ΣτΕ 3784/06,ΙΚΑ ΕΝΔΟΣΤΡΕΦΗΣ ΔΙΚΗ, Η ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΝΤΗ ΤΟΥ ΙΚΑ ΩΣ ΑΡΧΗΣ ΕΙΝΑΙ 90 ΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΤΗΣ ΤΔΕ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΠΟΗΣΗ ΣΕ ΑΥΤΟΝ

ΣΤΕ

 

 

 

 

 

Αριθμός 3784/2006

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2006, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Μπριόλας, Ε. Δανδουλάκη, Σύμβουλοι, Α. Καλογεροπούλου, Στ. Κτιστάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Ιωαννίδου.

Για να δικάσει την από 16 Μαρτίου 2005 αίτηση:

του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών» (Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ.), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Αγ. Κων/νου αριθ. 8), το οποίο παρέστη με την Κουήν Χουρμουζιάν, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του Στέφανου Γρηγορίου Μηλιάτη, κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός Λυκούργου αριθ. 1), ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ίδρυμα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 123/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου, Στ. Κτιστάκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται κατά νόμο χωρίς καταβολή παραβόλου, ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της 123/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος [το οποίο ήδη μετονομάστηκε με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3029/2002 σε Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)] κατά της 1818/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απερρίφθη ως εκπρόθεσμη προσφυγή του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της 887/συν.84/2001 αποφάσεως της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής του Τοπικού Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι το ατύχημα που υπέστη ο αναιρεσίβλητος στις 3.1.2001 ήταν εργατικό.

2. Επειδή, στην παρ. 2 του άρθρου 64 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97), ορίζεται ότι: «Προσφυγή μπορεί επίσης να ασκήσει: α) ο Υπουργός των Οικονομικών, καθώς και ο αρμόδιος οικονομικός επιθεωρητής, υπέρ του Δημοσίου, κατά των πράξεων των φορολογικών οργάνων του τελευταίου, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας β) Κάθε άλλη αρχή, καθώς και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εφόσον ειδική διάταξη νόμου αναγνωρίζει ρητώς σε αυτούς τέτοιο δικαίωμα». Περαιτέρω, στο άρθρο 66 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών, η οποία αρχίζει: Α. Σε περίπτωση ρητής πράξης: α) Για εκείνους τους οποίους αφορά: ι) από την κατά νόμο επίδοσή της σε αυτούς ή ιι) σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένα πλήρη γνώση του περιεχομένου της. β) Για τους τρίτους: ι) από τη δημοσίευσή της, αν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλος ειδικότερος τρόπος γνωστοποίησής της, ή ιι) σε κάθε άλλη περίπτωση, από τότε που αυτοί έλαβαν αποδεδειγμένα πλήρη γνώση του περιεχομένου της. Β. … 2. Ειδικώς στις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 64, η προθεσμία είναι ενενήντα (90) ημερών από την έκδοση ή την κατά νόμο δημοσίευση της πράξης ή τη συντέλεση της παράλειψης».

3. Επειδή, εξάλλου, στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 702/1977, η οποία καταργήθηκε με το εδάφ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 1470/1984 (ΦΕΚ Α΄ 112), πλην όμως επανήλθε σε ισχύ με την παρ. 8 του άρθρου 6 του ν. 1649/1986 (ΦΕΚ Α΄ 149), ορίζεται ότι: «Οσάκις υπό της κειμένης περί κοινωνικής ασφαλίσεως νομοθεσίας παρέχεται εις τον ασφαλιστικόν φορέα η ευχέρεια προσβολής πράξεως οργάνου αυτού εκδοθείσης μετ’ άσκησιν υπό ενδιαφερομένου ενδικοφανούς προσφυγής, υποκειμένης του λοιπού βάσει του παρόντος νόμου εις προσφυγήν ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, η ευχέρεια αύτη διατηρείται˙ δύναται δε ο ασφαλιστικός φορεύς να ασκήσει κατά της πράξεως ταύτης του οργάνου του την κατ’ άρθρον 7 του παρόντος προσφυγήν».

4. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι το Ι.Κ.Α., στρεφόμενο κατά πράξεων ιδίων αυτού οργάνων, υπάγεται στην έννοια της «άλλης αρχής», στην οποία ειδική διάταξη νόμου αναγνωρίζει δικαίωμα προσφυγής, κατά την παρ. 2 περίπτ. β του άρθρου 64 του Κ.Δ.Δ. Κατ’ ακολουθία δε, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής από το ΙΚΑ, ως αρχής, στην οποία αναγνωρίζεται ρητώς από ειδική διάταξη του νόμου τέτοιο δικαίωμα, ανέρχεται κατ’ άρθρο 66 παρ. 2 Κ.Δ.Δ. σε ενενήντα (90) ημέρες, αρχίζει δε από την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. 6269/2001 απόφαση της Διευθύντριας του Τοπικού Υποκαταστήματος του Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης χαρακτηρίσθηκε ως «εκτός εργασίας» το ατύχημα που υπέστη ο αναιρεσίβλητος εξαιτίας τροχαίου ατυχήματος που συνέβη στις 3.1.2001 στη ΒΙΠΕ Θέρμης. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε ένσταση, η οποία έγινε δεκτή με την 887/συν. 84/18.9.2001 απόφαση της αρμόδιας Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής. Το αναιρεσείον Ι.Κ.Α. άσκησε κατά της ανωτέρω αποφάσεως της ΤΔΕ προσφυγή στις 20.3.2002 (βλ. την επί του σώματος του δικογράφου της προσφυγής υπ’ αριθμ. 297/2002 έκθεση καταθέσεως), η οποία απερρίφθη με την 1818/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και με την αιτιολογία ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν είχε υπογραφεί από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως το αναιρεσείον Ίδρυμα άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη με την ήδη αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι η προσφυγή του Ι.Κ.Α. ασκήθηκε εκπροθέσμως, δηλαδή μετά την πάροδο της, κατ’ άρθρο 66 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., ανατρεπτικής προθεσμίας των ενενήντα ημερών από την έκδοση της ως άνω αποφάσεως της ΤΔΕ και συνεπώς, ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς, αν και με άλλη αιτιολογία, είχε απορρίψει την προσφυγή του αναιρεσείοντος Ιδρύματος ως απαράδεκτη. Η κρίση αυτή του δικάσαντος Εφετείου είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, νόμιμη. Και τούτο διότι, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής από το αναιρεσείον ΄Ιδρυμα κατά της ως άνω αποφάσεως της ΤΔΕ άρχισε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, από την έκδοση της προσβαλλομένης αυτής αποφάσεως. Συνεπώς, εφόσον η εν προκειμένω προσβαλλομένη απόφαση της ΤΔΕ, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εκδόθηκε στις 18.9.2001, η προσφυγή του αναιρεσείοντος Ιδρύματος κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία κατατέθηκε στις 20.3.2002, ασκήθηκε απαραδέκτως μετά την πάροδο της κατά το άρθρο 66 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. αποκλειστικής ενενηκονθημέρου προθεσμίας από την έκδοση της αποφάσεως αυτής, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

6. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινομένη αίτηση.

 

 

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2006

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας

 

 

Σωτ. Ρίζος  Μ. Ιωαννίδου

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 18ης Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας

 

 

Σωτ. Ρίζος    Μ. Βλασερού

./.

 

 

./.