ΣτΕ 1592/2010, Α΄τμ. 7μ.,ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΔΔ, ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ, ΕΦΕΣΗ, επι απλής ομοδικίας , εφόσον η απόφαση είναι οριστική για κάποιους ομοδίκους και μη οριστική για άλλους, δεν εφαρμόζεται το αρθ.83 του ΚΔΔ , αλλά ο ομόδικος για τον οποίο έχει κατ

ΣΤΕ

Ασκηση ένδικου μέσου κατά εν μέρει οριστικής απόφασης από άλλο ομόδικο ως προς τον οποίο η απόφαση κρίνει οριστικά.
Αριθμός 1592/2010

Αριθμός 1592/2010
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2008, με την εξής σύνθεση: Γ. Ανεμογιάννης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Ε. Δανδουλάκη, Δ. Σκαλτσούνης, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Σύμβουλοι, Α. Καλογεροπούλου, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.
Για να δικάσει την από 21 Ιουλίου 2005 αίτηση:
του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Γ. Κωνσταντόπουλο (Α.Μ. 12503), που τον διόρισε με πληρεξούσιο, και τον δικηγόρο Απ. Γεωργιάδη (Α.Μ. 1507), που τον διόρισε στο ακροατήριο, οι οποίοι συμπαρίστανται,
κατά των: 1) Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Α. Ανδρουλιδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 2) Κοινοπραξίας με την επωνυμία «Ελευθέριος Γ. Κοκκινάκης-Δήλος Κυκλοφοριακή Α.Τ.Ε.», που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής (Λεωφ. Αλίμου 52), 3) Ελευθερίου Κοκκινάκη, κατοίκου Αλίμου Αττικής (Λεωφ. Αλίμου 52), 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Δήλος Κυκλοφοριακή Α.Τ.Ε.», που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής (Λεωφ. Αλίμου 52), οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Γ. Καρύδη (Α.Μ. 14278), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Δήμος επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 2008/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους του αναιρεσείοντος Δήμου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση, τον αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου και τον πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά το νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου (άρθρα 36 παρ. 1 π.δ. 18/1989 – Α΄ 8, 304 π.δ. 410/1995 – Α΄ 231), ζητείται η αναίρεση της 2008/2005 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων κατά της 10648/2003 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή αποζημίωσης κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα των λοιπών πλην του Δημοσίου αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που η αγωγή στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ είχε αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης κατά το μέρος που η αγωγή στρεφόταν κατά του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων και είχε διαταχθεί η διεξαγωγή αποδείξεων.
2. Επειδή, ο Πρόεδρος του Τμήματος με την 5761/2005/27.02.2006 πράξη του εισήγαγε την υπόθεση προς συζήτηση στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος λόγω της σπουδαιότητάς της (άρθρο 14 παρ. 5 εδ. α΄ π.δ. 18/1989).
3. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, η αναιρεσίβλητη Κοινοπραξία «Ελευθέριος Γ. Κοκκινάκης – Δήλος Κυκλοφοριακή Α.Τ.Ε.» και τα επίσης αναιρεσίβλητα μέλη αυτής Ελευθέριος Κοκκινάκης και «Δήλος Κυκλοφοριακή Α.Τ.Ε.» άσκησαν την από 7.5.1999 αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων και κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως εις ολόκληρων συνοφειλετών (άρθρο 926 Α.Κ.). Με την αγωγή αυτή, επικαλούμενοι παράνομες, κατά τους ισχυρισμούς τους, πράξεις οργάνων των εναγόμενων νομικών προσώπων, ζήτησαν, κατόπιν μετατροπής του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι τα εναγόμενα είχαν εις ολόκληρον υποχρέωση να τους καταβάλουν αποζημίωση ύψους 1.328.052.026 δραχμών για θετικές ζημίες και 17.257.904.243 δραχμών για διαφυγόντα κέρδη, άλλως 440.722.919 δραχμών λόγω αρνητικού διαφέροντος. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών με την 7317/2000 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου με την αιτιολογία ότι η σώρευση δύο αγωγών (κατά του Δήμου Αθηναίων και του Δημοσίου) στο ίδιο δικόγραφο δεν ήταν επιτρεπτή. Όσον αφορά το Δήμο Αθηναίων, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι το ασκηθέν ένδικο βοήθημα δεν είχε χαρακτήρα αγωγής αλλά προσφυγής, με την οποία επιδιωκόταν η επίλυση διαφοράς από διοικητική σύμβαση, και το παρέπεμψε λόγω αρμοδιότητας στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Το Διοικητικό Εφετείο με την 6173/2001 απόφασή του έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο να δικάσει το ένδικο βοήθημα, το οποίο χαρακτήρισε ως αγωγή κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, και το ανέπεμψε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο, με την 10648/2003 απόφασή του, δέχθηκε ότι, κατά το μέρος που η αγωγή στρεφόταν κατά του Δημοσίου, υπήρχε δεδικασμένο από την 7317/2000 απόφασή του, διότι με την απόφαση αυτή, που ήταν κατά τούτο οριστική και υπέκειτο σε ένδικα μέσα, η αγωγή είχε απορριφθεί ως προς το εναγόμενο Δημόσιο ως απαράδεκτη, όπως δε προέκυπτε από την 1291/21.1.2003 βεβαίωση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, μέχρι τις 20.1.2003 δεν είχε ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της ανωτέρω απόφασης (7317/2000) του Διοικητικού Πρωτοδικείου, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί τελεσίδικη. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο δέχθηκε περαιτέρω με την 10648/2003 απόφασή του ότι η 6173/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου ανέπεμψε την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο κατά το ίδιο και μόνο μέρος ως προς το οποίο η υπόθεση είχε παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο με την 7317/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, δηλαδή μόνον όσον αφορά το μέρος της αγωγής που στρεφόταν κατά του Δήμου Αθηναίων και όχι ως προς το απορριφθέν μέρος της που στρεφόταν κατά του Δημοσίου. Με την αιτιολογία αυτή κρίθηκε με την 10648/2003 πρωτόδικη απόφαση ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν ενομιμοποιείτο παθητικώς στη δίκη και ότι η παράστασή του έπρεπε να κηρυχθεί άκυρη. Κατόπιν τούτων, όπως αναφέρεται στο διατακτικό της απόφασης, απορρίφθηκε η αγωγή «κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου». Κατά το μέρος, εξ άλλου, που η αγωγή στρεφόταν κατά του Δήμου Αθηναίων, το Διοικητικό Πρωτοδικείο με την 10648/2003 απόφαση διέταξε αποδείξεις. Ο αναιρεσείων Δήμος άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι με την πρωτόδικη απόφαση δεν είχε γίνει οριστική διάγνωση της διαφοράς και ότι με την έκδοσή της το Διοικητικό Πρωτοδικείο δεν είχε αποξενωθεί πλήρως από την εξουσία του επί του συνόλου της υπόθεσης. Λόγω δε του ότι η πρωτόδικη απόφαση περιείχε οριστικές και μη οριστικές διατάξεις, αυτή δεν μπορούσε, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, να προσβληθεί με έφεση ούτε ως προς τις οριστικές διατάξεις, αλλά μπορούσε, και ως προς αυτές, να συμπροσβληθεί παραδεκτώς μόνο μαζί με τη μεταγενεστέρως εκδοθείσα 12658/2004 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ασκηθείσα κατά του Δήμου Αθηναίων αγωγή και περατώθηκε η δίκη στον πρώτο βαθμό. Με τις σκέψεις αυτές το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση.
4. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αμφισβητείται η ορθότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η έφεση του Δήμου Αθηναίων ως προς το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης που αφορούσε την απόρριψη της αγωγής κατά του Δημοσίου. Για το ζήτημα αυτό θέση νικήσαντος διαδίκου στην κατ’ έφεση δίκη, ο οποίος επιδιώκει τη διατήρηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που αυτή προσβάλλεται και, επομένως, νομιμοποιείται παθητικώς ως αναιρεσίβλητος, επέχει μόνο το Ελληνικό Δημόσιο (πρβ. Σ.τ.Ε. 3685/1991, 656/1989). Συνεπώς, η αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
5. Επειδή, στο άρθρο 83 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι «Προσβαλλόμενες αποφάσεις. 1. Σε ένδικα μέσα υπόκεινται μόνο οι οριστικές αποφάσεις. Με την προσβολή τους θεωρείται ότι συμπροσβάλλονται και όλες οι μη οριστικές. Κατ’ εξαίρεση, σε ανακοπή ερημοδικίας και σε αίτηση διόρθωσης ή ερμηνείας υπόκεινται και οι μη οριστικές αποφάσεις. 2. …». Στο περί δυνητικής ομοδικίας άρθρο 115 του Κώδικα ορίζεται ότι «1. … . 2. Κατά περισσότερων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μπορεί να ασκηθεί κοινή προσφυγή, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη του ενός έχει ενσωματωθεί στην πράξη ή την παράλειψη του άλλου ή κοινή αγωγή, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνδέονται με κοινή υποχρέωση ή οι υποχρεώσεις τους πηγάζουν από την ίδια νομική και πραγματική αιτία. 3. … 4. [αναριθμήθηκε από 3 σε 4 με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 2944/2001 – Α΄ 222] Η δυνητική ομοδικία δεν επηρεάζει τις ουσιαστικές έννομες σχέσεις των ομοδίκων. Οι διαδικαστικές πράξεις του ενός δεν ωφελούν ούτε βλάπτουν τους άλλους. 5. …». Τέλος, στο περί αναγκαστικής ομοδικίας άρθρο 116 του ίδιου Κώδικα ορίζονται τα εξής: «1. Περισσότεροι ομοδικούν αναγκαστικώς, εφόσον: α) η διαφορά από τη φύση της επιδέχεται μόνο ενιαία ρύθμιση, ή β) η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται, σύμφωνα με το νόμο, σε όλους τους ομοδίκους ή γ) κατά το νόμο, συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα μόνο από κοινού μπορεί να ασκηθεί από αυτούς ή κατ’ αυτών, ή δ) λόγω των συνθηκών της συγκεκριμένης διαφοράς, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις. 2. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 926 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) (π.δ. 456/1984 – Α΄ 164) ορίζεται ότι «Αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν για την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται εις ολόκληρον. …», ενώ στο άρθρο 927 ορίζεται ότι «Εκείνος που κατά το προηγούμενο άρθρο κατέβαλε ολόκληρη την αποζημίωση έχει δικαίωμα αναγωγής κατά των λοιπών. Το δικαστήριο προσδιορίζει το μέτρο της μεταξύ τους ευθύνης ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος καθενός. Αν δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο βαθμός αυτός, η ζημία κατανέμεται μεταξύ όλων σε ίσα μέρη».
6. Επειδή, όταν ένδικο βοήθημα ή μέσο ασκείται από περισσότερους ή κατά περισσοτέρων, οι οποίοι ενώνονται με δεσμό δυνητικής [«απλής», κατά την ορολογία του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.)] ομοδικίας, δημιουργούνται πλείονες αυτοτελείς έννομες σχέσεις δίκης, η δε κρίση του δικαστηρίου ως προς κάποιον από τους ομοδίκους δεν επηρεάζει την έκβαση της υπόθεσης ως προς τους λοιπούς, όπως ορίζεται στην παρ. 4 του άρθρου 115 του Κ.Δ.Δ. Αν, συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο αποφανθεί τελειωτικά για κάποιον ή κάποιους από τους δυνητικούς ομοδίκους και ως προς τους λοιπούς αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. διότι τάσσει αποδείξεις ή συμπλήρωση αποδείξεων), η απόφασή του, κατά το μέρος με το οποίο δέχεται ή απορρίπτει το ένδικο βοήθημα ή μέσο ως προς ορισμένους από τους δυνητικούς ομοδίκους, υπόκειται σε ένδικα μέσα χωρίς να εφαρμόζεται ο δικονομικός κανόνας που προβλέπει ότι, αν η απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν χωρεί ένδικο μέσο ούτε κατά των οριστικών διατάξεων αυτής. Τούτο, διότι ο κανόνας αυτός αναφέρεται στην περίπτωση που η εν μέρει οριστική απόφαση αφορά την ίδια έννομη σχέση δίκης, δηλαδή τη δίκη ως προς κάποιον από τους δυνητικούς ομοδίκους, χωρίς η απόφαση αυτή να αποφαίνεται τελειωτικά επί της δίκης αυτής και μόνο (πρβ. ΣτΕ 2910/1984 Ολομ., πρβ. επίσης Α.Π. 1327/2006, 651/2004, 7/2003).
7. Επειδή εν προκειμένω, ο Δήμος Αθηναίων και το Ελληνικό Δημόσιο ενήχθησαν ως συνοφειλέτες εις ολόκληρον (άρθρο 926 Α.Κ.) για παράνομες πράξεις οργάνων τους και, συγκεκριμένα, το Δημόσιο διότι θεσμοθέτησε αντισυνταγματικές διατάξεις νόμου, ενώ ο Δήμος Αθηναίων διότι εξέδωσε διοικητικές πράξεις κατ’ εφαρμογή των εν λόγω αντισυνταγματικών διατάξεων, με αποτέλεσμα, κατά τους ενάγοντες, να τους προκληθεί ζημία. Mε τα δεδομένα αυτά, η σχέση ομοδικίας που ενώνει τους εναγομένους είναι αυτή της δυνητικής (απλής) ομοδικίας του άρθρου 115 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. (αντίστοιχου του άρθρου 74 του Κ.Πολ.Δ.), ως από κοινού υπόχρεους για την αποκατάσταση της ίδιας ζημίας (πρβ. Α.Π. 245/2006, 1370/2005). Ενόψει τούτων, η απόρριψη της ένδικης αγωγής έναντι του Δημοσίου ως δυνητικού ομοδίκου με οριστική διάταξη της πρωτόδικης απόφασης (10648/2003 Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών) συνιστούσε κρίση τελειωτική και υπέκειτο αυτοτελώς σε προσβολή με έφεση. Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία κρίθηκαν τα αντίθετα, είναι αναιρετέα κατά το μέρος που αφορά το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση.
8. Επειδή, μετά την αναίρεση κατά το πιο πάνω μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης και με δεδομένο ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, το Δικαστήριο πρέπει να δικάσει την έφεση του αναιρεσείοντος Δήμου κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά του Δημοσίου.
9. Επειδή, στο άρθρο 12 του Κ.Δ.Δ. ορίζεται ότι «1. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητά του. 2. Αν το δικαστήριο διαπιστώσει ότι η υπόθεση υπάγεται στα πολιτικά – ποινικά δικαστήρια, απορρίπτει το σχετικό ένδικο βοήθημα ή μέσο, ενώ, αν διαπιστώσει ότι αυτή υπάγεται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή σε άλλο τακτικό διοικητικό δικαστήριο, παραπέμπει το ένδικο βοήθημα ή μέσο στο αρμόδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση της παραπομπής, η απόφαση είναι υποχρεωτική για το ισόβαθμο ή κατώτερο δικαστήριο. 3. Αν η απόφαση για την παραπομπή είναι του πρωτοδικείου ή του εφετείου, αυτή δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικο μέσο». Στο άρθρο 97 παρ. 2 ορίζεται ότι «Η έλλειψη δικαιοδοσίας, η αναρμοδιότητα και η μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εξετάζεται από το δευτεροβάθμιο και αυτεπαγγέλτως». Τέλος, στο άρθρο 197 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι «Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. …».
10. Επειδή, όπως προκύπτει από την 7317/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, σιωπηρώς, ότι ήταν αρμόδιο για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής κατά το μέρος που αυτή στρεφόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου και με οριστική διάταξη την απέρριψε κατά το μέρος τούτο ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους (μη παραδεκτή σώρευση στο ίδιο δικόγραφο δύο αγωγών), ενώ κατά τα λοιπά, δηλαδή κατά το μέρος που η αγωγή στρεφόταν κατά του Δήμου Αθηναίων, την παρέπεμψε στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών για να δικαστεί ως προσφυγή θεωρώντας ότι επρόκειτο για διαφορά από διοικητική σύμβαση. Η ανωτέρω κρίση του Διοικητικού Πρωτοδικείου ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά του Δημοσίου ήταν τελειωτική, με συνέπεια να τερματιστεί η εκκρεμοδικία κατά το μέρος τούτο και να καταστεί τελεσίδικη η εκδοθείσα απόφαση (7317/2000) λόγω μη άσκησης ένδικων μέσων, όπως βεβαιώνεται με την 10648/2003 πρωτόδικη απόφαση και δεν αμφισβητείται με την έφεση. Με το κύριο δικόγραφο της έφεσης προβάλλεται ότι το Διοικητικό Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε η αγωγή από το Διοικητικό Πρωτοδικείο με την 7317/2000 απόφασή του, είχε κατά το άρθρο 97 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. υποχρέωση, ανεξαρτήτως αν υπήρχε λόγος έφεσης, να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη ή μη δικής του αρμοδιότητας επί της αγωγής εν όλω και ότι με την εκδοθείσα απόφασή του (6173/2001) το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ως εσφαλμένη την εκκληθείσα (δηλαδή την 7317/2000) απόφαση, την εξαφάνισε στο σύνολό της και όχι μόνο κατά το μέρος που αυτή έκρινε επί της διαφοράς μεταξύ της Κοινοπραξίας και του Δήμου Αθηναίων. Ο λόγος αυτός εφέσεως είναι απορριπτέος, γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η 6173/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, ενώ, όπως εκτέθηκε, η υπόθεση ήχθη ενώπιον του Διοικητικού αυτού Εφετείου κατόπιν παραπομπής με την 7317/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και μόνο κατά το μέρος που παραπέμφθηκε με την εν λόγω απόφαση, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που το ασκηθέν ένδικο βοήθημα στρεφόταν κατά του Δήμου Αθηναίων.
11. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω με το κύριο δικόγραφο της έφεσης ότι το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών με την 6173/2001 απόφασή του εξαφάνισε την 7317/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και, επομένως, το Διοικητικό Πρωτοδικείο μετά την αναπομπή της υπόθεσης σ’ αυτό όφειλε να εξετάσει την αγωγή και ως προς το Δημόσιο, δοθέντος ότι το Διοικητικό Εφετείο δεν έκρινε απαράδεκτη την παράσταση και συμμετοχή εκπροσώπου του Δημοσίου στη δίκη ενώπιόν του ούτε διέταξε την αποβολή του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι, ανεξαρτήτως αν ορθώς ή όχι το Διοικητικό Εφετείο επέτρεψε την ενώπιόν του παράσταση του Ελληνικού Δημοσίου, με την ως άνω απόφασή του (6173/2001), που εκδόθηκε κατόπιν παραπομπής της υπόθεσης μόνον ως προς το μέρος που αφορούσε το Δήμο Αθηναίων, ούτε την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου εξαφάνισε ούτε, άλλωστε, είχε την εξουσία να κρίνει οπωσδήποτε την υπόθεση ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή κατά το μέρος της που είχε κριθεί τελειωτικά με την 7317/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.
12. Επειδή, με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης προβάλλεται περαιτέρω ότι η πρωτόδικη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 7317/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου ως προς το μη παραδεκτό της αγωγής κατά του Δημοσίου, δεδομένου ότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκρινε εαυτό αναρμόδιο για να δικάσει την υπόθεση και την παρέπεμψε στο Διοικητικό Εφετείο, ήταν δε ως εκ τούτου αναρμόδιο να κρίνει επί του παραδεκτού της αγωγής ως προς το Δημόσιο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, επίσης ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Διοικητικό Πρωτοδικείο με την ως άνω απόφασή του έκρινε εαυτό αναρμόδιο μόνο κατά το μέρος που η ασκηθείσα αγωγή στρεφόταν κατά του Δήμου Αθηναίων και όχι κατά του Δημοσίου.
13. Επειδή, τέλος, προβάλλεται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης ότι κατά το άρθρο 12 παρ. 3 του Κ.Δ.Δ. η απόφαση περί παραπομπής δεν υπόκειται αυτοτελώς σε ένδικα μέσα και, επομένως, η 7317/2000 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί με ένδικα μέσα, όπως έγινε δεκτό με την 10648/2003 πρωτόδικη απόφαση, και, επομένως, να καταστεί τελεσίδικη. Συναφώς προβάλλεται ότι δεν μπορούσε να παραχθεί δεδικασμένο ως προς το παραδεκτό της αγωγής κατά του Δημοσίου, διότι «το ζήτημα του παραδεκτού της παράστασης του Ελληνικού Δημοσίου δεν τελούσε σε αναγκαία συνάρτηση με το κύριο ζήτημα της αρμοδιότητας που κρίθηκε από την υπ’ αριθμ. 7317/2000 απόφαση». Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η τελειωτική κρίση του Διοικητικού Πρωτοδικείου περί του παραδεκτού της αγωγής κατά του Δημοσίου είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την κρίση του για την παραπομπή της υπόθεσης λόγω αρμοδιότητας στο Διοικητικό Εφετείο ως προς το Δήμο Αθηναίων. Συνεπώς, η ως άνω τελειωτική κρίση του Διοικητικού Πρωτοδικείου ως προς το Δημόσιο υπέκειτο αυτοτελώς σε ένδικα μέσα, καθιστάμενη τελεσίδικη σε περίπτωση μη άσκησής τους. Τέλος, δεν τίθεται ζήτημα συνάρτησης της αυτοτελούς κρίσης του Διοικητικού Πρωτοδικείου σχετικά με το παραδεκτό της αγωγής ως προς το Δημόσιο με την επίσης αυτοτελή κρίση του ίδιου Διοικητικού Πρωτοδικείου ως προς την παραπομπή της υπόθεσης στο Διοικητικό Εφετείο ως προς το Δήμο Αθηναίων, δεδομένου ότι η κρίση του Διοικητικού Πρωτοδικείου για το παραδεκτό της αγωγής συναρτάται μόνο προς το συμπέρασμα της απόφασης 7317/2000 του δικαστηρίου τούτου που αφορά την απόρριψη της αγωγής έναντι του Δημοσίου και όχι προς το συμπέρασμά της που αφορά την παραπομπή της υπόθεσης στο Διοικητικό Εφετείο ως προς τον Δήμο Αθηναίων.
14. Επειδή, ύστερα από όσα έγιναν δεκτά στις προηγούμενες σκέψεις, πρέπει να απορριφθεί η έφεση του Δήμου Αθηναίων κατά της 10648/2003 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που η έφεση αυτή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Το Δικαστήριο όμως, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο Δήμος Αθηναίων πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα της κατ’ έφεση δίκης (άρθρο 275 παρ. 1 Κ.Δ.Δ.).
15. Επειδή, κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος τούτο, να απορριφθεί δε η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των λοιπών αναιρεσιβλήτων. Ακολούθως, πρέπει να δικαστεί και να απορριφθεί η έφεση του Δήμου Αθηναίων κατά της 10648/2003 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που η έφεση αυτή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Διά ταύτα
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Απορρίπτει την αίτηση κατά το μέρος που στρέφεται κατά των Κοινοπραξίας «Ελευθέριος Γ. Κοκκινάκης – Δήλος Κυκλοφοριακή Α.Τ.Ε.», Ελευθερίου Κοκκινάκη και Ανώνυμης Εταιρείας «Δήλος Κυκλοφοριακή Α.Τ.Ε.».
Αναιρεί κατά το άνω μέρος την 2008/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση, δικάζει και απορρίπτει την έφεση του Δήμου Αθηναίων κατά της 10648/2003 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το μέρος που η έφεση στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Επιβάλλει στο Ελληνικό Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του Δήμου Αθηναίων για την αναιρετική δίκη, δαπάνη που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.
Επιβάλλει στο Δήμο Αθηναίων τη δικαστική δαπάνη των Κοινοπραξίας «Ελευθέριος Γ. Κοκκινάκης – Δήλος Κυκλοφοριακή Α.Τ.Ε.», Ελευθερίου Κοκκινάκη και Ανώνυμης Εταιρείας «Δήλος Κυκλοφοριακή Α.Τ.Ε.» για την αναιρετική δίκη, δαπάνη που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Απαλλάσσει το Δήμο Αθηναίων από τα δικαστικά έξοδα της κατ’ έφεση δίκης.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 21 Απριλίου 2008
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος   Η Γραμματέας