ΣτΕ 3387/2011,Στ’ 7μ, ΕΚΤΕΛΕΣΗ, Η ΤΑΜΕΙΑΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΓΕΝΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΕΝΕΡΓΗΘΕΙ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ,ΤΟ ΔΕ ΧΡΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΟ ΜΕΤΑ, ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΕΙΣ, ΠΟΛΛΑΠΛΑ ΤΕΛΗ, ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΟ

ΣΤΕ

Αριθμός 3387/2011 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄ 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος, Μ. Καραμανώφ, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 17 Ιουνίου 2002 αίτηση: 
των : 1. Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και 2. Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιά, οι οποίοι παρέστησαν με τον Μιχάλη Αλεξανδρίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 
κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ε.Κ.Ο. ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ» (ΕΚΟ – ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ), καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ Γ. ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Βασ. Σοφίας και Μεσογείων 2, Πύργος Αθηνών), η οποία δεν παρέστη. 
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Διευθυντής και ο Υπουργός επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 585/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Παπαδοπούλου. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Διευθυντή και του Υπουργού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Eπειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 585/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 951/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή ανακοπή της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών Γ. Μαμιδάκης και ΣΙΑ», – της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη – και ακυρώθηκε ατομική ειδοποίηση του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων, κατά το μέρος που με αυτή κλήθηκε η εταιρία να καταβάλει ποσό 2.711.649 δρχ. ως προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής πολλαπλών τελών. 
2. Επειδή, η υπόθεση συζητείται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως κατόπιν της 1511/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος. 
3. Επειδή, στο άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/99, Α’ 97) ορίζεται ότι : «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά : α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου …». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Κ.Ε.Δ.Ε.) (Α΄ 90) ορίζεται ότι: «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία …. ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου …. 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμο Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται. β) …. Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι: «Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις …», ενώ, στο άρθρο 5 του ανωτέρω Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 50 του ν. 1591/1986 (Α΄ 50), ορίζεται ότι: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2. ….». Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή αντικαταστάθηκε τελικώς από την παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43), «από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής …», σύμφωνα δε με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 6, «κατά την εκάστοτε είσπραξιν των δημοσίων εσόδων εισπράττεται υποχρεωτικώς και η επί του καταβαλλομένου ποσού της οφειλής αναλογούσα προσαύξησις λόγω εκπροθέσμου καταβολής». Τέλος, κατά το άρθρο 7 του ανωτέρω Κώδικα, «από της επομένης ημέρας καθ’ ην κατά το άρθρ. 5 του παρόντος Ν.Δ/τος τα χρέη προς Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». 
4. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 97 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 1165/1918 Α΄ 73) ρυθμίζεται η επιβολή πολλαπλών τελών εις βάρος των συμμετασχόντων σε τελωνειακές παραβάσεις και ορίζεται ότι τα εν λόγω τέλη επιβάλλονται, κατ’ άρθρ. 99 του αυτού Κώδικα, με πράξη των δια του άρθρου αυτού (99) καθοριζομένων τελωνειακών αρχών, ενώ στην παρ. 7 του αυτού άρθρου 97 (που προστέθηκε με το άρθρ. 27 του ν. 1473/1984 Α΄ 127), ορίζεται ότι «Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την είσπραξιν του 30% των προστίμων των πολλαπλών τελών που επιβλήθηκαν από την τελωνειακή αρχή. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 99 παρ. 14, (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ΑΝ 1514/1950, Α΄ 240), του αυτού Τελωνειακού Κώδικα ορίζεται ότι: «μη κοινοποιηθείσης εμπροθέσμως προσφυγής τα οφειλόμενα πολλαπλά ή πρόσθετα τέλη ή πρόστιμα εισπράττονται δυνάμει της πράξεως της Τελωνειακής Αρχής αναγκαστικώς, εάν μη εγένετο εκουσίως η καταβολή αυτών, υπό των δυνάμει της πράξεως υποχρέων. … Η είσπραξις των πολλαπλών ή προσθέτων τελών ή προστίμων ενεργείται υπό της Τελωνειακής αρχής, μετά δε την λήξιν του οικον. έτους καθ’ ο κατέστη τελεσίδικος η πράξις αυτής, η είσπραξις ανήκει εις τον αρμόδιον Δημόσιον Ταμίαν.». 
5. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, για την είσπραξη απαιτήσεως από πολλαπλά τέλη, απαιτείται, κατά γενική, άλλωστε, αρχή, από την οποία μόνον με ρητή αντίθετη διάταξη νόμου θα μπορούσε να εισαχθεί εξαίρεση (όπως επί διασαφήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25, 27, 28 και 29 του ως άνω Τ.Κ.), η ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση του χρέους, ήτοι η καταχώρησή του στο οικείο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και η εμφάνισή του ως δημοσίου εσόδου, η οποία ενεργείται μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής και αφορά στο σύνολο της οφειλής. Επί εμπροθέσμου ασκήσεως προσφυγής και εφόσον δεν ζητήθηκε ή δεν χορηγήθηκε δικαστική αναστολή εκτελέσεως, βεβαιώνεται ταμειακώς ποσοστό 30% της οφειλής, μετά δε την άπρακτη παρέλευση διαδοχικώς των προθεσμιών που τάσσονται στα άρθρα 5 και 6 παρ. 1 ΚΕΔΕ, επιβάλλονται επί του οφειλομένου ποσοστού, προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής πολλαπλών τελών είναι να έχει καταστεί το εν λόγω χρέος ληξιπρόθεσμο κατά την έννοια του άρθρου 5 του Κ.Ε.Δ.Ε., ήτοι να έχει παρέλθει η οριζόμενη στο ως άνω άρθρο προθεσμία, από την εν στενή εννοία – ταμειακή βεβαίωση της οφειλής. Εξάλλου, η αρμοδιότητα για την κατά τα ανωτέρω εν στενή εννοία βεβαίωση και την είσπραξη των απαιτήσεων από πολλαπλά τέλη, ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στις τελωνειακές αρχές, δεδομένου ότι με το άρθρο 11 του ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού» (Α’ 247), τα τελωνεία χαρακτηρίστηκαν ως Δημόσιοι Ταμίες αρμόδιοι για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων που βεβαιώνονται στις υπηρεσίες τους, ενώ με την Τ. 6110/1156/ΑΟΟ19/1995 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 650), καθιερώθηκε η τήρηση από τα τελωνεία, βιβλίου εισπρακτέων απαιτήσεων και οφειλετών του Δημοσίου (ΣτΕ 3435/2010). Μετά την λήξη όμως του έτους κατά το οποίο καθίστατο οριστική η πράξη καταλογισμού των πολλαπλών τελών και εφόσον η σχετική απαίτηση δεν είχε ακόμη εισπραχθεί από την τελωνειακή αρχή, αυτή, κατά τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο διατάξεις, όφειλε να την διαβιβάσει στην οικεία ΔΟΥ, η οποία καθίστατο πλέον αρμόδια για την εν στενή εννοία- ταμειακή βεβαίωση του χρέους και την εν συνεχεία, είσπραξή του. 
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με την 268/12.1.1999 πράξη του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων επεβλήθη εις βάρος της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών Γ. Μαμιδάκης και ΣΙΑ», της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, ποσό 90.388.296 δρχ. από πολλαπλά τέλη. Κατά της καταλογιστικής αυτής πράξης, η οποία της επιδόθηκε στις 25.1.1999, η ως άνω εταιρία άσκησε την από 5.2.1999 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Στη συνέχεια, με τις 15119/2.7.1999 και 19582/ 1.9.1999 προσκλήσεις του ίδιου οργάνου, κλήθηκε να καταβάλει ποσό 22.597.074 δρχ. που αντιστοιχεί στο 30% του ανωτέρω ποσού, καθώς και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής εκ 3.163.590 δρχ. για το χρονικό διάστημα από 1.3.1999 έως 30.9.1999. Η εταιρία άσκησε ανακοπή κατά των ανωτέρω ατομικών ειδοποιήσεων, επιδιώκοντας την ακύρωσή τους κατά το μέρος που αφορούν τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 2.711.649 δρχ. για τη χρονική περίοδο από 1.3.1999 έως 31.8.1999. Με την 951/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η ανακοπή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η 19582/1.9.99 ατομική ειδοποίηση κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, με την αιτιολογία ότι αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη καταβολής προσαυξήσεων είναι η ταμειακή βεβαίωση της απαίτησης του Δημοσίου, προκειμένου να τεθεί σε κίνηση η κατ’ άρθρο 5 του Κ.Ε.Δ.Ε. προθεσμία και η απαίτηση να καταστεί ληξιπρόθεσμη, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι το επίδικο χρέος είχε εν προκειμένω βεβαιωθεί ταμειακώς. Η πρωτόδικη κρίση επικυρώθηκε, κατόπιν έφεσης του Δημοσίου, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 
7. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι από το άρθρο 5 του Κ.Ε.Δ.Ε. και από το άρθρο 99 του ν. 1165/1918, προκύπτει ότι οι εν γένει τελωνειακές απαιτήσεις του Δημοσίου εισπράττονται από την τελωνειακή αρχή χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ταμειακή βεβαίωση αυτών, όπως, αντιθέτως, απαιτείται για τα βεβαιούμενα χρέη στις ΔΟΥ, εν προκειμένω δε νόμιμη βεβαίωση του επιδίκου πολλαπλού τέλους αποτελούσε η καταλογιστική αυτού πράξη. Όπως όμως έγινε δεκτό στη σκέψη 5, προκειμένου να καταστεί ληξιπρόθεσμη και εισπρακτέα απαίτηση από πολλαπλά τέλη, απαιτείται η προηγούμενη ταμειακή βεβαίωση αυτής ήτοι η καταχώρησή της στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων του οικείου Τελωνείου ή ΔΟΥ κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, που δεν συμπίπτει με την έκδοση της καταλογιστικής πράξης. Κατόπιν αυτών, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, και η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 
Διά ταύτα 
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης του ίδιου μήνα και έτους. 
Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος 
  
  
Αθ. Ράντος         Ελ. Γκίκα 

./. 
  

  

./. 
  


Επιστροφή

Τέλος φόρμας

 

 

Αριθμός 3387/2011 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΤΜΗΜΑ ΣΤ΄ 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος, Μ. Καραμανώφ, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Στ. Λαμπροπούλου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος. 
Για να δικάσει την από 17 Ιουνίου 2002 αίτηση: 
των : 1. Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και 2. Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων (Τ.Ε.Τ.Σ.) Πειραιά, οι οποίοι παρέστησαν με τον Μιχάλη Αλεξανδρίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 
κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «Ε.Κ.Ο. ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ» (ΕΚΟ – ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ), καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ Γ. ΜΑΜΙΔΑΚΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα (Λεωφ. Βασ. Σοφίας και Μεσογείων 2, Πύργος Αθηνών), η οποία δεν παρέστη. 
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Διευθυντής και ο Υπουργός επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 585/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. 
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Παπαδοπούλου. 
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Διευθυντή και του Υπουργού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. 
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
1. Eπειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 585/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 951/2000 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την πρωτόδικη απόφαση, έγινε δεκτή ανακοπή της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών Γ. Μαμιδάκης και ΣΙΑ», – της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη – και ακυρώθηκε ατομική ειδοποίηση του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων, κατά το μέρος που με αυτή κλήθηκε η εταιρία να καταβάλει ποσό 2.711.649 δρχ. ως προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής πολλαπλών τελών. 
2. Επειδή, η υπόθεση συζητείται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως κατόπιν της 1511/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος. 
3. Επειδή, στο άρθρο 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/99, Α’ 97) ορίζεται ότι : «1. Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά : α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου …». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (Κ.Ε.Δ.Ε.) (Α΄ 90) ορίζεται ότι: «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία …. ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου …. 2. Νόμιμος τίτλος είναι: α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμο Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ην οφείλεται. β) …. Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 4 του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι: «Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινός εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήση ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις …», ενώ, στο άρθρο 5 του ανωτέρω Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 50 του ν. 1591/1986 (Α΄ 50), ορίζεται ότι: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2. ….». Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 6 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτή αντικαταστάθηκε τελικώς από την παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43), «από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής …», σύμφωνα δε με την παρ. 2 του εν λόγω άρθρου 6, «κατά την εκάστοτε είσπραξιν των δημοσίων εσόδων εισπράττεται υποχρεωτικώς και η επί του καταβαλλομένου ποσού της οφειλής αναλογούσα προσαύξησις λόγω εκπροθέσμου καταβολής». Τέλος, κατά το άρθρο 7 του ανωτέρω Κώδικα, «από της επομένης ημέρας καθ’ ην κατά το άρθρ. 5 του παρόντος Ν.Δ/τος τα χρέη προς Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». 
4. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 97 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Τελωνειακού Κώδικα (Ν. 1165/1918 Α΄ 73) ρυθμίζεται η επιβολή πολλαπλών τελών εις βάρος των συμμετασχόντων σε τελωνειακές παραβάσεις και ορίζεται ότι τα εν λόγω τέλη επιβάλλονται, κατ’ άρθρ. 99 του αυτού Κώδικα, με πράξη των δια του άρθρου αυτού (99) καθοριζομένων τελωνειακών αρχών, ενώ στην παρ. 7 του αυτού άρθρου 97 (που προστέθηκε με το άρθρ. 27 του ν. 1473/1984 Α΄ 127), ορίζεται ότι «Η εμπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την είσπραξιν του 30% των προστίμων των πολλαπλών τελών που επιβλήθηκαν από την τελωνειακή αρχή. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 99 παρ. 14, (που προστέθηκε με το άρθρο 2 του ΑΝ 1514/1950, Α΄ 240), του αυτού Τελωνειακού Κώδικα ορίζεται ότι: «μη κοινοποιηθείσης εμπροθέσμως προσφυγής τα οφειλόμενα πολλαπλά ή πρόσθετα τέλη ή πρόστιμα εισπράττονται δυνάμει της πράξεως της Τελωνειακής Αρχής αναγκαστικώς, εάν μη εγένετο εκουσίως η καταβολή αυτών, υπό των δυνάμει της πράξεως υποχρέων. … Η είσπραξις των πολλαπλών ή προσθέτων τελών ή προστίμων ενεργείται υπό της Τελωνειακής αρχής, μετά δε την λήξιν του οικον. έτους καθ’ ο κατέστη τελεσίδικος η πράξις αυτής, η είσπραξις ανήκει εις τον αρμόδιον Δημόσιον Ταμίαν.». 
5. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι, για την είσπραξη απαιτήσεως από πολλαπλά τέλη, απαιτείται, κατά γενική, άλλωστε, αρχή, από την οποία μόνον με ρητή αντίθετη διάταξη νόμου θα μπορούσε να εισαχθεί εξαίρεση (όπως επί διασαφήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25, 27, 28 και 29 του ως άνω Τ.Κ.), η ταμειακή (εν στενή εννοία) βεβαίωση του χρέους, ήτοι η καταχώρησή του στο οικείο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων και η εμφάνισή του ως δημοσίου εσόδου, η οποία ενεργείται μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής και αφορά στο σύνολο της οφειλής. Επί εμπροθέσμου ασκήσεως προσφυγής και εφόσον δεν ζητήθηκε ή δεν χορηγήθηκε δικαστική αναστολή εκτελέσεως, βεβαιώνεται ταμειακώς ποσοστό 30% της οφειλής, μετά δε την άπρακτη παρέλευση διαδοχικώς των προθεσμιών που τάσσονται στα άρθρα 5 και 6 παρ. 1 ΚΕΔΕ, επιβάλλονται επί του οφειλομένου ποσοστού, προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής πολλαπλών τελών είναι να έχει καταστεί το εν λόγω χρέος ληξιπρόθεσμο κατά την έννοια του άρθρου 5 του Κ.Ε.Δ.Ε., ήτοι να έχει παρέλθει η οριζόμενη στο ως άνω άρθρο προθεσμία, από την εν στενή εννοία – ταμειακή βεβαίωση της οφειλής. Εξάλλου, η αρμοδιότητα για την κατά τα ανωτέρω εν στενή εννοία βεβαίωση και την είσπραξη των απαιτήσεων από πολλαπλά τέλη, ανήκε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στις τελωνειακές αρχές, δεδομένου ότι με το άρθρο 11 του ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού» (Α’ 247), τα τελωνεία χαρακτηρίστηκαν ως Δημόσιοι Ταμίες αρμόδιοι για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων που βεβαιώνονται στις υπηρεσίες τους, ενώ με την Τ. 6110/1156/ΑΟΟ19/1995 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 650), καθιερώθηκε η τήρηση από τα τελωνεία, βιβλίου εισπρακτέων απαιτήσεων και οφειλετών του Δημοσίου (ΣτΕ 3435/2010). Μετά την λήξη όμως του έτους κατά το οποίο καθίστατο οριστική η πράξη καταλογισμού των πολλαπλών τελών και εφόσον η σχετική απαίτηση δεν είχε ακόμη εισπραχθεί από την τελωνειακή αρχή, αυτή, κατά τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο διατάξεις, όφειλε να την διαβιβάσει στην οικεία ΔΟΥ, η οποία καθίστατο πλέον αρμόδια για την εν στενή εννοία- ταμειακή βεβαίωση του χρέους και την εν συνεχεία, είσπραξή του. 
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Με την 268/12.1.1999 πράξη του Διευθυντή του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων επεβλήθη εις βάρος της ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία «Ανώνυμος Ελληνική Εταιρία Πετρελαιοειδών Γ. Μαμιδάκης και ΣΙΑ», της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, ποσό 90.388.296 δρχ. από πολλαπλά τέλη. Κατά της καταλογιστικής αυτής πράξης, η οποία της επιδόθηκε στις 25.1.1999, η ως άνω εταιρία άσκησε την από 5.2.1999 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Στη συνέχεια, με τις 15119/2.7.1999 και 19582/ 1.9.1999 προσκλήσεις του ίδιου οργάνου, κλήθηκε να καταβάλει ποσό 22.597.074 δρχ. που αντιστοιχεί στο 30% του ανωτέρω ποσού, καθώς και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής εκ 3.163.590 δρχ. για το χρονικό διάστημα από 1.3.1999 έως 30.9.1999. Η εταιρία άσκησε ανακοπή κατά των ανωτέρω ατομικών ειδοποιήσεων, επιδιώκοντας την ακύρωσή τους κατά το μέρος που αφορούν τις προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής ποσού 2.711.649 δρχ. για τη χρονική περίοδο από 1.3.1999 έως 31.8.1999. Με την 951/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η ανακοπή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η 19582/1.9.99 ατομική ειδοποίηση κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, με την αιτιολογία ότι αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη καταβολής προσαυξήσεων είναι η ταμειακή βεβαίωση της απαίτησης του Δημοσίου, προκειμένου να τεθεί σε κίνηση η κατ’ άρθρο 5 του Κ.Ε.Δ.Ε. προθεσμία και η απαίτηση να καταστεί ληξιπρόθεσμη, ενώ από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι το επίδικο χρέος είχε εν προκειμένω βεβαιωθεί ταμειακώς. Η πρωτόδικη κρίση επικυρώθηκε, κατόπιν έφεσης του Δημοσίου, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. 
7. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι από το άρθρο 5 του Κ.Ε.Δ.Ε. και από το άρθρο 99 του ν. 1165/1918, προκύπτει ότι οι εν γένει τελωνειακές απαιτήσεις του Δημοσίου εισπράττονται από την τελωνειακή αρχή χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ταμειακή βεβαίωση αυτών, όπως, αντιθέτως, απαιτείται για τα βεβαιούμενα χρέη στις ΔΟΥ, εν προκειμένω δε νόμιμη βεβαίωση του επιδίκου πολλαπλού τέλους αποτελούσε η καταλογιστική αυτού πράξη. Όπως όμως έγινε δεκτό στη σκέψη 5, προκειμένου να καταστεί ληξιπρόθεσμη και εισπρακτέα απαίτηση από πολλαπλά τέλη, απαιτείται η προηγούμενη ταμειακή βεβαίωση αυτής ήτοι η καταχώρησή της στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων του οικείου Τελωνείου ή ΔΟΥ κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, που δεν συμπίπτει με την έκδοση της καταλογιστικής πράξης. Κατόπιν αυτών, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, και η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί. 
Διά ταύτα 
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης του ίδιου μήνα και έτους. 
Ο Πρόεδρος του ΣΤ΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του ΣΤ΄ Τμήματος 
  
  
Αθ. Ράντος         Ελ. Γκίκα 






./. 
  


  


./.