Αριθμός 1213/2010
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Ιουνίου 2006, με την εξής σύνθεση: Γ. Παναγιωτόπουλος, Πρόεδρος, Δ. Κωστόπουλος, Π. Πικραμμένος, Ν. Σκλίας, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Πετρούλιας, Αικ. Συγγούνα, Ν. Ρόζος, Αν. Γκότσης, Αθ. Ράντος, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Στ. Χαραλάμπους, Π. Κοτσώνης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Δ. Σκαλτσούνης, Κ. Βιολάρης, Αθ. Καραμιχαλέλης, Κ. Ευστρατίου, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Ι. Ζόμπολας, Π. Καρλή, Δ. Γρατσίας, Σύμβουλοι, Μ. Τριπολιτσιώτη, Β. Ανδρουλάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη.
Για να δικάσει την από 4 Απριλίου 2003 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “ALPHA ΔΟΡΥΦΟΡΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.”, που εδρεύει στην Αθήνα (Πειραιώς 201), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Απ. Παπακωνσταντίνου, που τον διόρισε με πληρεξούσιο,
καθώς και την παρέμβαση των α) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Ελεύθερη Τηλεόραση Α.Ε.», που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής (Αγ. Παρασκευής 36-38) και β) Κωνσταντίνου Αν. Γιαννίκου, κατοίκου Άνω Βούλας Αττικής (Παπανδρέου 1), οι οποίοι παρέστησαν με τους δικηγόρους: α) Φίλ. Σπυρόπουλο (Α.Μ. 7310) και β) Δημ. Σαραφιανό (Α.Μ. 14683), που τους διόρισαν με πληρεξούσιο,
κατά των: 1) Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, και 2) Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, οι οποίοι παρέστησαν με τον Ι. Διονυσόπουλο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους,
και κατά του παρεμβαίνοντος Αλέξανδρου Χρυσανθακόπουλου, κατοίκου Πατρών (Αρόης και Ανωνύμου 2), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γεώρ. Ροδόπουλο (Α.Μ. 7283), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
H πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 23 Ιανουαρίου 2006 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδάφ. α του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η με αριθμ πρωτ. 3156/Ε/11.2.2003) απόφαση του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, 2) η με αριθμ. πρωτ. 214/162/23.5.2002 απόφαση του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου, Δ. Γρατσία.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αιτούσας ανώνυμης εταιρείας και τους πληρεξούσιους των παρεμβαινόντων, Α.Ε. «Ελεύθερη Τηλεόραση Α.Ε.» και Κωνσταντίνου Γιαννίκου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνουν δεκτές η αίτηση και η παρέμβαση και τον εκπρόσωπο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και του Υπουργού, καθώς και τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος Αλέξανδρου Χρυσανθακόπουλου, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή τους.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (302659 και 430725/2003 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την απόφαση 214/162/23.05.2002 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.), εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν των οριζομένων στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 2328/1995, κρίθηκε ότι έπρεπε να επιβληθούν στον ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας «ALPHA», τον οποίον εκμεταλλεύεται η αιτούσα εταιρεία, οι ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις: α) Κύρωση ηθικού περιεχομένου, συνισταμένη στην υποχρέωση μεταδόσεως, κατά την έναρξη τριών συνεχομένων κεντρικών δελτίων ειδήσεων του ανωτέρω τηλεοπτικού σταθμού, του εξής κειμένου σε πλήρη οθόνη: «Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επέβαλε στον τηλεοπτικό σταθμό «ALPHA» πρόστιμο ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, επειδή, κατά τη διάρκεια των εκπομπών «Ζούγκλα» της 24.01.2002 και «Κίτρινος Τύπος» της 27.01.2002, μεταδόθηκαν στιγμιότυπα που λήφθηκαν με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας», κατά παράβαση της ισχύουσας νομοθεσίας» και β) Πρόστιμο 100.000 ευρώ για κάθε μία από τις ανωτέρω δύο εκπομπές. Στην απόφαση του ΕΣΡ εκτίθεται, ειδικότερα, ότι στην πρώτη από τις αναφερθείσες εκπομπές («Ζούγκλα» της 24.01.2002) παρουσιάσθηκαν μαγνητοσκοπημένα αυτοτελή οπτικοακουστικά θέματα (βίντεο), τα οποία είχαν ληφθεί όλα με την χρήση «κρυφής κάμερας». Τα βίντεο αυτά περιελάμβαναν τρεις λήψεις. Στην πρώτη, εμφανίζεται ο Αλέξανδρος Χρυσανθακόπουλος, τότε βουλευτής Αχαΐας, να εισέρχεται σε κατάστημα τυχερών παιγνιδιών της Πάτρας και να παίζει σε δύο μηχανήματα. Με τη δεύτερη, έχει μαγνητοσκοπηθεί συνάντηση του ίδιου βουλευτή με συνεργάτες του παρουσιαστή της εκπομπής, οι οποίοι προβάλλουν στο βουλευτή την πρώτη λήψη. Με την τρίτη έχει μαγνητοσκοπηθεί συνάντηση του βουλευτή με τον παρουσιαστή της εκπομπής στο γραφείο του τελευταίου. Στη δεύτερη, εξ άλλου, από τις επίμαχες εκπομπές («Κίτρινος Τύπος» της 27.1.2002) προβλήθηκαν εκ νέου τα βίντεο που είχαν μαγνητοσκοπηθεί με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας». Η απόφαση του Ε.Σ.Ρ. κοινοποιήθηκε την 10.6.2002 στον Υπουργό Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ), ο οποίος εξέδωσε, στη συνέχεια, κατόπιν ασκήσεως ελέγχου νομιμότητος της αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., την 3156/Ε/11.02.2003 απόφασή του. Με την υπό κρίση αίτηση, συμπληρωθείσα με το από 12.9.2005 δικόγραφο προσθέτων λόγων, η αιτούσα εταιρεία ζητεί ήδη την ακύρωση των ως άνω αποφάσεων του Ε.Σ.Ρ. και του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε.
3. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση εισάγεται, λόγω μείζονος σπουδαιότητος, ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν της από 23.1.2006 πράξεως του Προέδρου του Δικαστηρίου.
4. Επειδή ο Αλέξανδρος Χρυσανθακόπουλος ζητεί, με την από 20.4.2006 παρέμβασή του, την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως. H παρέμβαση αυτή ασκείται με έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη δεύτερη σκέψη, τα ληφθέντα με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας» οπτικοακουστικά θέματα (βίντεο) , η προβολή των οποίων από τον τηλεοπτικό σταθμό της αιτούσης προκάλεσε την επιβολή από το Ε.Σ.Ρ. των επιμάχων κυρώσεων, έχουν ως κεντρικό θέμα τον παρεμβαίνοντα.
5. Επειδή, στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του Ν. 2479/1997 (Α’ 67 ) ορίζονται τα ακόλουθα: « α. Σε δίκη ενώπιον (…) της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (…), στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι (…). β. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. γ. Η κατά το εδάφιο α’ παρέμβαση ενώπιον (…) της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (…) ασκείται σύμφωνα με τ[ο] άρθρ[ο] (…) 49 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α’) (…) δ. Για την παράσταση όσων παρεμβαίνουν με βάση την παρούσα παράγραφο, τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τα απαιτούμενα τέλη και παράβολα και τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις που αφορούν το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. ε. (…)».
6. Επειδή, κατ’ επίκληση της παρατεθείσης στην προηγουμένη σκέψη διατάξεως του Ν. 2479/1997, η ανώνυμη εταιρεία «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.» και ο Κωνσταντίνος Γιαννίκος, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της τελευταίας αυτής εταιρείας, άσκησαν την από 19.4.2006 παρέμβασή τους υπέρ της αιτούσης εταιρείας, με την οποία προβάλλουν: α) Ότι η προμνησθείσα διάταξη του ν. 2479/1997, ορθώς ερμηνευόμενη, επιτρέπει την άσκηση παρεμβάσεως και στην περίπτωση, κατά την οποία ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν τίθεται μεν ευθέως ζήτημα συνταγματικότητος συγκεκριμένης διατάξεως τυπικού νόμου, τίθεται, όμως, ζήτημα ερμηνείας συνταγματικών διατάξεων, από την οποία θα εξαρτηθεί στο μέλλον και η κρίση περί του κύρους σχετικών νομοθετικών ή κανονιστικών ρυθμίσεων. β) Ότι έχουν έννομο συμφέρον να προβάλουν ερμηνευτικές απόψεις και επιχειρήματα, ως προς την έννοια των κρισίμων για την έκβαση της παρούσης δίκης συνταγματικών ρυθμίσεων (οι οποίες, κατά την αντίληψή τους, δεν απαγορεύουν απολύτως την χρήση «κρυφής κάμερας»), τούτο δε διότι το Ε.Σ.Ρ. έχει ήδη επιβάλει διοικητικές κυρώσεις στον τηλεοπτικό σταθμό ALTER, τον οποίον εκμεταλλεύεται η παρεμβαίνουσα εταιρεία, κατ’ επίκληση της προβολής, από τον τηλεοπτικό αυτό σταθμό, οπτικοακουστικών θεμάτων (βίντεο) ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας», κατά των πράξεων δε επιβολής των κυρώσεων αυτών έχουν ήδη ασκηθεί από τους ανωτέρω αιτήσεις ακυρώσεως, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δ’ Τμήματος του Δικαστηρίου. Η εν λόγω παρέμβαση είναι, όμως, απορριπτέα, ως απαράδεκτη για τους εξής λόγους: Η παρατεθείσα διάταξη του ν. 2479/1997 είναι, λόγω του ειδικού χαρακτήρα της, στενώς ερμηνευτέα. Δεν είναι, επομένως, δυνατόν να γίνει, καθ’ ερμηνεία της διατάξεως αυτής, δεκτό ότι κατάθεση της προβλεπομένης σε αυτήν ιδιότυπης παρεμβάσεως επιτρέπεται, πέραν της περιπτώσεως, κατά την οποία τίθεται ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας ζήτημα συνταγματικότητος συγκεκριμένης διατάξεως τυπικού νόμου, σε κάθε άλλη περίπτωση, κατά την οποία τίθεται ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου ζήτημα ερμηνείας συνταγματικής διατάξεως. Υπό την αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα ήταν, άλλωστε, ιδιαιτέρως δυσχερής ο προσδιορισμός του κύκλου των προσώπων που θα ενομιμοποιούντο να καταθέσουν την ιδιότυπη αυτή παρέμβαση, δοθέντος ότι, εν όψει των οριζομένων συναφώς στην κρίσιμη διάταξη του ν. 2479/1997, θα έπρεπε να ελέγχεται εκάστοτε από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν στην άλλη δίκη, στην οποία είναι διάδικος ο ασκών την εν λόγω παρέμβαση, τίθεται ή μη, μάλιστα δε ασυνδέτως προς το κύρος συγκεκριμένης διατάξεως τυπικού νόμου, ζήτημα ερμηνείας συνταγματικών διατάξεων. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Α. Ράντος, προς την άποψη του οποίου συνετάγη και ο Πάρεδρος Β. Ανδρουλάκης. Κατά τη μειοψηφήσασα αυτή άποψη, η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 1 του Ν. 2479/1997 παρέχει απλώς, σε συνταγματική περιωπής δίκη, βήμα αναπτύξεως απόψεων σε πρόσωπα, τα οποία άλλως θα κινδύνευαν να ευρεθούν στο μέλλον, εν όψει εκκρεμών δικών τους, αντιμέτωπα με δυσμενείς συνταγματικές ερμηνείας Ολομελείας ανωτάτου δικαστηρίου, που διατυπώνονται ερήμην τους. Δεν είναι, ως εκ τούτου, στενώς, αλλά κατά τον σκοπό της, ερμηνευτέα. Εφ΄ όσον δε η κρίση διατάξεως νόμου ως σύμφωνης ή όχι με το Σύνταγμα, προϋποθέτουσα αναγκαίως την ρητή ή σιωπηρή ερμηνεία της οικείας συνταγματικής διατάξεως, κατ΄ ουδέν διαφέρει, εννοιολογικώς και ως προς τις συνέπειές της, από την ευθεία ερμηνεία της συνταγματικής διατάξεως, θα έπρεπε η επίμαχη νομοθετική διάταξη να ερμηνευθεί ως επιτρέπουσα, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεών της, την συμμετοχή σε δίκη ενώπιον της Ολομελείας του Δικαστηρίου, εφ΄ όσον τίθεται ζήτημα ερμηνείας συνταγματικών διατάξεων. Η δε επισημαινόμενη από την κρατήσασα γνώμη πρακτική δυσχέρεια, που, άλλωστε, δεν φαίνεται να συντρέχει, εφ΄ όσον το ζήτημα είναι μάλλον ευχερώς διαγνώσιμο, ενυπάρχει και στην συνήθη περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως και, πάντως, δεν συνιστά λόγο μη εφαρμογής διατάξεως, που εξυπηρετεί σκοπούς, αναγόμενους στην διεξαγωγή δίκαιης δίκης.
7. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παράγραφος 1 και 5 παράγραφοι 4 και 8 του ν. 2863/2000, με τίτλο «Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης» (Α’ 262), προκύπτει ότι το Ε.Σ.Ρ., όταν προσβάλλεται πράξη του, νομίμως παρίσταται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκπροσωπώντας το Δημόσιο. Κατά συνέπεια, εφ’ όσον η υπό κρίση αίτηση στρέφεται, αφ’ ενός μεν κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., αφ’ ετέρου δε κατά αποφάσεως του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε., παθητικώς νομιμοποιούνται στην παρούσα δίκη, ως εκπρόσωποι του Δημοσίου, τόσο ο εν λόγω Υπουργός, όσο και η προμνησθείσα αρχή.
8. Επειδή, στο άρθρο 4 του ν. 2328/1995, με τίτλο «Νομικό καθεστώς της ιδιωτικής τηλεόρασης κ.λπ.» (Α’ 159), όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 1 με το άρθρο 16 παράγραφος 1 του ν. 2644/1998 (Α’ 233) και προ της αντικαταστάσεως της παραγράφου 3 με το άρθρο 23 παράγραφος 5 του ν. 3166/2003 (Α’ 178/2.7.2003), ορίσθηκαν τα εξής: « 1. Σε περίπτωση παραβίασης: α) των διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνούς δικαίου που διέπουν άμεσα ή έμμεσα τους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς και γενικότερα τη λειτουργία της ιδιωτικής τηλεόρασης, β) του ν. 2121/1993 (ΦΕΚ 25 Α`), όπως ισχύει, καθώς και κάθε άλλης διάταξης της εθνικής νομοθεσίας, της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνούς δικαίου που διέπουν την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας (…), γ) των κανόνων δεοντολογίας, όπως αυτοί προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου αυτού, το Ε.Σ.Ρ. αποφασίζει αυτεπαγγέλτως ή μετά από ερώτημα του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ή καταγγελία παντός έχοντος έννομο συμφέρον, την επιβολή μίας ή περισσότερων από τις παρακάτω κυρώσεις: αα) σύσταση για συμμόρφωση σε συγκεκριμένη διάταξη της νομοθεσίας με προειδοποίηση επιβολής λοιπών κυρώσεων, ββ) πρόστιμο από πέντε έως πεντακόσια εκατομμύρια (5.000.000 έως 500.000.000) δραχμές (…), γγ) προσωρινή αναστολή μέχρι τρεις (3) μήνες ή οριστική διακοπή της μετάδοσης συγκεκριμένης εκπομπής του σταθμού, δδ) προσωρινή αναστολή μέχρι τρεις (3) μήνες της μετάδοσης κάθε τηλεοπτικού προγράμματος, εε) ανάκληση της άδειας λειτουργίας του σταθμού, και στστ) κυρώσεις ηθικού περιεχομένου (όπως υποχρεωτική μετάδοση ανακοίνωσης σχετικά με τις λοιπές επιβαλλόμενες κυρώσεις). Το Ε.Σ.Ρ. διαβιβάζει αμελλητί την απόφασή του στον Υπουργό Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ο οποίος ασκεί έλεγχο νομιμότητας και εκδίδει την πράξη επιβολής. Η επιλογή του είδους και η επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων του άρθρου αυτού γίνεται ανάλογα με τη βαρύτητα της παραβίασης, την τηλεθέαση που συγκεντρώνει το πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου τελέσθηκε η παραβίαση, το μερίδιο της αγοράς ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών που έχει τυχόν αποκτήσει η κάτοχος της άδειας, το ύψος της επένδυσης που έχει πραγματοποιηθεί ή σχεδιαστεί και την τυχόν ύπαρξη υποτροπών (…). Η απόφαση του Ε.Σ.Ρ. για την επιβολή των κυρώσεων της παραγράφου αυτής περιέχει πλήρη και ειδική αιτιολογία και διατυπώνεται σε κάθε περίπτωση ύστερα από ακρόαση των ενδιαφερομένων κατά τη διάρκεια μίας τουλάχιστον συνεδρίασης της Ολομέλειας του οργάνου. 2. (…). 3. Τα προβλεπόμενα στις προηγούμενες παραγράφους πρόστιμα επιβάλλονται από κοινού και σε ολόκληρο στην εταιρεία και ατομικά στο νόμιμο ή τους περισσότερους νόμιμους εκπροσώπους της, όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της και όλους τους μετόχους της που κατέχουν ποσοστό μετοχών μεγαλύτερο του δυόμισι τοις εκατό (2,5%). 4. (…) ». Εξ άλλου, ο ν. 2863/2000, μνημονευθείς ήδη στην προηγουμένη σκέψη, προέβλεψε, με το άρθρο 2 παράγραφος 2, όπως αρχικώς ίσχυσε, προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 5 παράγραφος 9 του ν. 3051/2002 (Α’ 220/20.9.2002), τα εξής: « Ο Πρόεδρος, ο Αντιπρόεδρος και τα άλλα μέλη του Ε.Σ.Ρ. επιλέγονται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής των Ελλήνων, ύστερα από εισήγηση του Προέδρου της. Η απόφαση λαμβάνεται με πλειοψηφία τουλάχιστον τεσσάρων πέμπτων (4/5). Ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων διαβιβάζει την απόφαση επιλογής στον Υπουργό Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ο οποίος εκδίδει την απόφαση διορισμού των μελών του Ε.Σ.Ρ., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (…) ». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του αυτού ν. 2863/2000 ορίζονται τα εξής: «Το Ε.Σ.Ρ. ασκεί τον προβλεπόμενο στο Σύνταγμα άμεσο έλεγχο του Κράτους στον τομέα της παροχής ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε είδους, με την έκδοση εκτελεστών ατομικών διοικητικών πράξεων. Ειδικότερα: α) (…), ε) επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις και μέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α`), όπως ισχύει (…), στ) (…) » Τέλος, στο άρθρο 11 του ν. 2863/2000 προβλέπονται τα ακόλουθα: « 1. Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου 4, η ισχύς των οποίων αρχίζει από την έκδοση, κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος νόμου, της απόφασης διορισμού που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 2. 2. Από την έναρξη ισχύος του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, οι διατάξεις της ισχύουσας ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας με τις οποίες παρέχεται, για τα θέματα που αναφέρονται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου, αρμοδιότητα έκδοσης εκτελεστών ατομικών διοικητικών πράξεων σε άλλα διοικητικά όργανα, καταργούνται ως προς την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής. Από την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται: α) Η αρμοδιότητα του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης να εκδίδει τις άδειες λειτουργίας ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών και παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι προβλεπόμενες στους νόμους 2328/1995 και 2644/1998 προκηρύξεις (…). β) Η αρμοδιότητα έκδοσης των διοικητικών πράξεων που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 2 εδαφ. γ`, 7 παρ. 3 εδαφ. β` και 9 παρ. 1 και 5 του ν. 2644/1998. γ) Η αρμοδιότητα έκδοσης κοινών υπουργικών αποφάσεων, καθώς και των αποφάσεων ή άλλων πράξεων που εκδίδονται από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών ή τις υπηρεσίες που υπάγονται σε αυτόν. 3. Οι αποφάσεις του Ε.Σ.Ρ. που έχουν εκδοθεί μετά την 1.1.2000, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995, όπως ισχύουν, και για τις οποίες, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, δεν έχει ολοκληρωθεί ο προβλεπόμενος στις ίδιες διατάξεις έλεγχος νομιμότητας, είναι άμεσα εκτελεστές. Οι αποφάσεις αυτές, εντός δέκα (10) ημερών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κοινοποιούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στους αποδέκτες τους. Από την ημερομηνία της κοινοποίησης αρχίζει ο υπολογισμός των προβλεπόμενων στην κείμενη νομοθεσία προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων μέσων και των διοικητικών προσφυγών. 4. ( … ) ».
9. Επειδή η προσβαλλομένη απόφαση του Ε.Σ.Ρ. εκδόθηκε μετά την 1.1.2000 και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφοι 1 και 3 του ν. 2328/1995. Εξ άλλου, με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, την 3.6.2002 (Β’ 687/3.6.2002), της πράξεως 13094/Ε/31.5.2002 του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε. περί συγκροτήσεως του Ε.Σ.Ρ., εκδοθείσης κατ’ επίκληση, μεταξύ άλλων, του άρθρου 2 του ν. 2863/2000 και της από 31.5.2002 επιστολής του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων προς τον ανωτέρω Υπουργό, ετέθη σε ισχύ, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του ν. 2863/2000, η διάταξη του άρθρου 4 του τελευταίου τούτου νόμου. Εν όψει των ανωτέρω και δεδομένου ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του άρθρου 4 του ν. 2863/2000 (3.6.2002) δεν είχε ακόμη εκδοθεί η προβλεπομένη στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του ν. 2328/1995, όπως αρχικώς ίσχυε, πράξη του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ περί ασκήσεως ελέγχου νομιμότητος της προσβαλλομένης αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., η τελευταία αυτή απόφαση αποτελεί, κατά τα ρητώς προβλεπόμενα στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 11 παράγραφος 3 του ν. 2863/2000, την τελική πράξη επιβολής των επιμάχων κυρώσεων στην αιτούσα εταιρεία, μη υποκειμένη πλέον κατά τούτο, στον έλεγχο νομιμότητος που προέβλεπε η προμνησθείσα διάταξη του ν. 2328/1995. Κατά συνέπεια, η εκδοθείσα την 11.2.2003 και ήδη προσβαλλομένη απόφαση του Υπουργού Τύπου και ΜΜΕ, με την οποία κρίθηκε νόμιμη η επιβολή των επιμάχων κυρώσεων στην αιτούσα, δεν παράγει, ως προς αυτήν, έννομες συνέπειες και, επομένως, απαραδέκτως προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση, η οποία είναι, κατά τα λοιπά, παραδεκτή.
10. Επειδή το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 2 παράγραφος 1 ότι «[ο] σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας» και στο άρθρο 5 παράγραφος 1 ότι « [κ]αθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη», ενώ προβλέπει στην παράγραφο 1 του άρθρου 5Α, προστεθέντος με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (Α’ 84), τα ακόλουθα: «Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση, όπως νόμος ορίζει. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων». Περαιτέρω, το άρθρο 9 παράγραφος 1 του Συντάγματος ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «[η] ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη », ενώ το άρθρο 14 του Συντάγματος ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι « [κ]αθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους» και προβλέπει, στην παράγραφο 2, τα εξής: « Ο τύπος είναι ελεύθερος. Η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται ». Εξ άλλου, στο άρθρο 15 του Συντάγματος, όπως ήδη ισχύει, μετά την αντικατάσταση της παραγράφου 2 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, προβλέπονται τα ακόλουθα: «1. Οι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου δεν εφαρμόζονται στον κινηματογράφο, τη φωνογραφία, τη ραδιοφωνία, την τηλεόραση και κάθε άλλο παρεμφερές μέσο μετάδοσης λόγου ή παράστασης. 2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Κράτους. Ο έλεγχος και η επιβολή των διοικητικών κυρώσεων υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή, όπως νόμος ορίζει. Ο άμεσος έλεγχος του Κράτους, που λαμβάνει και τη μορφή του καθεστώτος της προηγούμενης άδειας, έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, καθώς και το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας (…)». Τέλος, η Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), υπογραφείσα στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 ( Α’ 256 ), ορίζει, στο άρθρο 8 παράγραφος 1, ότι «[παν] πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του (…)» και προβλέπει στο άρθρο 10 τα ακόλουθα: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα Κράτη από του να υποβάλλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας. 2. Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας, δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπομένους υπό του νόμου και αποτελούντας αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν (…) την προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, (…) ».
11. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 3 του μνημονευθέντος ήδη ανωτέρω ν. 2328/1995 ορίζονται τα εξής « 1. α) (…). β) Οι κάθε είδους εκπομπές (…) που μεταδίδουν οι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί πρέπει να σέβονται την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, τον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο, την επαγγελματική, κοινωνική, επιστημονική, καλλιτεχνική, πολιτική ή άλλη συναφή δραστηριότητα κάθε προσώπου, η εικόνα του οποίου εμφανίζεται στην οθόνη ή το όνομα του οποίου ή στοιχεία επαρκή για τον προσδιορισμό του μεταδίδονται. 2. (…). 15. Με προεδρικό διάταγμα (…) κυρώνονται Κώδικες δεοντολογίας: α) ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών, β) (…). Έως την έκδοση αυτού του προεδρικού διατάγματος εξακολουθούν να ισχύουν οι Κώδικες δεοντολογίας που έχουν εκδοθεί κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ν. 1866/1989. Κώδικες δημοσιογραφικής δεοντολογίας ενσωματωμένοι στα καταστατικά των αναγνωρισμένων Ενώσεων Συντακτών (…), εφόσον δεν αντιβαίνουν σε διατάξεις του νόμου αυτού ή της σχετικής εθνικής νομοθεσίας ή της σχετικής νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διεθνών συμβάσεων, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη από το Ε.Σ.Ρ. κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του και ιδίως για την επιβολή και την επιμέτρηση των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπει ο νόμος». Περαιτέρω, ο Κανονισμός 1/1991 του Ε.Σ.Ρ., με τίτλο «Περί δημοσιογραφικής δεοντολογίας στη Ραδιοτηλεόραση (Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας)» (Β’ 421), ο οποίος είχε εκδοθεί κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ν. 1866/1989 (Α’ 222), όριζε, στο άρθρο 7, όπως ίσχυε κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο (προ της καταργήσεως του εν λόγω Κανονισμού από 28.6.2003, δυνάμει του άρθρου δευτέρου παράγραφος 1 του κυρωθέντος με το π.δ. 77/2003, Α’ 75, Κώδικα δεοντολογίας ειδησεογραφικών και άλλων δημοσιογραφικών και πολιτικών εκπομπών), ότι «[η] ιδιωτική ζωή είναι σεβαστή. Ο έλεγχος της ιδιωτικής ζωής, όπως και η μετάδοση πληροφοριών ή εικόνων από αυτήν, επιτρέπεται μόνον όταν επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, που υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το συμφέρον σεβασμού της ιδιωτικής ζωής», ενώ προέβλεπε στο άρθρο 9 παράγραφος 1 τα εξής: «Χρησιμοποιούνται ευθέα μέσα για τη συλλογή πληροφοριών, στοιχείων ή εικόνων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνον εάν και στο μέτρο που αυτές είναι οι μόνες διαθέσιμες και οι πληροφορίες ή εικόνες πρέπει να γίνουν γνωστές στο κοινό για λόγους επιτακτικού, στη συγκεκριμένη περίπτωση δημοσίου συμφέροντος. Σε καμία περίπτωση πάντως δεν μπορεί η μέθοδος συλλογής πληροφοριών να θίγει την αξιοπρέπεια του ανθρώπου». Τέλος, ο Κανονισμός 2/1991 του Ε.Σ.Ρ., με τίτλο «Περί ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων (Κώδικας Ραδιοτηλεοπτικών Προγραμμάτων)» ( Β’ 421 ), ο οποίος είχε εκδοθεί κατ’ επίκληση της αυτής ως άνω εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ν. 1866/1989, προέβλεπε στο άρθρο 2 παράγραφος 3 (όπως ίσχυε προ της καταργήσεως του εν λόγω Κανονισμού με την μνημονευθείσα ανωτέρω διάταξη του κυρωθέντος με το π.δ. 77/2003 νεωτέρου σχετικού Κώδικα) ότι «[τ]ο Σύνταγμα και η εν γένει έννομη τάξη της χώρας πρέπει να παραμένουν σεβαστά, και όταν ασκείται κριτική στους συγκεκριμένους νόμους ή θεσμούς (…)».
12. Επειδή, επί της εννοίας των κρισίμων διατάξεων του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., ο Πρόεδρος, οι Σύμβουλοι Π. Πικραμμένος, Ν. Σκλίας, Α. Θεοφιλοπούλου, Αικ. Συγγούνα, Α. Γκότσης, Ν. Μαρκουλάκης, Δ. Μαρινάκης, Σ. Χαραλάμπους, Π. Κοτσώνης, Κ. Βιολάρης, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Π. Καρλή και Δ. Γρατσίας, προς τη γνώμη των οποίων ετάχθη και η Πάρεδρος Μ. Τριπολιτσιώτη, υπεστήριξαν τα εξής: Το άρθρο 14 παράγραφος 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει ( βλ. συναφώς και τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παράγραφος 1 της Ε.Σ.Δ.Α.) την ελευθερία εκφράσεως, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του καθενός να διαδίδει μέσω του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως ειδήσεις, σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν). Με την αυτή συνταγματική διάταξη, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 5 παράγραφος 1 του Συντάγματος, κατοχυρώθηκε, εξ άλλου, ως αναγκαίο λογικώς παρακολούθημα του δικαιώματος του πληροφορείν, το δικαίωμα του καθενός να ενημερώνεται τακτικά, ελεύθερα και από κάθε διαθέσιμη πηγή για κάθε θέμα που τον ενδιαφέρει, το τελευταίο δε τούτο δικαίωμα (δικαίωμα στην πληροφόρηση) κατοχυρώνεται ήδη και ρητώς στο άρθρο 5Α παράγραφος 1 του Συντάγματος. Όπως ευθέως συνάγεται από τις προμνησθείσες συνταγματικές διατάξεις (βλ. συναφώς και τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), η άσκηση, τόσο του δικαιώματος του πληροφορείν, όσο και του δικαιώματος στην πληροφόρηση τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δικαίου που κατοχυρώνουν δικαιώματα και ελευθερίες άλλων. Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, εν όψει και της κατοχυρουμένης στο άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητος, ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εν όψει των ανωτέρω, περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση μπορεί να δικαιολογηθούν και στην περίπτωση που οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία του δικαιώματος τρίτου προσώπου στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, το δικαίωμα δε τούτο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του Συντάγματος (βλ. και άρθρο 8 παράγραφος 1 της Ε.Σ.Δ.Α. ) και καλύπτει, πλην άλλων, το δικαίωμα του προσώπου να προστατεύει την εικόνα του, ως στοιχείο ουσιώδες για τη συγκρότηση της προσωπικότητός του (πρβλ., περί του δικαιώματος προστασίας της εικόνας του προσώπου ως ιδιαίτερης εκφάνσεως του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποφάσεις της 21.2.2002, Schüssel κατά Αυστρίας, της 24.6.2004, Von Hannover κατά Γερμανίας και της 11.1.2005, Sciacca κατά Ιταλίας). Κατά το μέρος, ειδικώς, που αφορά στην τηλεόραση, το Κράτος, στο οποίο ανατίθεται, με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος, ο άμεσος έλεγχος των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, οφείλει να ελέγχει την τήρηση, εκ μέρους των ασκούντων μέσω της τηλεοράσεως το δικαίωμα του πληροφορείν, της κατά τα ανωτέρω υποχρεώσεώς τους να σέβονται, κατά την άσκηση του δικαιώματός τους, τα δικαιώματα των άλλων, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του καθενός στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο άμεσος έλεγχος του Κράτους επί της τηλεοράσεως σκοπεί, μεταξύ άλλων, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 15 παράγραφος 2 του Συντάγματος, στη διασφάλιση του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, στην αποτελεσματική προάσπιση της οποίας αποσκοπεί και η συνταγματική κατοχύρωση των επί μέρους ατομικών δικαιωμάτων και, κατ’ εξοχήν, του δικαιώματος του καθενός να απαιτεί σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του. Μέσο ασκήσεως του ως άνω ελέγχου, από το Κράτος, της ασκήσεως του δικαιώματος του πληροφορείν εντός των ορίων που επιβάλλει η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των τρίτων αποτελεί, πλην άλλων, το θεσπιζόμενο στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του ν. 2328/1995 σύστημα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, η αρμοδιότητα της επιβολής των οποίων ανατίθεται ήδη από Σύνταγμα κατ’ αποκλειστικότητα στο Ε.Σ.Ρ. Η καταγραφή, εξ άλλου, με κρυφά μέσα, εικόνας, η οποία έχει ως κύριο ή ως μοναδικό θέμα συγκεκριμένο πρόσωπο, συνιστά, κατ’ αρχήν, προσβολή του δικαιώματος του προσώπου τούτου επί της εικόνας του, το δικαίωμα δε αυτό προστατεύεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, από τα άρθρα 9 παράγραφος 1 του Συντάγματος και 8 παράγραφος 1 της Ε.Σ.Δ.Α., ως ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Επομένως, η μετάδοση δια της τηλεοράσεως ειδήσεως, της οποίας αποκλειστική ή κύρια πηγή αποτελεί εικόνα συγκεκριμένου προσώπου, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, εφ’ όσον η μεταδιδόμενη είδηση έχει ληφθεί υπό συνθήκες που στοιχειοθετούν προσβολή του δικαιώματος τρίτου επί της εικόνας του. Ως εκ τούτου, η μετάδοση της εν λόγω ειδήσεως μπορεί, κατ’ αρχήν, να δικαιολογήσει την επιβολή από το Ε.Σ.Ρ. διοικητικής κυρώσεως από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του ν. 2328/1995. Είναι, εν τούτοις, δυνατόν να κριθεί από το Ε.Σ.Ρ., κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης σταθμίσεως, ότι η μετάδοση ειδήσεως, με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, επειδή ο προερχόμενος από τη μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζόμενου προσώπου επί της εικόνας του δικαιολογείται, εν όψει και της ιδιότητος του προσώπου τούτου, λόγω της συμβολής της μεταδοθείσης ειδήσεως σε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος (πρβλ. συναφώς την προμνησθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της υποθέσεως Von Hannover, ιδίως §§ 60 και επ.). Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία η μετάδοση της ως άνω ειδήσεως θεωρείται, για τους εκτεθέντες λόγους, ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, τούτο δεν σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι καθίσταται θεμιτή και η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που κατεγράφη με κρυφά μέσα και συνιστά την πηγή της θεμιτώς μεταδοθείσης ειδήσεως. Τούτο δε διότι η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα αποτελεί περιορισμό του συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του, κατά πολύ εντονότερο του περιορισμού που συνιστά για το εν λόγω δικαίωμα η απλή μετάδοση της ειδήσεως που έχει ως πηγή την επίμαχη, κρυφίως ληφθείσα εικόνα. Κατά συνέπεια, ο εντονότερος αυτός περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του μπορεί να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, μόνον εάν το Ε.Σ.Ρ. θεωρήσει, κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης κρίσεως, ότι η θεμιτή, για τους εκτεθέντες λόγους, μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως είναι απολύτως αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής χωρίς την μετάδοση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα και αποτελεί την πηγή της ειδήσεως. Υπό το φως δε των ανωτέρω αρχών, συναγομένων από τις μνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., είναι ερμηνευτέες και οι νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Κατά την ειδικότερη, εξ άλλου, γνώμη των Συμβούλων Δ. Κωστόπουλου, Ν. Ρόζου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνη, Αικ. Χριστοφορίδου, Κ. Ευστρατίου και Ι. Γράβαρη, προς την οποίαν συνετάγη και ο Πάρεδρος Β. Ανδρουλάκης, η χρησιμοποίηση, κατά τ΄ ανωτέρω, κρυφού μέσου για την, εν αγνοία ορισμένου προσώπου, απόσπαση οπτικού ή ηχητικού υλικού της ιδιωτικής του ζωής και τη μετάδοση, με τον τρόπο αυτό, σχετικών ειδήσεων, συνιστά ευθεία προσβολή της ανθρώπινης αξίας, καθώς υποβιβάζει το συγκεκριμένο πρόσωπο από υποκείμενο της εννόμου τάξεως και των κοινωνικών σχέσεων σε απλό μέσον για την επιδίωξη ασύνδετων προς την βούλησή του σκοπών. Εφ΄ όσον δε, κατά την γνώμη αυτή, η προστασία της ανθρώπινης αξίας, η οποία, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 2 παράγραφος 1, 15 παράγραφος 2 και 25 παράγραφος 1), οριοθετεί τη λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, είναι απόλυτη, η κατά τον ανωτέρω τρόπο μετάδοση ειδήσεων είναι, αντιστοίχως, απολύτως απαγορευμένη, μη υποκείμενη, ως εκ τούτου, σε σταθμίσεις με άλλα αγαθά, κινητοποιούσα δε, καθ΄ εαυτήν, την αρμοδιότητα της οικείας αρχής προς επιβολή κυρώσεων. Τούτο δε, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για μετάδοση μόνο της είδησης ή και του οπτικοακουστικού υλικού, στο οποίο αυτή στηρίχθηκε, του ζητήματος βεβαίως τούτου συνεκτιμωμένου κατά την κρίση της βαρύτητας της παραβάσεως. Τα ανωτέρω, εξ άλλου, δεν μεταβάλλονται στην περίπτωση που η μετάδοση ειδήσεως με τον προεκτεθέντα τρόπο αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά, ενόσω, πάντως, ο εν λόγω τρόπος δεν εντάσσεται σε θεσμοθετημένη από την έννομη τάξη διαδικασία για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Σκαλτσούνη, Α. Καραμιχαλέλη, Ε. Αντωνόπουλου και Γ. Τσιμέκα, η κρίση του Ε.Σ.Ρ., με βάση τα μνημονευθέντα κριτήρια, ότι η μετάδοση ειδήσεως με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, καθιστά επιτρεπτή και τη μετάδοση από την τηλεόραση της πιο πάνω εικόνας. Τούτο δε διότι, ενόψει της ιδιαίτερης φύσεως της τηλεοράσεως, σε σχέση προς τα λοιπά μέσα μαζικής ενημερώσεως, η τηλεοπτική μετάδοσης της ειδήσεως συμβαδίζει με την μετάδοση της εικόνας. Τέλος, κατά την γνώμη των Συμβούλων Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Πετρούλια, Α. Ράντου και Ι. Ζόμπολα, από καμμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν απορρέει η κατ΄ ουσίαν απόλυτη απαγόρευση μεταδόσεως της εικόνας προσώπου, όπως την δέχεται η κρατήσασα γνώμη. Βεβαίως, η εικόνα του προσώπου, ως στοιχείο της προσωπικής του ζωής, καλύπτεται από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αξίωση κάθε προσώπου για το, κατ΄ αρχήν, απαραβίαστο της προσωπικής ζωής του. Η αξίωση, όμως, αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά διαβαθμίζεται σε κατηγορίες, ανάλογες προς την ιδιότητα του προσώπου και τον χώρο, όπου λαμβάνει χώρα η αποτύπωση της προς μετάδοση εικόνας. Έτσι, για τους ιδιώτες, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει απόλυτη προστασία από την ακούσια λήψη και αναμετάδοση της εικόνας τους, είτε σε δημόσιο, είτε, πολλώ μάλλον, στον ιδιωτικό χώρο τους, εκτός αν πρόκειται για τυχαία και μη ειδικώς προσωποποιημένη λήψη της εικόνας ή εάν η λήψη της εικόνας γίνεται για την πρόληψη αξιόποινης πράξης σε δημόσιο χώρο. Για τα δημόσια πρόσωπα, η προστασία είναι μικρότερη. Τα δημόσια πρόσωπα, όπως είναι τα πολιτικά πρόσωπα, εξ ορισμού εκτίθενται στη δημοσιότητα, ενίοτε δε, επιλεκτικά, την επιδιώκουν. Η επιδίωξη αυτή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Δημιουργεί αντίστοιχη, εύλογη και εντός ορίων, επιδίωξη των μέσων ενημερώσεως και του κοινού για την προβολή στοιχείων της ζωής τους, που συνάπτονται, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, με τις δημόσιες δραστηριότητές τους. Για τα πρόσωπα αυτά, υπάρχει, όπως και για τους ιδιώτες, απόλυτη προστασία της εικόνας τους στον ιδιωτικό χώρο τους, καθώς και σε δημόσιο χώρο, προσιτό στο κοινό, όταν τα πρόσωπα αυτά έχουν, στον δημόσιο χώρο, υπαίθριο ή κλειστό, προσωπικές ή οικογενειακές στιγμές. Όταν, όμως, τα πρόσωπα αυτά δεν διατελούν, σε δημόσιο χώρο, στις ανωτέρω συνθήκες ή όταν, πολλώ μάλλον, ενεργούν κατά τρόπο που, δικαιολογημένα, μπορεί να ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, όπως στην περίπτωση που επιδεικνύουν συμπεριφορά αντίθετη προς εκείνη που επιβάλλει ο συγκεκριμένος δημόσιος ρόλος τους ή αντίθετη προς την εικόνα, που εκείνα προβάλλουν για τον εαυτό τους, τότε το δικαίωμα στην πληροφόρηση και το δικαίωμα του πληροφορείν μπορεί να δικαιολογήσει την ακούσια λήψη της εικόνας τους και την προβολή από τα μέσα ενημερώσεως των σχετικών στιγμιοτύπων. [πρβλ. ΕΔΔΑ, Krone κατά Αυστρίας (26-2-2002), Plon κατά Γαλλίας (18-5-2004), von Hannover κατά Γερμανίας (24-6-2004), Ρεκλός κατά Ελλάδος (15-1-2009), House of Lords (M.B.) Campbell κατά MGN (6-4-2004)]. Ειδικότερα, η καταγραφή της εικόνας προσώπου είναι σύμφυτη με την έννοια της τηλεοράσεως. Δεν νοείται να ρυθμίζεται, και, επομένως, να κατοχυρώνεται συνταγματικά, ο τρόπος λειτουργίας μέσου ενημερώσεως, όπως η τηλεόραση, αλλά αυτό να λειτουργεί με τον τρόπο λειτουργίας άλλου μέσου ενημερώσεως, όπως το ραδιόφωνο. Διότι ειδησεογραφική τηλεόραση με απλή εμφάνιση του εκφωνητή των ειδήσεων, χωρίς τηλεοπτική αναμετάδοση στιγμιοτύπων, που περιλαμβάνουν και την εν δράσει εικόνα δημοσίων προσώπων, κατ΄ ουδέν διαφέρει στην ουσία από την ραδιοφωνική μετάδοση ειδήσεων. Είναι διαφορετικό το ζήτημα μεταδόσεως εικόνων δημοσίων προσώπων σε περιπτώσεις άλλες από τις, κατά τα ανωτέρω, θεωρούμενες ως επιτρεπόμενες. Εκεί, ασφαλώς, η αναμετάδοση απαγορεύεται και το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει τις κυρώσεις (βλέπε, μεταξύ άλλων, τις παραγράφους 5, 6 και 7 του άρθρου 14). Στις, κατά τα ανωτέρω, όμως, επιτρεπόμενες περιπτώσεις προβολής της εικόνας δημοσίων προσώπων, το τεκμήριο, κατά την στάθμιση μεταξύ του δικαιώματος στην πληροφόρηση και την δημόσια διαφάνεια αφ΄ ενός και στην προστασία της εικόνας αφ΄ ετέρου, είναι υπέρ του επιτρεπτού της μεταδόσεως της ακουσίως ληφθείσης εικόνας. Η κρατήσασα γνώμη αναγορεύει την προστασία της εικόνας σε απόλυτο αγαθό, χωρίς να υπάρχει σχετική συνταγματική πρόβλεψη, και καθιστά τον συνταγματικό κανόνα του επιτρεπτού της αναμεταδόσεως εικόνας, αν η αναμετάδοση δεν παραβιάζει άλλες συνταγματικές διατάξεις, εξαίρεση, υπό άκρως αυστηρές προϋποθέσεις επιτρεπόμενη.
13. Επειδή, όπως ήδη εξετέθη, με την προσβαλλομένη απόφαση του Ε.Σ.Ρ. επεβλήθη, αφ’ ενός μεν διοικητική κύρωση, συνισταμένη στην επιβολή προστίμου, αφ’ ετέρου δε διοικητική κύρωση ηθικού περιεχομένου, συνισταμένη στην υποχρέωση μεταδόσεως, κατά την έναρξη τριών συνεχομένων κεντρικών δελτίων ειδήσεων του τηλεοπτικού σταθμού που εκμεταλλεύεται η αιτούσα, κειμένου, με το οποίο γνωστοποιείται η επιβολή του ανωτέρω προστίμου. Όπως ευθέως συνάγεται από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., καθώς και από το Πρακτικό της 162ης Συνεδριάσεως του Ε.Σ.Ρ., κατά την οποία αποφασίσθηκε, έπειτα από ακρόαση των εκπροσώπων της αιτούσης εταιρείας, η επιβολή των επιμάχων διοικητικών κυρώσεων, οι κυρώσεις αυτές επεβλήθησαν επειδή, κατά τη διάρκεια των εκπομπών «Ζούγκλα» της 24.01.2002 και «Κίτρινος Τύπος» της 27.01.2002, μεταδόθηκαν, κατά παράβαση των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, στιγμιότυπα, ληφθέντα με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας» και, ειδικότερα, επειδή: α) Στην πρώτη από τις αναφερθείσες εκπομπές («Ζούγκλα» της 24.01.2002) παρουσιάσθηκαν μαγνητοσκοπημένα αυτοτελή οπτικοακουστικά θέματα (βίντεο), τα οποία είχαν ληφθεί όλα με την χρήση «κρυφής κάμερας». Τα βίντεο αυτά περιελάμβαναν τρεις λήψεις. Στην πρώτη από αυτές εμφανίζεται ο παρεμβαίνων Αλέξανδρος Χρυσανθακόπουλος, τότε βουλευτής Αχαΐας, να εισέρχεται σε κατάστημα τυχερών παιγνιδιών της Πάτρας και να παίζει σε δύο μηχανήματα, με τη δεύτερη έχει μαγνητοσκοπηθεί συνάντηση του ίδιου βουλευτή με συνεργάτες του παρουσιαστή της εκπομπής, οι οποίοι προβάλλουν στο βουλευτή την πρώτη λήψη και στην τρίτη έχει μαγνητοσκοπηθεί συνάντηση του βουλευτή με τον παρουσιαστή της εκπομπής στο γραφείο του τελευταίου. β) Στη δεύτερη από τις ανωτέρω εκπομπές («Κίτρινος Τύπος » της 27.1.2002) προβλήθηκαν εκ νέου τα βίντεο που είχαν μαγνητοσκοπηθεί με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας». Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά και εν όψει των οριζομένων στις κρίσιμες διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., υπό το φως των οποίων είναι ερμηνευτέες και οι παρατεθείσες στην ενδέκατη σκέψη νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις, η κρίση του Ε.Σ.Ρ., κατά την οποία συνιστά παράβαση των κανόνων που διέπουν την λειτουργία των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών η μετάδοση, κατά τη διάρκεια των ως άνω εκπομπών, εικόνων, οι οποίες ελήφθησαν με κρυφά μέσα και έχουν ως κύριο θέμα συγκεκριμένο πρόσωπο, δηλαδή τον ήδη παρεμβαίνοντα Αλέξανδρο Χρυσανθακόπουλο, αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς. Κατά συνέπεια, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η εν λόγω κρίση του Ε.Σ.Ρ. έχει διατυπωθεί κατά παράβαση των άρθρων 9, 15 παράγραφοι 1 και 2 και 25 του Συντάγματος και 10 της Ε.Σ.Δ.Α. είναι, στο σύνολό τους, απορριπτέοι. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση του Ε.Σ.Ρ. έχει εκδοθεί κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α και αιτιολογείται, εν γένει, πλημμελώς, διότι, τόσο η μετάδοση της ειδήσεως ότι ο παρεμβαίνων Αλέξανδρος Χρυσανθακόπουλος εισήλθε σε κατάστημα τυχερών παιγνιδιών της Πάτρας και έπαιξε στα λειτουργούντα στο κατάστημα αυτό μηχανήματα, όσο και η προβολή των σχετικών εικόνων, καθώς και εικόνων από τις συναντήσεις του ανωτέρω παρεμβαίνοντος με τον παρουσιαστή των επίμαχων εκπομπών και με συνεργάτες του τελευταίου, δικαιολογούνται, έστω και αν οι προβληθείσες εικόνες ελήφθησαν με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας», από εύλογο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον και επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, εν όψει της ιδιότητος του Αλέξανδρου Χρυσανθακόπουλου, ο οποίος ήταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, βουλευτής και πρόεδρος διακομματικής επιτροπής που είχε συγκροτηθεί από τη Βουλή των Ελλήνων προς μελέτη του κοινωνικού προβλήματος της ευρείας διαδόσεως των ηλεκτρονικών τυχερών παιγνιδιών. Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά το μέρος που αναφέρεται στη μετάδοση της ανωτέρω ειδήσεως, είναι, κατά την γνώμη του Προέδρου, των Συμβούλων Π. Πικραμμένου, Ν. Σκλία, Α. Θεοφιλοπούλου, Α. Συγγούνα, Α. Γκότση, Ν. Μαρκουλάκη, Δ. Μαρινάκη, Σ. Χαραλάμπους, Π. Κοτσώνη, Κ. Βιολάρη, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Π. Καρλή και Δ. Γρατσία, προς την γνώμη των οποίων ετάχθη και η Πάρεδρος Μ. Τριπολιτσιώτη, απορριπτέος, προεχόντως ως ερειδόμενος επί ανακριβούς προϋποθέσεως· τούτο δε, διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, η προσβαλλομένη απόφαση του Ε.Σ.Ρ. δεν έχει εκδοθεί, όπως ευθέως συνάγεται από το κείμενο της αποφάσεως αυτής, καθώς και από το πρακτικό της κρίσιμης συνεδριάσεως του Ε.Σ.Ρ., κατ’ επίκληση της μεταδόσεως της ειδήσεως, στην οποία αναφέρεται η αιτούσα, αλλά κατ’ επίκληση, αποκλειστικώς και μόνον, της μεταδόσεως, κατά τη διάρκεια των επίμαχων εκπομπών, των εικόνων που είχαν ληφθεί με κρυφά μέσα και απετέλεσαν την πηγή της ειδήσεως. Κατά δε το μέρος που προβάλλεται ότι, για τους εκτεθέντες λόγους δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος και δημοσίου συμφέροντος, ήταν δικαιολογημένη η προβολή των επίμαχων εικόνων, ο εξεταζόμενος λόγος είναι, κατά την αυτή ως άνω γνώμη, απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αιτούσα ούτε αμφισβητεί, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, ότι οι επίμαχες εικόνες ελήφθησαν με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας», ούτε προβάλλει, κατά τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο, ότι η μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως, στην οποία αναφέρεται, ήταν απολύτως αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής χωρίς την μετάδοση των εικόνων που απετέλεσαν την πηγή της και ελήφθησαν με κρυφά μέσα. Εν όψει των ανωτέρω, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι, τέλος, κατά την αυτή γνώμη, οι λόγοι ακυρώσεως περί εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως κατά παράβαση των άρθρων 3 παράγραφος 1 περίπτωση β’ του ν. 2328/1995, 7 και 9 παράγραφος 1 του Κανονισμού 1/1991 του Ε.Σ.Ρ. και 2 παράγραφος 3 του Κανονισμού 2/1991 του Ε.Σ.Ρ., όπως και ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον προβάλλεται ότι κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεώς του το Ε.Σ.Ρ. δεν έλαβε υπ’ όψη, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 παράγραφος 15 του ν. 2328/1995, τις αρχές δεοντολογίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, όπως εγκρίθηκαν με την από 19/20.5.1998 απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως της Ενώσεως Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (Ε.Σ.Η.Ε.Α.). Κατά τη γνώμη, εξ άλλου, των Συμβούλων Δ. Κωστόπουλου, Ν. Ρόζου, Μ. Καραμανώφ, Ι. Μαντζουράνη, Αικ. Χριστοφορίδου, Κ. Ευστρατίου και Ι. Γράβαρη, προς την οποίαν συνετάγη και ο Πάρεδρος Β. Ανδρουλάκης, οι ανωτέρω λόγοι ακυρώσεως είναι απορριπτέοι, εν όψει όσων αυτοί διατύπωσαν ανωτέρω, στην δωδέκατη σκέψη. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Σκαλτσούνη, Α. Καραμιχαλέλη, Ε. Αντωνόπουλου και Γ. Τσιμέκα, η κρινόμενη αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή, κατ΄ αποδοχή προβαλλομένου λόγου ακυρώσεως. Τούτο δε διότι, όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση του Ε.Σ.Ρ. ερείδεται αποκλειστικώς στο γεγονός ότι μεταδόθηκαν εικόνες που είχαν ληφθεί με κρυφά μέσα και απετέλεσαν την πηγή της ειδήσεως, χωρίς προηγούμενη κρίση επί του ζητήματος αν η μετάδοση της ειδήσεως με αποκλειστική ή κύρια πηγή τις πιο πάνω εικόνες συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν. Τέλος, κατά την γνώμη των Συμβούλων Θ. Παπαευαγγέλου, Δ. Πετρούλια, Α. Ράντου και Ι. Ζόμπολα, οι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι και έπρεπε να γίνουν δεκτοί. Τούτο δε διότι, η ακούσια λήψη και η εν συνεχεία τηλεοπτική προβολή της εικόνας δημοσίου προσώπου, δηλαδή βουλευτή, και μάλιστα προέδρου επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων για το κοινωνικό πρόβλημα της ευρείας διαδόσεως των ηλεκτρονικών τυχηρών παιγνίων, που ελήφθη σε προσιτό στο κοινό δημόσιο χώρο, δηλαδή σε κατάστημα, μάλιστα δε σε κατάστημα διενεργείας ηλεκτρονικών τυχηρών παιγνίων, ήταν υπό τις συντρέχουσες εν προκειμένω συνθήκες, επιτρεπτή, εφ΄ όσον απέβλεπε, κατά την περί τούτου αντίληψη και εκτίμηση του μέσου ενημερώσεως, που δεν είναι, κατ΄ αρχήν, δικαστικώς ελεγκτή, στην πληροφόρηση του κοινωνικού συνόλου για την συμπεριφορά του ως άνω δημοσίου προσώπου, που ήταν, κατά την αυτή εκτίμηση, αντίθετη προς εκείνη που επέβαλλε ο συγκεκριμένος δημόσιος ρόλος του. Υπό τις συγκεκριμένες δε συνθήκες, κατ΄ αντίθεση δε προς τα γενόμενα δεκτά από το Ε.Σ.Ρ., δεν υπερέβαινε τα τιθέμενα από την αρχή της αναλογικότητος όρια η εκτίμηση του μέσου ενημερώσεως ότι η προβολή της ανωτέρω εικόνας ήταν ο μόνος θεμιτός τρόπος πειστικής αναμεταδόσεως ειδήσεως, που άλλως θα κινδύνευε να θεωρηθεί και ως ανυπόστατη ή συκοφαντική.
14. Επειδή προβάλλεται, περαιτέρω, ότι οι επίμαχες διοικητικές κυρώσεις επεβλήθησαν κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητος και των οριζομένων στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του ν. 2328/1995, διότι, αφ’ ενός μεν δεν εκτιμήθηκε από το Ε.Σ.Ρ. η βαρύτητα της διαπιστωθείσης από αυτό παραβάσεως, αφ’ ετέρου δε δεν μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση του Ε.Σ.Ρ. συγκεκριμένα στοιχεία, ως προς την τηλεθέαση που συγκέντρωσαν οι επίμαχες εκπομπές και ως προς το ύψος της πραγματοποιηθείσης από την αιτούσα επενδύσεως. Ο λόγος είναι απορριπτέος, κατά μεν το πρώτο σκέλος του, διότι από την προσβαλλομένη πράξη και το πρακτικό της κρίσιμης συνεδριάσεως του Ε.Σ.Ρ. ευθέως προκύπτει ότι ελήφθη υπ’ όψη η βαρύτητα της διαπιστωθείσης από το Ε.Σ.Ρ. παραβάσεως, κατά δε το δεύτερο σκέλος του, διότι η έλλειψη μνείας στοιχείων, ως προς την τηλεθέαση των επιμάχων εκπομπών και το ύψος της πραγματοποιηθείσης από την αιτούσα επενδύσεως δεν καθιστούν πλημμελή την επιμέτρηση των επιβληθεισών διοικητικών κυρώσεων, λαμβανομένου, ιδίως, υπ’ όψη αφ’ ενός μεν ότι, όπως εκτίθεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Ε.Σ.Ρ., είχαν και στο παρελθόν επιβληθεί κυρώσεις για «ανάλογη μετάδοση» από τον ίδιο τηλεοπτικό σταθμό, αφ’ ετέρου δε ότι οι διατάξεις του άρθρου 4 παράγραφος 1 του ν. 2328/1995 προβλέπουν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων κατά πολύ αυστηροτέρων από εκείνες που επεβλήθησαν εν προκειμένω.
15. Επειδή προβάλλεται ότι, λόγω της σοβαρότητος, από ηθικής και οικονομικής πλευράς, των συνεπειών που επάγονται οι επιβληθείσες διοικητικές κυρώσεις, η αιτιολογία της επιβολής τους θα έπρεπε να εκτίθεται, κατά τα κύρια σημεία της, στο σώμα της προσβαλλομένης αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ. Προβάλλεται, επίσης, ότι στο σώμα της προσβαλλομένης αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ. δεν παρατίθενται ούτε οι σκέψεις του μέλους Ν. Κουλούρη, κατ’ επίκληση των οποίων το μέλος αυτό μειοψήφησε, ως προς το είδος της επιβλητέας διοικητικής κυρώσεως, ούτε οι σκέψεις κατ’ επίκληση των οποίων ορισμένα μέλη του Ε.Σ.Ρ. απέσχον της ψηφοφορίας. Οι λόγοι, όμως, αυτοί είναι, όπως προβάλλονται, απορριπτέοι, διότι ουδεμία διάταξη ή αρχή επιβάλλει, μάλιστα δε επί ποινή ακυρότητος της προσβαλλομένης αποφάσεως, την μνεία, στο σώμα της αποφάσεως αυτής, των στοιχείων, στα οποία αναφέρεται η αιτούσα. Εν πάση δε περιπτώσει, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ. είναι δεκτική συμπληρώσεως από άλλα στοιχεία του φακέλου και, ειδικότερα, από τα προκύπτοντα από το πρακτικό της κρίσιμης συνεδριάσεως του Ε.Σ.Ρ. Από το ίδιο πρακτικό προκύπτει, εξ άλλου, ότι ο Ν. Κουλούρης αιτιολόγησε την κρίση του, ως προς το είδος της επιβλητέας κυρώσεως, με σκέψη που παρατίθεται στο εν λόγω πρακτικό, καθώς και ότι τα μέλη του Ε.Σ.Ρ. που απέσχον της ψηφοφορίας δεν αιτιολόγησαν ειδικώς την αποχή τους.
16. Επειδή, τέλος, οι λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι ερείδονται επί της εκδοχής ότι οι επίμαχες διοικητικές κυρώσεις επεβλήθησαν τελικώς στην αιτούσα με την έκδοση της αποφάσεως 3156/Ε/11.2.2003 του Υπουργού Τύπου και Μ.Μ.Ε., είναι απορριπτέοι, προεχόντως διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα στην ένατη σκέψη, τελική πράξη επιβολής των κυρώσεων αυτών στην αιτούσα είναι η προσβαλλομένη απόφαση του Ε.Σ.Ρ.
17. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, καθώς και η παρέμβαση, την οποία άσκησαν η ανώνυμη εταιρεία «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.» και ο Κωνσταντίνος Γιαννίκος και να γίνει δεκτή η παρέμβαση την οποία άσκησε ο Αλέξανδρος Χρυσανθακόπουλος.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.
Δέχεται την ασκηθείσα από τον Αλέξανδρο Χρυσανθακόπουλο παρέμβαση.
Απορρίπτει την ασκηθείσα από την ανώνυμη εταιρεία «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.» και τον Κωνσταντίνο Γιαννίκο παρέμβαση.
Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει, συμμέτρως, στην αιτούσα εταιρεία, αφ’ ενός και στους παρεμβαίνοντες «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.» και Κωνσταντίνο Γιαννίκο, αφ’ ετέρου, τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ, καθώς και τη δικαστική δαπάνη του παρεμβαίνοντος Αλέξανδρου Χρυσανθακόπουλου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εξακοσίων σαράντα (640) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2007, 11 Δεκεμβρίου 2007, 30 Σεπτεμβρίου 2008 και 2 Οκτωβρίου 2008
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Γ. Παναγιωτόπουλος Δ. Μουζάκη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16ης Απριλίου 2010.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Π. Πικραμμένος Δ. Μουζάκη
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος Ο Γραμματέας
1
-1-
Αριθμός 1213/2010
./.
Κ.Β. (Δ)
./.
./.
