Αριθμός 2774/1999
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 1999 με την εξής σύνθεση : Ν. Παπαδημητρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α Τμήματος, Γ. Παναγιωτόπουλος, Θ. Παπαευαγγέλου, Ειρ. Σαρπ, Ν. Μαρκουλάκης, Σύμβουλοι, Δ. Σκαλτσούνης, Τ. Κόμβου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ευαγ. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α Τμήματος.
Γ ι α να δικάσει την από 27ης Οκτωβρίου 1994 αίτηση:
τ ω ν Υπουργών : 1) Οικονομικών και 2) Γεωργίας, οι οποίοι παρέστησαν με τον Ιωάννη Χαλκιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κ α τ ά του Βασιλείου Ιωάννου Τζάλλα, κατοίκου Αμφιθέας Ιωαννίνων, ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αθανάσιο Λιούμα (Α.Μ. 1196), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή οι Υπουργοί επιδιώκουν να αναιρεθεί η 157/1994 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητού, Παρέδρου Δ. Σκαλτσούνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο των Υπουργών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε
σε διάσκεψη, σε αίθουσα του δικαστηρίου, κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, που ασκείται κατά το νόμο ατελώς και χωρίς την καταβολή παραβόλου, ζητείται παραδεκτώς η αναίρεση της 157/1994 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία το δικαστήριο τούτο δέχτηκε έφεση του αναιρεσιβλήτου Βασιλείου Τζάλλα κατά της 293/1991 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε και δέχτηκε αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει ως αποζημίωση νομιμοτόκως το ποσό των 2.324.000 δραχμών.
2. Επειδή η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την 1693/1998 απόφασή του υπό πενταμελή σύνθεση (άρθρο 14 παρ. 5 π.δ. 18/1989 – Α 8).
3. Επειδή στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ. Ν.Α.Κ.) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει χάριν του γενικού συμφέροντος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του παρέχεται στις περιπτώσεις ευθύνης του Δημοσίου όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που εκτελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξ αιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (πρβλ. Α.Ε.Δ. 5/1995).
4. Επειδή εξ άλλου, στο άρθρο 285 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) με παράτιτλο “Κατάσταση ανάγκης” ορίζεται ότι δεν αποτελεί παράνομη πράξη η καταστροφή αλλοτρίου πράγματος, εφ’ όσον καθίσταται αναγκαία για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου που επαπειλεί δυσαναλόγως μεγαλύτερη ζημία στον επιχειρήσαντα την καταστροφή ή σε άλλον. Στο επόμενο άρθρο 286 ορίζεται ότι αυτός που επιχείρησε την καταστροφή κατά το προηγούμενο άρθρο ευθύνεται σε αποζημίωση αν ο κίνδυνος προκλήθηκε από υπαιτιότητά του, σε κάθε δε άλλη περίπτωση μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να καταδικαστεί σε εύλογη αποζημίωση. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, αφ’ ενός μεν δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρισθεί ως παράνομη πράξη των οργάνων του Δημοσίου, με την οποία καταστρέφεται αλλότριο πράγμα, αν η πράξη αυτή είναι αναγκαία για την αποτροπή επικειμένου κινδύνου που απειλεί να προκαλέσει δυσαναλόγως μεγαλύτερη ζημία στο κοινωνικό σύνολο και, κατά συνέπεια, ελλειπούσης της προϋποθέσεως του παρανόμου, δεν είναι δυνατόν να ενεργοποιηθεί η διάταξη του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. Αφ’ ετέρου όμως είναι δυνατόν, στην περίπτωση αυτή, να καταδικασθεί το Δημόσιο να αποζημιώσει τον παθόντα
Όασύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 286 του Α.Κ.
5. Επειδή από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα διαδικαστικά έγγραφα, προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο αναιρεσίβλητος εκμεταλλευόταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ιχθυοτροφείο στη θέση “Σαντενίκου” σε αγροτική περιοχή της Κοινότητας Αμφιθέας Ιωαννίνων, για τη λειτουργία του οποίου χρησιμοποιούσε τα νερά της ομώνυμης πηγής, που περνούν από τις λεκάνες εκτροφής των ψαριών και στη συνέχεια αποβάλλονται σε μεγάλη τάφρο. Στις 8.11.1985 ο Νομάρχης Ιωαννίνων έδωσε εντολή στη Διεύθυνση Γεωργίας του Νομού Ιωαννίνων να σβήσει τη φωτιά η οποία έκαιγε φυτομάζα (τύρφη) στον καλαμώνα που υπήρχε στην περιοχή, κοντά στο χωριό Πέραμα. Την εκτέλεση της εντολής ανέλαβε να υλοποιήσει ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Εγγείων Βελτιώσεων της Διεύθυνσης Γεωργίας του Νομού Ιωαννίνων, ο οποίος, προκειμένου να σβήσει τη φωτιά, δημιούργησε με τα όργανα της υπηρεσίας αυτής χωμάτινο φράγμα σε απόσταση 400 μέτρων περίπου από το ιχθυοτροφείο του αναιρεσιβλήτου, προκαλώντας έτσι υπερχείλιση και ροή των υδάτων προς τον καλαμώνα. Από την ενέργεια αυτή σταμάτησε η ροή των υδάτων προς τις λεκάνες εκτροφής ψαριών του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα να θανατωθεί μέρος από αυτά λόγω της έλλειψης οξυγόνου. Εκ του λόγου τούτου ο αναιρεσίβλητος υπέστη ζημία 2.324.000 δραχμών.
6. Επειδή η δημιουργία του φράγματος για την κατάσβεση της πυρκαϊάς ήταν υλική ενέργεια. Η ενέργεια αυτή προήλθε από διοικητικά όργανα (τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Εγγείων Βελτιώσεων της Διεύθυνσης Γεωργίας του Νομού Ιωαννίνων, καθώς και όργανα της υπηρεσίας αυτής) και εκτελέστηκε σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας.
7. Επειδή περαιτέρω, η προαναφερθείσα υλική ενέργεια των οργάνων του Δημοσίου ήταν κατ’ αρχήν παράνομη. Τούτο διότι με την ενέργεια αυτή παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1000 του Α.Κ., με τις οποίες προστατεύεται το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας, η προσβολή του οποίου ενεργοποιεί πλέγμα διατάξεων, τόσο του Αστικού (άρθρα 973, 1094 επ. του Α.Κ.), όσο και του Ποινικού Δικαίου (άρθρο 381 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα [Π.Κ.] περί φθοράς ξένης ιδιοκτησίας). Οι διατάξεις αυτές, πέραν της προστασίας του γενικού συμφέροντος, αποσκοπούν κυρίως να προστατεύσουν ατομικό δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα. Συνεπώς, η καταστροφή της ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου (θάνατος των ψαριών), γεννά κατ’ αρχήν υπέρ αυτού αξίωση αποζημίωσης από το Δημόσιο, δεν έχει δε πεδίο εφαρμογής εν προκειμένω η απαλλακτική της ευθύνης ρήτρα του άρθρου 105 του Εισ. Ν.Α.Κ. Εν προκειμένω, το Δημόσιο προβάλλει με το αναιρετήριο ότι από τη συμπεριφορά των οργάνων του παραβιάστηκε διάταξη που σκοπούσε αποκλειστικά στην προστασία του γενικού συμφέροντος (άρθρο 268 του Π.Κ.) και κατά συνέπεια τούτο δεν ενέχεται σε αποζημίωση, έστω και αν από την παραβίαση της διάταξης αυτής προσβλήθηκε εμμέσως και το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου περί μη φθοράς της ιδιοκτησίας του. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Τούτο διότι η αξίωση προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου δεν θεμελιώνεται στο άρθρο 268 περ. α του Π.Κ. (πρόκληση πλημμύρας), αλλά στην παραβίαση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1000 του Α.Κ. Ο επόμενος όμως λόγος αναιρέσεως του Δημοσίου ότι το διοικητικό εφετείο δεν απάντησε σε ισχυρισμό του – προβληθέντα πρωτοδίκως και κατ’ έφεση – ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχε κατάσταση ανάγκης αίρουσα τον παράνομο χαρακτήρα της πράξης των οργάνων του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Πράγματι, ο ισχυρισμός αυτός, αληθής υποτιθέμενος, θα οδηγούσε αφ’ ενός μεν στην κατά το άρθρο 285 του Α.Κ. άρση του παρανόμου, η ύπαρξη του οποίου αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 105 του Εισ. Ν.Α.Κ., αφ’ ετέρου δε στην εφαρμογή του άρθρου 286 του Α.Κ., με αποτέλεσμα την ενδεχόμενη εν όλω ή εν μέρει απαλλαγή του Δημοσίου από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης στον αναιρεσίβλητο. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί και η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, να παραπεμφθεί στο ίδιο διοικητικό εφετείο για να κριθεί εκ νέου.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την 157/1994 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση και
Επιβάλλει στο Βασίλειο Τζάλλα να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο είκοσι οκτώ χιλιάδες (28.000) δραχμές για τη δικαστική δαπάνη του τελευταίου.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 1999 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της
20ής Σεπτεμβρίου 1999.
Ο Πρόεδρος του Α Τμήματος Η Γραμματέας του Α Τμήματος
Ν. Παπαδημητρίου Ευαγ. Κουμεντέρη
Αριθμός 2774/1999 – –
./.
./.
Επιστροφή
Τέλος φόρμας
