαννή). Με την από 11-2-2000 αίτησή τους προς το Περιφερειακό Υποκατάστημα Ι.Κ.Α. Αθηνών οι συγγενείς της ζήτησαν να της αποδοθεί το ποσό των 14.351.339 δραχμών που είχαν δαπανηθεί στο θεραπευτήριο «ΥΓΕΙΑ» κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-1999 έως 3-2-2000. Ο Διευθυντής του ως άνω Υποκαταστήματος με την Π/1460/ 3-3-2000 απόφασή του ενέκρινε την απόδοση στην αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με την κρατική διατίμηση και τις συμβατικές τιμές, το ποσό των 3.269.800 δραχμών. Κατά της αποφάσεως αυτής η ως άνω ασφαλισμένη άσκησε ένσταση, ενώπιον της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής, η οποία με την 423/2000 απόφασή της εδέχθη εν μέρει την ένσταση και της απεδόθη επί πλέον το ποσό των 923.500 δραχμών. Στη συνέχεια, με την από 6-4-2000 αίτησή της η αναιρεσίβλητη ζήτησε από το Ι.Κ.Α. την απόδοση των δαπανών νοσηλείας της στο ανωτέρω θεραπευτήριο και για το χρονικό διάστημα από 3-2-2000 έως 24-2-2000, η οποία ανήρχετο στο ποσό των 3.186.828 δραχμών. Έναντι του ποσού αυτού της απεδόθη αρχικά από τον Διευθυντή του αρμοδίου Υποκαταστήματος (απόφαση Π/Ρ-22/21-4-2000) και, στη συνέχεια, από την Τοπική Διοικητική Επιτροπή (απόφαση αρ. 673/00) το ποσό των δραχμών 677.878, μετά όμως την άσκηση προσφυγής της απεδόθη, με την 5999/2001 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ποσό 2.508.950 δραχμών. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 2932/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Εν τω μεταξύ, η αναιρεσίβλητη, μετά την ανωτέρω, 423/2000, απόφαση της Τ.Δ.Ε., άσκησε την από 1-2-2001 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και ισχυρίσθηκε ότι, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, η απόδοση της δαπάνης νοσηλείας, σύμφωνα με την ισχύουσα κρατική διατίμηση, αφορά στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος εισάγεται αυτοβούλως, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης της υγείας του, σε μη συμβεβλημένο με το Ι.Κ.Α. θεραπευτήριο, όχι δε και όταν υποχρεώνεται να εισαχθεί σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, εφ΄ όσον το αντίστοιχο θεραπευτήριο του Ι.Κ.Α. ή το κρατικό νοσοκομείο, στο οποίο έχει εισαχθεί αδυνατεί να του παράσχει τη δέουσα νοσοκομειακή περίθαλψη, οπότε το Ι.Κ.Α. πρέπει να καταβάλει ολόκληρη τη δαπάνη και όχι αυτή που αναλογεί, σύμφωνα με την κρατική διατίμηση. Ενόψει αυτών, η αναιρεσίβλητη ζήτησε να της αποδοθούν από το Ι.Κ.Α., ως αποζημίωση, οι δαπάνες νοσηλείας της για το ένδικο χρονικό διάστημα (από 30.12.1999 έως 3.2.2000), ανερχόμενες στο ποσό των 10.219.039 δραχμών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ύψους 600.000 δραχμών· συνολικώς δε το ποσό των 10.758.039 δραχμών, το οποίο περιόρισε με το υπόμνημά της στο ποσό των 10.219.039 δραχμών. Προσκόμισε δε προς επίρρωση των ισχυρισμών της, μεταξύ άλλων : α) την 3612/17-3-2000 βεβαίωση του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), στην οποία αναφέρεται ότι στις 29-12-1999 και ώρα 20.03΄ κλήθηκε το Ε.Κ.Α.Β. για την παραλαβή ασθενούς με όνομα Ρουμελιώτη από τον οδό Δοξαρά 8 στα Πατήσια. Περιγραφή πάθησης : αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Στον τόπο έσπευσε το Α18 ασθενοφόρο του Ε.Κ.Α.Β., το οποίο μετέφερε την ασθενή κατ’ αρχάς στο Νοσοκομείο «ΑΓ. ΟΛΓΑ» για παροχή πρώτων βοηθειών και κατόπιν στο Π.Γ.Ν.Α. «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ», β) το 3797/17-3-2000 πιστοποιητικό του Νοσοκομείου Ν. Ιωνίας «Η ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ», σύμφωνα με το οποίο η Ρουμελιώτη Μαργαρίτα διακομίστηκε, μέσω Ε.Κ.Α.Β., στα επείγοντα ιατρεία της Β΄ Παθολογικής κλινικής στις 29-12-1999 με επιληπτική κρίση τύπου GRAND MAL και διακομίστηκε, συνοδεία ιατρού και μέσω Ε.Κ.Α.Β. σε νευροχειρουργική κλινική, γ) την από 1-2-2000 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Π.Γ.Ν.Α. «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ» Αθ. Λεβέντη, στην οποία αναφέρεται ότι η ασθενής Ρουμελιώτη Μαργαρίτα 48 ετών εισήχθη εκτάκτως στο νευροχειρουργικό τμήμα στην εφημερία της 30ης-12-1999, λόγω μεγάλης ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας από ρήξη αρτηριοφλεβώδους δυσπλασίας, ότι αυτή ήταν διασωληνωμένη και είχε ανάγκη Μονάδος Εντατικής Θεραπείας και ότι, εφ΄ όσον ούτε στο Νοσοκομείο, ούτε μέσω Ε.Κ.Α.Β. κατέστη δυνατό να εξευρεθεί κλίνη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, οι συγγενείς υποχρεώθηκαν εξ ιδίων να αναζητήσουν περίθαλψη σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας ιδιωτικής πρωτοβουλίας και δ) την από 2-3-2000 βεβαίωση του ιατρού του Διαγνωστικού και Θεραπευτικού Κέντρου Αθηνών «ΥΓΕΙΑ» Σπ. Τζανή, σύμφωνα με την οποία η ως άνω ασφαλισμένη εισήλθε στο Νοσοκομείο στις 30-12-1999, πάσχουσα από δυσπλασία εγκεφάλου και, ακολούθως, αφού υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση κρανιοτομίας στις 31-12-1999 και μετά από παραμονή της στη Μ.Ε.Θ., εξήλθε από το Νοσοκομείο στις 24-2-2000 με οδηγίες. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε το Ι.Κ.Α. να της καταβάλει νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής το ποσό των 28.523,33 ευρώ (δηλαδή 100.000 δρχ. για χρηματική ικανοποίηση + 9.619.039 δρχ. για δαπάνη νοσηλείων), κηρύσσοντας τη σχετική απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 5.870 ευρώ. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως το Ι.Κ.Α. άσκησε έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο έλαβε υπόψη του ότι το περιστατικό, για το οποίο νοσηλεύθηκε, ήταν σοβαρό και επείγον, όπως προέκυπτε, α) από τη σχετική βεβαίωση του ελεγκτή ιατρού του Ι.Κ.Α., β) από το 3797/17-3-2000 πιστοποιητικό του ιατρού του παθολογικού τμήματος Ιωάννη Φόρτου του Π.Γ.Ν. Νέας Ιωνίας «Η ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ» και γ) από την από 1-2-2000 ιατρική βεβαίωση του Διευθυντή της Νευροχειρουργικής κλινικής του Π.Γ.Ν.Α. «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ», ότι η νοσηλεία της στο θεραπευτήριο «ΥΓΕΙΑ» έλαβε χώρα όχι κατόπιν επιλογής της, αλλά επειδή δεν υπήρχε διαθέσιμη κλίνη σε μονάδα εντατικής θεραπείας, ούτε στην «ΑΓΙΑ ΟΛΓΑ», που διακομίστηκε μέσω του Ε.Κ.Α.Β., ούτε στο Νοσοκομείο «Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ», αλλά ούτε και στα κρατικά νοσηλευτικά ιδρύματα που βρίσκονταν σε εφημερία την 30η-12-1999 (σχ. η 3612/17-3-2000 βεβαίωση του Ε.Κ.Α.Β). Από τις ανωτέρω βεβαιώσεις προέκυπτε, περαιτέρω, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι η νοσηλεία της αναιρεσίβλητης στο μη συμβεβλημένο με το Ι.Κ.Α. θεραπευτήριο «ΥΓΕΙΑ» οφείλεται σε αδυναμία του διαδίκου Ιδρύματος να αντιμετωπίσει το ως άνω έκτακτο περιστατικό σε δικό του ή σε δημόσιο θεραπευτήριο, ενόψει δε αυτών το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι το Ι.Κ.Α. ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής το σύνολο της δαπάνης, στην οποία υποβλήθηκε η ασφαλισμένη κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο θεραπευτήριο «ΥΓΕΙΑ», κατά το χρονικό διάστημα από 30.12.1999 έως 3.2.2000, ανερχόμενη στο ποσό των 9.619.039 δραχμών, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητήθηκε από το αναιρεσείον Ι.Κ.Α.. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι, λόγω της ανωτέρω αδυναμίας του Ι.Κ.Α. να παράσχει στην αναιρεσίβλητη νοσηλεία, αυτή αναγκάστηκε να προσφύγει σε ιδιωτικό θεραπευτήριο, όπου υποχρεώθηκε να καταβάλει υπέρογκες, για τις δυνατότητές της, δαπάνες νοσηλείας, συνεπεία δε τούτου έχει υποστεί ψυχική ταλαιπωρία και άγχος και, ως εκ τούτου, δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ποσού 100.000 δραχμών. Με τις σκέψεις αυτές το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση του Ι.Κ.Α. και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. 
8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι θα έπρεπε να αποδοθεί στην αναιρεσίβλητη η δαπάνη νοσηλείας της, σύμφωνα με την ισχύουσα κρατική διατίμηση και ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, έκρινεν ότι έπρεπε να της αποδοθεί το σύνολο της πραγματοποιηθείσης δαπάνης. Ενόψει των ανωτέρω γενομένων, η κρίση αυτή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι νόμιμη, ανεξαρτήτως επί μέρους αιτιολογιών και, συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 
9. Επειδή, εφ’ όσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. 
10. Επειδή, η αναιρεσίβλητη παρέστη μόνο στη δίκη ενώπιον του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, η δικαστική δαπάνη, η οποία πρέπει να της αποδοθεί, ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ. 
Διά ταύτα 
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Και, 
Επιβάλλει στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στο σκεπτικό. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Μαΐου 2008 
Ο Πρόεδρος    Η Γραμματέας 
  
  
Γ. Παναγιωτόπουλος    Ε. Κουμεντέρη 
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Απριλίου 2009. 
Ο Πρόεδρος            Ο Γραμματέας 
  
  
Γ. Παναγιωτόπουλος          Β. Μανωλόπουλος 
  

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ 
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί. 
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος. 
Αθήνα, ………………………………………. 
Ο Πρόεδρος          Ο Γραμματέας 
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  
  


  
  
  
  
-1- 
  
Αριθμός 1187/2009 
  
 

./. 
  

Κ.Β. (Δ) 
 

./.