Αριθμός 3692/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Α. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ο. Ζύγουρα, Τ. Κόμβου, Σύμβουλοι, Κ. Κονιδιτσιώτου, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.
Για να δικάσει την από 5 Φεβρουαρίου 2008 αίτηση:
των συμπραττόντων Γραφείων μελετών: 1) Ηλία Καρακώστα του Ευθυμίου, κατοίκου Αθηνών (Μονής Προδρόμου 3) και 2) Σπυρίδωνα Ντόκορου του Ηλία, κατοίκου Μεταμόρφωσης Αττικής (Ηλείας 34), τα οποία παρέστησαν με τη δικηγόρο Παναγιώτα Βαθρακογιάννη (Α.Μ. 24282), που τη διόρισαν με πληρεξούσιο,
κατά του Δήμου Αργοστολίου Κεφαλληνίας και ήδη Δήμου Κεφαλλονιάς, ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Αγγελική Χαροκόπου (Α.Μ. 1280 Δ.Σ. Πειραιά), που τη διόρισε με απόφαση της Οικονομικής του Επιτροπής.
Με την αίτηση αυτή τα συμπράττοντα γραφεία επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 417/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ο. Ζύγουρα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια των αναιρεσειόντων γραφείων, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου Δήμου, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή με την κρινομένη αίτηση, για την οποία κατεβλήθη το κατά νόμον παράβολο (ειδικά δελτία παραβόλου 3099965-7/2008), ζητείται η αναίρεση της 417/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πατρών (διορθωθείσα αυτεπαγγέλτως με την 271/2011 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου), με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 219/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών και ανεγνωρίσθη η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Δήμου να τους καταβάλη ποσό 8.374.689 δρχ., κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας των από την μη ανάθεση σε αυτά της εκπονήσεως της μελέτης του έργου «Διαμόρφωση Κεντρικής Πλατείας-Παιδικού Κήπου-Κήπου Νάπιερ».
2. Επειδή νομίμως παρίσταται και συνεχίζει χωρίς διακοπή την παρούσα δίκη, ανοιγείσα κατά του συνενωθέντος σ΄ αυτόν Δήμου Αργοστολίου, ο συσταθείς με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. 25 Α 1 του ν. 3852/2010 (φ. 87 τ. Α΄) Δήμος Κεφαλλονιάς, νομιμοποιούμενος ήδη παθητικώς ως διάδικος, ως καθολικός διάδικος του αναιρεσιβλήτου Δήμου Αργοστολίου Κεφαλληνίας (άρθρο 283 παρ. 1 ν. 3852/2010).
3. Επειδή, από τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) προκύπτει ότι, για να στοιχειοθετηθή ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενεργείας οργάνων των κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημοσίας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενεργείας ή παραλείψεως υλικής ενεργείας και της επελθούσης ζημίας. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερομένη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και ενόψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρη τη ζημία. Εξ άλλου, σε περίπτωση συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υποχρεούνται να αποκαταστήσουν, σύμφωνα με το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα, κάθε θετική ζημία, καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή, το οποίο προσδοκά κανείς με πιθανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθή. Τα δικαστήρια της ουσίας μπορούν, επί πλέον, να επιδικάσουν σε βάρος του Δημοσίου χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα, χρηματική δε ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης δικαιούνται να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα, αν υπέστησαν ζημία από τον αντίκτυπο που είχε στην πίστη, το κύρος και την φήμη τους η παράνομη πράξη ή παράλειψη, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξειδικεύεται η βλάβη αυτή, όταν από τη φύση της παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως είναι δυνατόν να επέλθη τέτοια βλάβη (ΣτΕ 2168/2007 επτ., ΣτΕ 1723/2005).
ΤΟ 105 Η ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΕΦΑΡΜΟΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ ΚΑΙ ΑΡΑ ΑΠΟΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΦΥΓΟΝ ΕΑΝ ΖΗΤΗΘΕΙ.
ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΟΜΩΣ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ Ο ΑΠΟΚΛΕΙΣΘΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΟΤΙ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΜΦΙΛΟΧΩΡΟΥΣΕ Η ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΘΑ ΣΥΝΑΠΤΟΝΤΑΝ ΜΕ ΑΥΤΟΝ.
Την ίδια δε κατά τ΄ ανωτέρω ευθύνη υπέχει το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και στην περίπτωση εκδόσεως από τα όργανά τους παρανόμων πράξεων κατά τη διαδικασία της διενεργείας διαγωνισμού για τη σύναψη διοικητικής συμβάσεως. Και στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή η ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση είναι αδικοπρακτική και εκτείνεται μέχρι την αποκατάσταση και διαφυγόντος κέρδους, κατά το άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα. Επομένως, ο παρανόμως αποκλεισθείς σε διαγωνισμό για σύναψη διοικητικής συμβάσεως μπορεί να ζητήση ως αποζημίωση ό,τι θα αποκέρδαινε από την κατακύρωση υπέρ αυτού του αποτελέσματος του διαγωνισμού, εφόσον αποδείξη τον, κατά τα ανωτέρω αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του παρανόμου αποκλεισμού του και της ζημίας του εκ της μη υπέρ αυτού κατακυρώσεως του αποτελέσματος του διαγωνισμού, δηλαδή εφόσον αποδείξη ότι θα του ανετίθετο η σύμβαση, αν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η παράβαση. Η αναζήτηση δε διαφυγόντος κέρδους υπό την ανωτέρω έννοια ουδόλως αποκλείεται εκ του ότι η αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου ανακύπτει σε διοικητικό στάδιο που προηγείται της συνάψεως της συμβάσεως.
ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΟΤΙ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΕΙ Η ΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΣΕ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ . ΣΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΤΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΖΗΤΗΘΕΙ ΔΙΑΦΥΓΟΝ ΚΕΡΔΟΣ ΑΛΛΑ ΜΟΝΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΔΙΑΦΕΡΟΝ. Ο ΕΝΑΓΩΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙ. ΑΛΛΟ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΠΟΥ ΕΚΕΙ ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΙΣΧΥΕΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΥΝΑΨΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΔΗΛΑΔΗ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΣΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΚΑΙΟ
Και ναι μεν στο στάδιο αυτό ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου μπορεί να θεμελιωθή και στις διατάξεις των άρθρων 197 και 198 του Αστικού Κώδικος, αναλόγως εφαρμοζόμενες, με τις οποίες ρυθμίζεται η ευθύνη των συμβαλλομένων μερών κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και κατά τις οποίες η αποζημίωση του ζημιωθέντος κατά το στάδιο αυτό συνίσταται μόνο στο αρνητικό διαφέρον (διαφέρον διαψεύσεως εμπιστοσύνης), δεν νοείται δε ως ζημία που μπορεί να αποκατασταθή το απολεσθέν διαφέρον από τη μη εκπλήρωση συμβάσεως που δεν συνήφθη (ΑΠ 1175, 197/2007, 1242/2005, 1678/2001, 1565, 1346/2000 κ.ά.), η ευθύνη όμως του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά τις διατάξεις αυτές, οι οποίες στοιχούν προς την κατά το ιδιωτικό δίκαιο ελευθερία των συμβάσεων και τη συναφή με αυτήν, κατ’ αρχήν, έλλειψη νομικής υποχρεώσεως για την σύναψη συμβάσεως (ΑΠ 197/2007), δεν αποκλείει ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ (πρβ ΑΠ 1132/1977, ΑΠ 1941/1988). Προς τα ανωτέρω, άλλωστε, συμβαδίζει και η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 3886/2010 (Α 173), με την οποία, σε αντίθεση με τη μη έχουσα, πάντως, εφαρμογή εν προκειμένω αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 5 του ν. 2522/1997 (Α 178), ρητά ορίζεται ότι ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος απεκλείσθη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμό ή την ανάθεση συμβάσεως του νόμου αυτού κατά παράβαση κανόνα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως ή του εσωτερικού δικαίου, δικαιούται να αξιώση από την αναθέτουσα αρχή αποζημίωση, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 197 και 198 Α.Κ., αν δε αποδείξη ότι θα του ανετίθετο η σύμβαση, εάν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η παράβαση, τότε δικαιούται αποζημίωση κατά τις γενικές διατάξεις (ΣτΕ 451/2013 7μ, 1943/2013/ 7μ, 3766/2013, 3040, 1482/2014 κ.ά.).
4. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 716/1977 ορίζεται ότι «Προκειμένης της αναθέσεως μελέτης, ο εργοδότης προβαίνει εις δημοσίαν πρόσκλησιν εκδηλώσεως ενδιαφέροντος εκ μέρους Γραφείων Μελετών διά την εκπόνησιν της υπό ανάθεσιν μελέτης…», στην παρ. 4 ότι «Αι μελέται ανατίθενται δι΄ ητιολογημένης αποφάσεως του εργοδότου εις Γραφείον Μελετών ή συμπράττοντα Γραφεία Μελετών, άτινα εξεδήλωσαν ενδιαφέρον και ανταποκρίνονται εις τους όρους τους διαλαμβανομένους εις την κατά τα ανωτέρω πρόσκλησιν εκδηλώσεως ενδιαφέροντος…» και στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου ότι «Μεταξύ των Γραφείων Μελετών τα οποία εκδηλώνουν ενδιαφέρον, ο εργοδότης επιλέγει κατά την κρίσιν αυτού, κατόπιν αξιολογήσεως των προσόντων αυτών, αριθμόν Γραφείων συγκεντρούντων τας προϋποθέσεις διά την ανάληψιν της μελέτης. Η πρόσκλησις εκδηλώσεως ενδιαφέροντος καθορίζει τον αριθμόν των Γραφείων τα οποία κατ’ ανώτατον όριον επιλέγονται. Τα επιλεγόμενα ως άνω Γραφεία καλούνται όπως, εντός τακτής προθεσμίας, υποβάλλουν είτε ειδικήν προκαταρκτικήν μελέτην, διά μείζονος σημασίας και ειδικά έργα, είτε απλάς προκαταρκτικάς εκθέσεις διά μικροτέρας σημασίας έργα… Κατόπιν αξιολογήσεως των υποβαλλομένων κατά τα ανωτέρω προκαταρκτικών μελετών ή εκθέσεων η μελέτη ανατίθεται τελικώς εις τον υποβαλόντα την αρτιωτέραν από τεχνικοοικονομικής απόψεως λύσιν. Διά τας τρεις μόνον εκ των υποβαλλομένων κατά τα ανωτέρω ειδικών προκαταρκτικών μελετών, τας αξιολογουμένας ως αρτιωτέρας, καταβάλλεται αμοιβή αναφερομένη εις την πρόσκλησιν εκδηλώσεως ενδιαφέροντος…». Εξ άλλου, στο άρθρο 2 του π.δ. 194/1979 ορίζεται ότι «1. Η κατά τας διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγρ. 5 του άρθρου 11 του Ν. 716/77 αξιολόγησις προς επιλογήν των γραφείων Μελετών, των οποίων θα γίνουν δεκταί αι προκαταρκτικαί μελέται ή εκθέσεις, γίνεται μετά γνώμην Επιτροπής συνιστωμένης επί τούτω υπό του εργοδότου… 2. Η επιτροπή προβαίνει εις τον έλεγχον των τυπικών προσόντων των εκδηλωσάντων ενδιαφέρον και εν συνεχεία εις την αξιολόγησιν των εκ τούτων συγκεντρούντων τα τυπικά ταύτα προσόντα… 3. … 4. Η αξιολόγησις των υποβληθεισών προκαταρκτικών μελετών ή εκθέσεων προς εκτίμησιν των εκ τούτων τεχνοοικονομικώς αρτιωτέρας και των εκ τούτων συγκεντρουσών τα προσόντα προς καταβολήν της κατά την παράγρ. 5 αμοιβήν γίνεται μετά γνώμην Επιτροπής συνιστωμένης κατά την παράγρ. 1 του παρόντος άρθρου …» και στην παρ. 1 του άρθρου 5 του ίδιου π.δ/τος ότι «Η ανάθεσις της μελέτης πραγματοποιείται διά της εγκρίσεως της αναθέσεως ταύτης εις τον τελικώς επιλεγόμενον μελετητήν. Ο εργοδότης δύναται πάντοτε να μην αναθέση την μελέτην».
ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΕΦΟΣΟΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΕΧΕΙ ΔΕΣΜΙΑ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ , ΕΝΩ ΕΧΕΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΕΥΧΕΡΕΙΑ ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΑΝΑΘΕΣΕΙ ΤΗΝ ΜΕΛΕΤΗ.
5. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική διαδικασία για την αξιολόγηση προς επιλογή μελετών και την ανάδειξη της τεχνοοικονομικώς αρτιότερης, συνάγεται ότι, μετά την έναρξη της διαδικασίας αυτής και την αξιολόγηση, από την αρμόδια επιτροπή, των προσόντων των γραφείων μελετών που εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την εκπόνηση συγκεκριμένης μελέτης, ο εργοδότης δεν μπορεί να ματαιώση την ανάθεσή της, αλλ’ είναι υποχρεωμένος να καλέση, όσα γραφεία μελετών αξιολογήθηκαν ότι συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για την ανάληψη αυτής, ανεξάρτητα από τον αριθμό τους, έστω δηλαδή και αν αυτά είναι λιγότερα από τρία, να υποβάλουν είτε ειδική προκαταρκτική μελέτη, όπου αυτή απαιτείται, είτε απλή προκαταρκτική έκθεση. Και ναι μεν, τελικώς, ο εργοδότης, μπορεί πάντοτε να μην αναθέση την μελέτη, η ευχέρειά του όμως αυτή προϋποθέτει πάντως ολοκλήρωση της διαδικασίας και μπορεί να ασκηθή μόνο μετά την αξιολόγηση των υποβληθεισών προκαταρκτικών μελετών ή εκθέσεων (ΣτΕ 2635/2001, πρβλ. ΣτΕ 993/1999).
6. Επειδή με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: Τα αναιρεσείοντα μελετητικά γραφεία, ανταποκρινόμενα στην από 20-6-1995 πρόσκληση ενδιαφέροντος του Δήμου Αργοστολίου για την εκπόνηση της μελέτης «Διαμόρφωση Κεντρικής Πλατείας-Παιδικού Κήπου-Κήπου Νάπιερ», υπέβαλαν, μαζί με άλλα πέντε γραφεία, αίτηση προκειμένου να μετάσχουν στη διαδικασία επιλογής του αναδόχου. Από τις ως άνω υποβληθείσες αιτήσεις μόνο εκείνη των αναιρεσειόντων εκρίθη από την συσταθείσα προς τούτο Επιτροπή ότι πληροί τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της προκηρύξεως. Δεν εχώρησε, όμως, ανάθεση σ΄ αυτά της εκπονήσεως της ειδικής προκαταρκτικής μελέτης, διότι το Δημοτικό Συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου Δήμου, αποδεχόμενο σχετική εισήγηση της εν λόγω Επιτροπής, απεφάσισε με την 82/1996 απόφασή του «την επανάληψη της διακήρυξης ώστε να εξασφαλισθεί η μεγαλύτερη δυνατόν συμμετοχή μελετητών». Ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής απερρίφθη με την 260/1996 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου με την αιτιολογία ότι «η πρόσκληση ενδιαφέροντος για την ανάθεση της παραπάνω μελέτης δεν εξασφάλισε τον διαγωνιστικό χαρακτήρα που επιθυμούσε ο Δήμος Αργοστολίου». Η τελευταία αυτή απόφαση ακυρώθηκε ως μη νόμιμη με την 2635/2001 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού κρίθηκε από το Δικαστήριο, κατόπιν ερμηνείας των κρισίμων διατάξεων σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη, ότι μη νομίμως με την ακυρωθείσα απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου αποφασίσθηκε η μη ανάθεση της προκαταρκτικής μελέτης και η επανάληψη της πρόσκλησης εκδηλώσεις ενδιαφέροντος με την προαναφερόμενη αιτιολογία. Ακολούθως, με την από 19-11-2001 αγωγή τους, τα αναιρεσείοντα γραφεία ζήτησαν να αναγνωρισθή η υποχρέωση του Δήμου Αργοστολίου να αποκαταστήση, κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, τη ζημία που υπέστησαν από την παράνομη ενέργεια των οργάνων του να μην τους αναθέσουν την εκπόνηση της ειδικής προκαταρκτικής μελέτης. Κατά τους ισχυρισμούς τους, η ζημία τους ανέρχεται τόσο στην αμοιβή που θα εισέπρατταν από την εκπόνηση της οριστικής μελέτης, η οποία είναι βέβαιο ότι θα τους ανετίθετο, όσο και στην αμοιβή των 8.374.684 δρχ. για την εκπόνηση της ειδικής προκαταρκτικής μελέτης, που δεν τους ανετέθη λόγω ματαιώσεως της σχετικής διαδικασίας. Περαιτέρω, ζήτησαν και την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, ύψους 6.000.000 δρχ., λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν, καθ’ όσον από τη ματαίωση αναθέσεως της μελέτης δεν κατέστη δυνατή η αναβάθμιση των μελετητικών τους πτυχίων, η οποία θα επετυγχάνετο αν τους είχε ανατεθή η εκπόνηση τόσο της ειδικής προκαταρκτικής όσο και της οριστικής μελέτης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας, που επεκαλούντο τα αναιρεσείοντα γραφεία και της κριθείσης ως παρανόμου αποφάσεως του δημοτικού συμβουλίου περί ματαιώσεως της διαδικασίας αναθέσεως της μελέτης και επαναλήψεως αυτής, δεχόμενο ότι το γεγονός ότι τα αναιρεσείοντα πληρούσαν τις τυπικές προϋποθέσεις της προσκλήσεως εκδηλώσεως ενδιαφέροντος δεν προδικάζει ότι η μελέτη που θα υπέβαλαν θα πληρούσε τους όρους της εν λόγω προσκλήσεως ώστε να δικαιούνται να λάβουν την οριζόμενη αμοιβή για την εκπόνηση αυτής, ο δε εργοδότης έχει την ευχέρεια μετά το πέρας της διαδικασίας αξιολογήσεως των μελετητών να μην αναθέση τελικώς την οριστική μελέτη. Έφεση των αναιρεσειόντων γραφείων κατά της αποφάσεως αυτής έγινε εν μέρει δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν εφετείο, αφού έλαβε υπ’ όψιν ότι η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου να μην ολοκληρωθή η αρξαμένη διαδικασία για την εκπόνηση της προκαταρκτικής μελέτης και να επαναληφθή η διαδικασία εκρίθη παράνομη με την προπαρατεθείσα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε ότι από την παράνομη αυτή απόφαση στοιχειοθετείται, κατ’ αρχήν, δικαίωμα των αναιρεσειόντων για την ανόρθωση της ζημίας που υπέστησαν, η οποία συνίσταται στην αμοιβή που θα εδικαιούντο εάν τους ανετίθετο η εκπόνηση της ειδικής προκαταρκτικής μελέτης, ανερχομένη στο μη αμφισβητούμενο από τον Δήμο ποσό των 8.374.684 δρχ., ήτοι σε ποσοστό 16% επί της αμοιβής της οριστικής μελέτης. Αντιθέτως, κατά τα κριθέντα από το δικαστήριο της ουσίας, δεν θεμελιούται αποζημιωτική ευθύνη του Δήμου από την παράλειψη των οργάνων του να αναθέσουν στα αναιρεσείοντα την εκπόνηση της οριστικής μελέτης, εφ’ όσον ο Δήμος είχε την απόλυτη ευχέρεια και μετά την υποβολή και αξιολόγηση της ειδικής προκαταρκτικής μελέτης να μην αναθέση την οριστική μελέτη σε κανένα από τα προκριθέντα γραφεία. Ομοίως, μη νόμιμο εκρίθη και το αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, προεχόντως διότι για την απόκτηση πιστοποιητικού πείρας, που οδηγεί σε αναβάθμιση του πτυχίου του μελετητή, λαμβάνεται, κατά νόμο, υπ’ όψιν μόνο η εκπόνηση οριστικής μελέτης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι βέβαιο ότι θα ανετίθετο στα αναιρεσείοντα γραφεία. Εν όψει των ανωτέρω, το δικάσαν εφετείο έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση και μετερρύθμισε κατά το μέρος αυτό της πρωτόδικη απόφαση.
7. Επειδή, ούτως έχουσα, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου δεν αιτιολογείται νομίμως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην τρίτη σκέψη. Τούτο δε, διότι εκ μόνου του λόγου ότι ο Δήμος είχε κατά νόμον την ευχέρεια να μην προβή σε ανάθεση της (οριστικής) μελέτης στους αναιρεσείοντες δεν μπορεί να αποκλεισθή άνευ ετέρου η δυνατότης να αποδειχθή ότι τα αναιρεσείοντα μελετητικά γραφεία θα ανελάμβαναν και την εκπόνηση της μελέτης, ήτοι ότι θα κατακυρωνόταν υπέρ αυτών το αποτέλεσμα του επίμαχου διαγωνισμού. Από την αναιρεσιβαλλομένη δε απόφαση δεν προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο ερεύνησε το ζήτημα αν με βάση τους προβληθέντες από τα αναιρεσείοντα μελετητικά γραφεία ισχυρισμούς εστοιχειοθετείτο επαρκώς η πιθανότητα να τους ανετίθετο η εκπόνηση της μελέτης του ανωτέρω έργου, αν δεν είχε παρανόμως, κατά τα προεκτεθέντα, ματαιωθεί η διαδικασία του διαγωνισμού στο στάδιο της προκαταρκτικής μελέτης. Για τον ίδιο λόγο δε, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρίσταται πλημμελώς αιτιολογημένη και κατά το μέρος, που με αυτήν απορρίπτεται το αίτημα επιδικάσεως υπέρ των αιτούντων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Για τους λόγους δε αυτούς, βασίμως προβαλλομένους, πρέπει να γίνη δεκτή η κρινομένη αίτηση και να αναιρεθή η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ακολούθως δε, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθή στο δικάσαν δικαστήριο, προκειμένου αυτό να κρίνη αιτιολογημένα αν, βάσει συγκεκριμένων ισχυρισμών προβληθέντων από τους αναιρεσείοντες ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, αποδεικνύεται εν προκειμένω η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της, κατά τα ήδη με την 2635/2001 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας κριθέντα, παρανομίας και της ζημίας εκ της μη αναθέσεως σ΄ αυτά της μελέτης, την οποία επεκαλέσθησαν τα αναιρεσείοντα γραφεία, καθώς και επί του ζητήματος αν συντρέχη εν προκειμένω περίπτωση επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Αν και κατά τη γνώμη της Συμβούλου Ο. Ζύγουρα είναι απορριπτέοι οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως και η αίτηση εν τω συνόλω της. Τούτο δε, διότι, κατά νόμον η διαδικασία αναθέσεως μελέτης εξελίσσεται σε δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο επιλέγονται τα μελετητικά γραφεία, τα οποία θα κληθούν να υποβάλουν προκαταρκτική μελέτη ή προκαταρκτικάς εκθέσεις. Κατά το δεύτερο στάδιο δε ανατίθεται η (οριστική) μελέτη εις το γραφείο ή τα συμπράττοντα γραφεία, των οποίων η υποβληθείσα προκαταρκτική μελέτη, κατόπιν αξιολογήσεως των υποβληθεισών από τα επιλεγέντα κατά το πρώτο στάδιο γραφεία μελετών προκαταρκτικών μελετών, κρίνεται ότι περιέχει την αρτιωτέρα από τεχνικοοικονομικής απόψεως λύσιν. Εν όψει του συστήματος τούτου αναθέσεως των δημοσίων συμβάσεων μελετών δε, δεν δύναται, κατά την κοινή πείρα, να στοιχειοθετηθή ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του παρανόμου αποκλεισμού από το πρώτο στάδιο της διαδικασίας, της παρανόμου δηλαδή μη αναθέσεως της εκπονήσεως προκαταρκτικής μελέτης, και της ζημίας (διαφυγόντος κέρδους) εκ της μη αναθέσεως της οριστικής μελέτης. Τούτο δε, διότι η ανάθεση της οριστικής μελέτης προϋποθέτει την υποβολή και αξιολόγηση προκαταρκτικής μελέτης. Κατά συνέπειαν, κατά την γνώμη αυτή, ανεξαρτήτως της ειδικωτέρας αιτιολογίας της, νομίμως με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκρίθη ότι δεν υπήρχε εν προκειμένω αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας, την οποία επεκαλούντο τα αναιρεσείοντα γραφεία εκ της μη αναθέσεως σ΄ αυτά της οριστικής μελέτης και του αποκλεισμού τους κατά το πρώτο στάδιο της εν λόγω διαδικασίας αναθέσεως εκπονήσεως μελέτης, αφού αυτά δεν είχαν υποβάλει προκαταρκτική μελέτη.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση.
Αναιρεί την 417/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών (διορθωθείσα αυτεπαγγέλτως με την 271/2011 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου).
Παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο Πατρών προς νέα νομίμως αιτιολογημένη κρίση, κατά τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό.
Επιβάλλει εις βάρος του Δήμου Κεφαλλονιάς την δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων ύψους εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 και στις 8 Οκτωβρίου 2014
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Α. Γκότσης Μ. Βλασερού
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου 2015.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας του Α’ Τμήματος
Δ. Μαρινάκης Β. Ραφαηλάκη
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος του A΄ Τμήματος Η Γραμματέας του A΄ Τμήματος
1
-1
./.
./.
