Αριθμός 421/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2013, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είχε κώλυμα, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Καραμανώφ, Ιω. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ευθ. Αντωνόπουλος, Π. Καρλή, Αντ. Ντέμσιας, Φ. Ντζίμας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Δ. Κυριλλόπουλος, Ά. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Χρ. Ντουχάνης, Φρ. Γιαννακού, Μ. Σταματοπούλου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ά. Καλογεροπούλου και Π. Μπραΐμη καθώς και η Πάρεδρος Μ. Σταματοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 4 Ιανουαρίου 2007 αίτηση:
του Νικολάου Κόλμαν του Θεοδώρου, κατοίκου Αλίμου Αττικής (Μπουμπουλίνας 3), ο οποίος δεν παρέστη, αλλά νομιμοποίησε άλλον από την υπογράφουσα δικηγόρο στην πρώτη επ’ ακροατηρίου συζήτηση,
κατά της Περιφέρειας Αττικής (Περιφερειακή Ενότητα Αθηνών), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Παναγιώτη Δημητρόπουλο (Α.Μ. 17778), που τον διόρισε με πάγιο πληρεξούσιο,
και κατά του παρεμβαίνοντος Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, που εδρεύει στην Αθήνα (Πειραιώς 134 και Αγαθημέρου), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. 25904), που τον διόρισε με πληρεξούσιο.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθμ. 2533/2011 αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αρ. πρωτ. οικ.21894/19.7.2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή Σύμβουλο Δ. Κυριλλόπουλο.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της καθ’ ης Περιφέρειας και τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος Συλλόγου, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1225102, 1546852/2007 ειδικά έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθ. οικ. 21894/19.7.2006 πράξεως του Αντινομάρχου Αθηνών, με την οποία ανεκλήθη η υπ’ αριθ. 15174, σχ. 15323/12.5.2006 πράξη του ίδιου ως άνω Αντινομάρχου, με την οποία είχε χορηγηθεί στον αιτούντα, φαρμακοποιό, άδεια ιδρύσεως φαρμακείου στο Δήμο Αθηναίων. Η ως άνω ανάκληση εχώρησε με την αιτιολογία ότι η αίτηση περί χορηγήσεως της ρηθείσης αδείας φαρμακείου επεδόθη στην αρμόδια υπηρεσία μετά τη δημοσίευση του ν. 3457/2006, σύμφωνα με τον οποίο για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου σε δήμους με πληθυσμό 1501 κατοίκων και άνω απαιτείται αναλογία 1500 κατοίκων για κάθε φαρμακείο και, συνεπώς, η χορήγηση της ζητηθείσης αδείας θα είχε ως αποτέλεσμα την υπέρβαση της κατά νόμον αναλογίας μεταξύ πληθυσμού και αριθμού φαρμακείων στον ανωτέρω Δήμο.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας κατόπιν της υπ’ αριθ. 2533/2011 αποφάσεως του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό ότι η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς κατά της ανωτέρω προσβαλλομένης πράξεως, παρά το γεγονός ότι ο αιτών δεν άσκησε κατ’ αυτής την προβλεπόμενη από το άρθρο 10 παρ. 4 του ν. 1963/1991 (Α΄ 138) προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία έχει τον χαρακτήρα της ενδικοφανούς προσφυγής του άρθρου 45 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), καθόσον από τα στοιχεία του φακέλου δεν προέκυπτε ότι η Διοίκηση είχε ενημερώσει τον αιτούντα, όπως όφειλε, είτε με την ίδια την υποκείμενη στην εν λόγω ενδικοφανή προσφυγή νομαρχιακή πράξη, είτε με το έγγραφο κοινοποιήσεως αυτής, ότι κατά της πράξεως αυτής προβλέπεται η ανωτέρω ενδικοφανής προσφυγή, καθώς και για την προθεσμία ασκήσεώς της και τις συνέπειες από την παράλειψη ασκήσεώς της. Με την ανωτέρω παραπεμπτική απόφαση κρίθηκε οριστικώς ότι η εφαρμογή του θεσπισθέντος με το άρθρο 2 του ν. 1963/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, πληθυσμιακού κριτηρίου για την μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3457/2006 ίδρυση φαρμακείων και, επομένως, στην περίπτωση των φαρμακοποιών που υποβάλλουν αίτηση για ίδρυση φαρμακείου μετά την ημερομηνία αυτή, ανεξαρτήτως του χρόνου που απέκτησαν την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητος, απορριφθέντος ως αβασίμου του προβαλλομένου με την κρινόμενη αίτηση λόγου περί παραβάσεως της αρχής της ισότητος από της ανωτέρω απόψεως. Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση απερρίφθη, επίσης, οριστικώς ο προβληθείς από τον αιτούντα λόγος ακυρώσεως ότι η θέσπιση του ρηθέντος πληθυσμιακού κριτηρίου αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 2 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ απερρίφθη ως αόριστος ο λόγος ακυρώσεως ότι η θέσπιση του εν λόγω κριτηρίου αντίκειται στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου, της νομιμότητος και του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου. Τέλος, με την προαναφερθείσα απόφαση παρεπέμφθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου προς επίλυση αφενός μεν το ζήτημα της συμφωνίας ή μη προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 1963/1991, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, με τις οποίες προβλέπεται πληθυσμιακό κριτήριο για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, αφετέρου δε το ζήτημα της συμφωνίας ή μη των ίδιων ως άνω διατάξεων προς το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
4. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνει στη δίκη το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος», στους σκοπούς του οποίου ανήκει, μεταξύ άλλων, η μέριμνα για την πιστή εφαρμογή της εκάστοτε ισχύουσας φαρμακευτικής νομοθεσίας (άρθρο 52 περ. 1 του ν. 3601/1928 «περί συστάσεως φαρμακευτικών συλλόγων» ΦΕΚ Α΄ 119).
5. Επειδή, κατά τα αναλυτικώς κατωτέρω εκτεθησόμενα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, στους δήμους και τα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα με πληθυσμό μέχρι 1.500 κατοίκους επιτρέπεται η χορήγηση μίας άδειας ιδρύσεως φαρμακείου, ενώ στους δήμους και τα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα με πληθυσμό 1.501 και άνω κατοίκους απαιτείται αναλογία 1.500 κατοίκων για την χορήγηση άδειας ιδρύσεως φαρμακείου. Μετά τη συζήτηση της κρινομένης υποθέσεως στο Δ΄ Τμήμα του Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα υπ’ αριθ. 2533/2011 παραπεμπτική απόφαση, και πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, ετέθη σε ισχύ ο ν. 3918/2011 (Α΄ 31/2.3.2011), με το άρθρο 36 παρ. 3 του οποίου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 παρ. 1 του ν. 3984/2011 (Α΄ 150/27.6.2011), καθορίσθηκε αναλογία ενός φαρμακείου ανά 1.000 κατοίκους, κατ’ αρχήν σε επίπεδο τοπικών κοινοτήτων και, όπου αυτές δεν υπάρχουν, σε επίπεδο δημοτικών κοινοτήτων ή δημοτικών ενοτήτων και, όπου δεν υπάρχουν τοπικές ή δημοτικές κοινότητες, ούτε δημοτικές ενότητες, σε επίπεδο δήμων, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 3852/2010, ενώ σε τοπικές ή δημοτικές κοινότητες με πληθυσμό έως 1.000 κατοίκων επιτρέπεται η χορήγηση μίας αδείας ιδρύσεως φαρμακείου. Εξ άλλου, ναι μεν με το άρθρο 2 του ν. 3919/2011 (Α΄ 32), κατηργήθησαν οι προβλεπόμενοι στη νομοθεσία περιορισμοί που αφορούν στην πρόσβαση και την άσκηση επαγγελμάτων, πλην όμως στο άρθρο 9 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου ρητώς ορίσθηκε ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται για τις επαγγελματικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων, και των φαρμακοποιών. Με τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον με τη νεώτερη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 3 του ν. 3918/2011, η οποία είναι ληπτέα υπ’ όψη για τη διάγνωση της υποθέσεως, διετηρήθη το θεσπισθέν με το άρθρο 2 του ν. 1963/1991, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, πληθυσμιακό κριτήριο για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, μεταβληθέντος απλώς του αριθμού των κατοίκων του οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, ο οποίος λαμβάνεται υπ’ όψη για την χορήγηση της αδείας αυτής, από τα στοιχεία δε του φακέλου της υποθέσεως δεν προκύπτει ότι έχει χορηγηθεί στον αιτούντα, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 36 παρ. 3 του ν. 3918/2011, άδεια ιδρύσεως φαρμακείου, αυτός εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως, η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση της διατάξεως του άρθρου 2 του ν. 1963/1991, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006.
6. Επειδή, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος κατοχυρώνεται η προσωπική και οικονομική ελευθερία ως ατομικό δικαίωμα. Ειδικότερη εκδήλωση της ελευθερίας αυτής αποτελεί η επαγγελματική ελευθερία, δηλαδή η ελευθερία επιλογής και ασκήσεως ορισμένου επαγγέλματος, ως αναγκαίου στοιχείου της προσωπικότητος του ατόμου. Στην ελευθερία αυτή μπορεί ο νόμος να επιβάλει περιορισμούς δικαιολογουμένους από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να ορίζονται γενικώς και κατά τρόπο αντικειμενικό και να τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζομένης επαγγελματικής δραστηριότητος. Η νομοθετική ρύθμιση που περιορίζει την ελευθερία αυτή δεν μπορεί να έχει ως μοναδικό σκοπό την προστασία του οικονομικού συμφέροντος των ήδη ασκούντων συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα προς βλάβη εκείνων που ενδιαφέρονται να ασκήσουν το επάγγελμα αυτό. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητος (βλ. ήδη το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του 2001), οι επιβαλλόμενοι από το νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι εν σχέσει προς αυτόν. Ειδικότερα, όταν ο θεσπιζόμενος περιορισμός αφορά όχι απλώς την άσκηση, αλλά την πρόσβαση σε επάγγελμα προσώπων που συγκεντρώνουν τα νόμιμα προσόντα, η αρχή της αναλογικότητος επιβάλλει να είναι εμφανής και σαφώς διαγνώσιμη η αναγκαιότητα επιβολής ενός τέτοιου εξαιρετικού περιορισμού για την επίτευξη του επιδιωκομένου από το νόμο σκοπού. Εξ άλλου, προκειμένου ο δικαστής να είναι σε θέση να ελέγξει αν οι επιβαλλόμενοι στην επαγγελματική ελευθερία περιορισμοί αποβλέπουν στην ικανοποίηση συνταγματικώς θεμιτού σκοπού, πρέπει να προκύπτει ή να συνάγεται από την ίδια τη ρύθμιση, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας και σε συνδυασμό με τη διέπουσα την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος λοιπή νομοθεσία, ή από την εισηγητική έκθεση που συνοδεύει το σχετικό νόμο, ο σκοπός που επιδιώκεται με τους περιορισμούς αυτούς.
7. Επειδή, το πληθυσμιακό κριτήριο για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου εθεσπίσθη το πρώτον με το άρθρο 1 του ν. 615/1915 (Α΄ 29). Στη συνέχεια, ο ν. 5607/1932 «περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως της φαρμακευτικής νομοθεσίας» (Α΄ 300), όρισε ότι η άδεια ιδρύσεως φαρμακείου χορηγείται σε φαρμακοποιούς που έχουν τα νόμιμα προσόντα (άρθρο 1), περαιτέρω δε καθόρισε τον αριθμό των ιδρυομένων φαρμακείων σε κάθε περιοχή της χώρας βάσει πληθυσμιακών κριτηρίων, δηλαδή αναλογίας των φαρμακείων αυτών προς τον πληθυσμό (άρθρο 3), επί πλέον δε εθέσπισε το κριτήριο της τηρήσεως ελαχίστης αποστάσεως μεταξύ των ιδρυομένων φαρμακείων και μεταξύ αυτών και των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων (άρθρο 20). Ακολούθησε ο Α.Ν. 751/1937 (Α΄ 239), με το άρθρο 2 του οποίου επήλθαν τροποποιήσεις στις πληθυσμιακές αναλογίες που ελαμβάνοντο υπ’ όψη για την ίδρυση φαρμακείων. Με τον Α.Ν. 517/1968 (Α΄ 188) κατηργήθησαν όλοι οι υπάρχοντες περιορισμοί για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, με την επιφύλαξη μόνο της συνδρομής προϋποθέσεων που αφορούσαν στο πρόσωπο του αιτουμένου την χορήγηση της άδειας αυτής (άρθρα 1 και 2). Επηκολούθησε ο ν. 328/1976 (Α΄ 128), με τον οποίο δεν ετέθησαν πληθυσμιακά κριτήρια για την ίδρυση φαρμακείου, αλλά καθορίσθηκαν για τα ιδρυόμενα φαρμακεία ελάχιστες αποστάσεις μεταξύ αυτών και των ήδη λειτουργούντων φαρμακείων (άρθρο 7). Στη συνέχεια, με το ν. 1963/1991 (Α΄ 138) τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν διατάξεις της φαρμακευτικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του εν λόγω ν. 1963/1991 αφενός μεν ορίσθηκε ότι η άδεια ιδρύσεως φαρμακείου για δήμο ή κοινότητα της Χώρας χορηγείται, μετά από γνώμη του οικείου φαρμακευτικού συλλόγου, με απόφαση του αρμόδιου νομάρχη (παρ. 1), αφετέρου δε καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτουμένου την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου (παρ. 2 και 3). Με το άρθρο 2 του ίδιου ως άνω νόμου θεσπίσθηκαν και πάλι πληθυσμιακά κριτήρια για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου. Ειδικότερα, στο τελευταίο αυτό άρθρο ορίσθηκε ότι: «1. Για τον αριθμό των χορηγούμενων για κάθε δήμο ή κοινότητα της Χώρας αδειών ιδρύσεως φαρμακείων από 1.1.1997 τίθενται τα εξής πληθυσμιακά όρια: α) Για δήμους ή κοινότητες με πληθυσμό μέχρι 3.000 κατοίκους, εφ’ όσον δεν λειτουργεί φαρμακείο, επιτρέπεται η χορήγηση μίας μόνο άδειας ιδρύσεως φαρμακείου β) Για δήμους ή κοινότητες με πληθυσμό από 3.001 μέχρι 10.000 κατοίκους απαιτείται αναλογία 3.000 κατοίκων για κάθε φαρμακείο γ) Για δήμους με πληθυσμό από 10.001 μέχρι 100.000 κατοίκους απαιτείται αναλογία 2.500 κατοίκων για κάθε φαρμακείο δ) Για δήμους με πληθυσμό άνω των 100.001 κατοίκων απαιτείται αναλογία 2.000 κατοίκων για κάθε φαρμακείο. 2. Τα πληθυσμιακά όρια της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για τους φαρμακοποιούς που κατέχουν ή πρόκειται να αποκτήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στην Ελλάδα μέχρι 31.12.1996. 3. Ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση τα αποτελέσματα της τελευταίας επίσημης απογραφής του Κράτους».
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου, η θέσπιση των πληθυσμιακών αυτών κριτηρίων απέβλεπε στην εξασφάλιση της λειτουργικής και οικονομικής βιωσιμότητος των φαρμακείων και, κατ’ επέκταση, στην αποτροπή της δημιουργίας κινδύνων για τη δημόσια υγεία. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 του ανωτέρω ν. 1963/1991 αντικαταστάθηκε μεν το άρθρο 7 του ν. 328/1976, αλλά διατηρήθηκε σε ισχύ η προϋπόθεση της τηρήσεως ελαχίστης αποστάσεως μεταξύ ήδη λειτουργούντος και μέλλοντος να λειτουργήσει φαρμακείου. Με την υπ’ αριθ. 3665/2005 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1963/1991, με τις οποίες θεσπίσθηκαν πληθυσμιακά κριτήρια για την ίδρυση φαρμακείου, εκρίθησαν ανίσχυρες, ως αντίθετες προς το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, εν όψει του κατά τα προαναφερθέντα επιδιωκομένου, μοναδικού δε, σκοπού της εξασφαλίσεως της οικονομικής βιωσιμότητος των φαρμακείων. Το ανωτέρω άρθρο 2 του ν. 1963/1991 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006 (Α΄ 93). Με το άρθρο αυτό του νεώτερου νόμου διατηρήθηκαν τα πληθυσμιακά κριτήρια για την ίδρυση φαρμακείων, μειωθέντος του αριθμού των κατοίκων που απαιτείται για την ίδρυση φαρμακείου εν σχέσει με τον αριθμό που προεβλέπετο στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1963/1991, όπως ίσχυε προ της κατά τα ανωτέρω αντικαταστάσεώς του, ενώ κατηργήθη η προβλεπόμενη στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 1963/1991 εξαίρεση από τα πληθυσμιακά κριτήρια των φαρμακοποιών εκείνων που κατείχαν ή επρόκειτο να αποκτήσουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος έως τις 31.12.1996. Ειδικότερα, το άρθρο 2 του ν. 1963/1991, όπως ίσχυσε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, όρισε τα ακόλουθα: «1. Για την προστασία της Δημόσιας Υγείας και την ορθολογική κατανομή των φαρμακείων στην επικράτεια, καθορίζονται τα ακόλουθα όρια στους δήμους και τα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 1 του ν. 2539/1997 (ΦΕΚ 244 Α΄). Στους δήμους και τα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα με πληθυσμό μέχρι χίλιους πεντακόσιους (1.500) κατοίκους επιτρέπεται η χορήγηση μίας μόνον άδειας φαρμακείου, β) στους δήμους και τα δημοτικά ή κοινοτικά διαμερίσματα με πληθυσμό χίλιους πεντακόσιους έναν (1.501) και άνω κατοίκους απαιτείται αναλογία χιλίων πεντακοσίων (1.500) κατοίκων για κάθε φαρμακείο. 2. Ο πληθυσμός υπολογίζεται με βάση το αποτέλεσμα της τελευταίας απογραφής». Περαιτέρω, με τη διάταξη της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου 13 του ν. 3457/2006 διατηρήθηκε σε ισχύ η προϋπόθεση της τηρήσεως αποστάσεων μεταξύ των φαρμακείων και απλώς τροποποιήθηκαν οι θεσπίζουσες την προϋπόθεση αυτή διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 7 του ν. 328/1976, όπως είχε αντικατασταθεί. Τέλος, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 3457/2006 αντικαταστάθηκε το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1963/1991, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 24 παρ. 1 του ν. 2716/1999 (Α΄ 96), ως εξής: «Άδεια ίδρυσης φαρμακείου χορηγείται, μετά από γνώμη του οικείου Φαρμακευτικού Συλλόγου, με απόφαση του αρμόδιου Νομάρχη για δήμο ή κοινότητα της χώρας στον οποίο δεν επήλθε μεταβολή με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2539/1997 … καθώς και για δήμο ή κοινότητα που αποτελεί, αντίστοιχα, δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα του συνιστώμενου με τον ως άνω νόμο νέου δήμου. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 1963/1991 … εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις των καταργηθέντων δήμων και κοινοτήτων, όπου δε σε αυτές αναφέρεται ο όρος δήμος ή κοινότητα νοείται το οικείο δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα, στο οποίο αντιστοιχεί ο Ο.Τ.Α. που καταργήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2539/1997».
8. Επειδή, τα φαρμακεία δεν αποτελούν αμιγώς εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά ιδιότυπα καταστήματα, στα οποία συνδυάζεται η υπεύθυνη επιστημονική δραστηριότητα και η κοινωνική αποστολή με την εμπορική εκμετάλλευση. Περαιτέρω, εκ του λόγου ότι τα διατιθέμενα στα φαρμακεία αγαθά, αναγκαία για τη διαφύλαξη και την αποκατάσταση της ανθρώπινης υγείας, είναι ζωτικής σπουδαιότητος για το κοινωνικό σύνολο, υφίσταται έντονο κρατικό ενδιαφέρον για τη ρύθμιση τόσο της ασκήσεως όσο και της προσβάσεως στο επάγγελμα του φαρμακοποιού, το οποίο συνδέεται αρρήκτως με την προστασία της δημόσιας υγείας. Συνεπώς, η εξασφάλιση της βιωσιμότητος των φαρμακείων, και μάλιστα υπό συνθήκες λειτουργίας τους εκτός όρων ελεύθερου ανταγωνισμού, καθώς και η ορθολογική και ισόρροπη κατανομή τους σε ολόκληρη την Χώρα, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο άμεσος και με ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμός του συνόλου του πληθυσμού με τα αναγκαία φάρμακα, αποτελούν επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι δικαιολογούν την επιβολή περιορισμών όχι μόνο στην άσκηση, αλλά και στην πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού προσώπων που συγκεντρώνουν, κατ’ αρχήν, τα νόμιμα προσόντα για την άσκησή του. Εξ άλλου, εφόσον το κόστος των χορηγουμένων από τα φαρμακεία φαρμάκων καλύπτεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, από τους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως, η υπερβολική και άνευ ευλόγου αιτίας λήψη φαρμάκων εκ μέρους των ασφαλισμένων, έχει ως συνέπεια την κατασπατάληση των περιορισμένων οικονομικών πόρων που διατίθενται από τον κρατικό προϋπολογισμό στους ασφαλιστικούς οργανισμούς για την υγειονομική περίθαλψη των ασφαλισμένων. Συνεπώς, εκτός των προαναφερθέντων λόγων, και ο σκοπός της αποτροπής του κινδύνου σοβαράς διαταράξεως της οικονομικής ισορροπίας του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, συνιστά επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την επιβολή περιορισμών τόσο στην άσκηση όσο και στην πρόσβαση στο επάγγελμα του φαρμακοποιού.
9. Επειδή, με τις αναφερθείσες σε προηγούμενη σκέψη διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006 εθεσπίσθησαν εκ νέου πληθυσμιακά κριτήρια για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, τα οποία, έχοντας ως συνέπεια την παρεμπόδιση ιδρύσεως φαρμακείου σε οιαδήποτε περιοχή της Χώρας, κατά την επιλογή του κάθε ενδιαφερομένου, συνεπάγονται περιορισμό όχι απλώς στην άσκηση, αλλά και στην πρόσβαση στο ελεύθερο επάγγελμα του φαρμακοποιού. Ο περιορισμός, όμως, αυτός, ο οποίος ορίζεται γενικώς και κατά τρόπο αντικειμενικό και αφορά ένα επάγγελμα, η άσκηση του οποίου συνδέεται αμέσως με τη δημόσια υγεία, αποσκοπεί, κατά τα εκτιθέμενα και στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω ν. 3457/2006, στην καταπολέμηση του πληθωρισμού των φαρμακείων με τις εντεύθεν γεννώμενες παρενέργειες, όπως είναι τα φαινόμενα υπερσυνταγογραφήσεως και κατευθυνομένης συνταγογραφήσεως, τα οποία προκάλεσε, και κατά το παρελθόν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, η υπέρμετρη, εν όψει του μεγέθους του πληθυσμού της χώρας και των αναγκών του σε φάρμακα, αύξηση του αριθμού των φαρμακείων (περί τα 10.000 λειτουργούντα φαρμακεία), ιδιαιτέρως στα μεγάλα αστικά κέντρα και η συνεπεία τούτου ανάπτυξη αθεμίτου ανταγωνισμού μεταξύ των φαρμακοποιών, στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν την οικονομική βιωσιμότητα των φαρμακείων τους. Τα φαινόμενα αυτά, εκτός των επιπτώσεων που ενδέχεται να έχουν για τη δημόσια υγεία – εν όψει, προφανώς, του ότι, σε περίπτωση που τα φάρμακα λαμβάνονται χωρίς αποχρώντα λόγο, είναι δυνατό να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη στην υγεία των πολιτών – έχουν ως συνέπεια και την οικονομική επιβάρυνση του Δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών, των οποίων απειλείται η οικονομική βιωσιμότητα. Περαιτέρω, η θέσπιση της ανωτέρω ρυθμίσεως αποβλέπει, όπως προκύπτει από την ίδια ως άνω αιτιολογική έκθεση του ν. 3457/2006, και στην εξασφάλιση της ορθολογικής κατανομής των φαρμακείων στις διάφορες περιοχές της χώρας και, διά του τρόπου αυτού, στην εξασφάλιση της ευχερούς προσβάσεως του συνόλου των πολιτών στην αγορά φαρμάκου, υπό την έννοια, προφανώς, ότι, εφόσον οι φαρμακοποιοί δεν θα έχουν τη δυνατότητα, λόγω των πληθυσμιακών κριτηρίων, να ιδρύσουν φαρμακείο σε περιοχές, στις οποίες υπάρχει ήδη επαρκής αριθμός φαρμακείων, θα υποχρεωθούν εκ των πραγμάτων να επιδιώξουν την ίδρυση φαρμακείου σε περιοχές οι οποίες εμφανίζονται λιγότερο ελκυστικές και όπου, για το λόγο αυτόν, υπάρχει έλλειψη φαρμακείων.
10. Επειδή, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο θεσπισθείς με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006 περιορισμός επεβλήθη προς εξυπηρέτηση σκοπών, οι οποίοι συνιστούν επιτακτικούς σκοπούς δημοσίου συμφέροντος. Ειδικότερα, ο εν λόγω περιορισμός επεβλήθη στα πλαίσια της, κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, υποχρεώσεως του Κράτους όπως μεριμνά για την υγεία των πολιτών, για την οποία οφείλει να ενεργεί και προληπτικώς. Περαιτέρω, ο ανωτέρω περιορισμός επεβλήθη και εν όψει της θεσπιζομένης από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος υποχρεώσεως του Κράτους όπως μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, καθόσον με τη θέσπισή του επιδιώκεται η προστασία των διαθεσίμων για την υγειονομική περίθαλψη από το Δημόσιο και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως οικονομικών πόρων. Εξ άλλου, ο περιορισμός της επαγγελματικής ελευθερίας των φαρμακοποιών με τη θέσπιση των προβλεπομένων στην προαναφερθείσα διάταξη πληθυσμιακών κριτηρίων για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου δεν δύναται να θεωρηθεί ότι είναι προδήλως απρόσφορος για την επίτευξη των προαναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος, ενώ δεν δύναται να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει το αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω σκοπών μέτρο ή τα επιβαλλόμενα από την αρχή της αναλογικότητος όρια, εν όψει και του μειωμένου αριθμού κατοίκων, με τον οποίο συνδέεται το επίμαχο κριτήριο (αναλογία ενός φαρμακείου ανά 1.500 κατοίκους). Εξ άλλου, η καταλληλότητα του επίμαχου περιορισμού για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτόν σκοπών δημοσίου συμφέροντος δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, προκειμένου να προσδιορισθεί ο αριθμός των δυναμένων να ιδρυθούν σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοικήσεως (δήμο ή κοινότητα) ή δημοτικό ή κοινοτικό διαμέρισμα φαρμακείων, λαμβάνεται υπόψη μόνον ο πληθυσμός αυτών που προκύπτει από την τελευταία απογραφή, όχι δε και οι ιδιαιτερότητες του συγκεκριμένου οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως ή δημοτικού ή κοινοτικού διαμερίσματος (π.χ. αν είναι ορεινός ή νησιωτικός, αν αποτελείται από περισσότερους οικισμούς απομακρυσμένους ο ένας από τον άλλον με δυσχέρεια επικοινωνίας μεταξύ τους). Και τούτο διότι με τον εν θέματι περιορισμό ο νομοθέτης επιδιώκει, κατά τα ήδη εκτεθέντα, όχι μόνο την ορθολογική και ισόρροπη διασπορά των φαρμακείων στο σύνολο της εδαφικής περιφέρειας της χώρας, αλλά και την προστασία της δημόσιας υγείας, με την εξασφάλιση στο σύνολο του πληθυσμού της δέουσας προσβάσεως στη φαρμακευτική υπηρεσία, καθώς και των διαθεσίμων για την υγειονομική περίθαλψη από το Δημόσιο και τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως οικονομικών πόρων. Άλλωστε, ο νομοθέτης επιδιώκει την εκπλήρωση του ίδιου σκοπού και με άλλα μέσα, όπως είναι η ρύθμιση περί ελαχίστης αποστάσεως μεταξύ των φαρμακείων. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της επιδιώξεως των προαναφερθέντων σκοπών δημοσίου συμφέροντος, με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006 καταργήθηκε η θεσπισθείσα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 1963/1991, ως είχε αρχικώς, εξαίρεση από την τήρηση των πληθυσμιακών κριτηρίων των φαρμακοποιών εκείνων, οι οποίοι είχαν αποκτήσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στην Ελλάδα έως τις 31.12.1996. Και τούτο διότι, τυχόν διατήρηση της ισχύος της εν λόγω εξαιρέσεως, θα ήταν δυνατόν να υπονομεύσει την προσπάθεια επιλύσεως των προβλημάτων τα οποία, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη ανέκυψαν για τη δημόσια υγεία και τη βιωσιμότητα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος από τη λειτουργία δυσαναλόγως μεγάλου αριθμού φαρμακείων εν σχέσει με τον πληθυσμό και τη συγκέντρωσή τους στα μεγάλα αστικά κέντρα, εφόσον θα ήταν δυνατόν, επί χρονικό διάστημα, μη δυνάμενο εκ των προτέρων να προσδιορισθεί επακριβώς, να συνεχισθεί η ίδρυση φαρμακείων, σε αριθμό επίσης μη δυνάμενο να προσδιορισθεί, χωρίς την τήρηση πληθυσμιακών κριτηρίων, με συνέπεια να διαιωνίζονται τα ανωτέρω προβλήματα. Η καταλληλότητα, τέλος, του επίμαχου πληθυσμιακού κριτηρίου για την εξυπηρέτηση των επιδιωκομένων από το νομοθέτη σκοπών δημοσίου συμφέροντος δεν αναιρείται, ως ελέχθη, από τη θεωρητική δυνατότητα θεσπίσεως άλλου συστήματος χορηγήσεως αδειών ιδρύσεως φαρμακείων στους οικισμούς της Χώρας βάσει άλλων κριτηρίων, όπως είναι τα «χωροταξικά», δηλαδή κριτήρια, τα οποία δεν θα ήσαν γενικά αλλά θα ελάμβαναν υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες κάθε περιοχής και οικισμού. Τούτο δε, διότι το Συμβούλιο της Επικρατείας καταλήγει σε κρίση περί αντισυνταγματικότητος νομοθετικού μέτρου, βάσει της αρχής της αναλογικότητος, μόνον αν είναι κατάδηλο ότι το μέτρο αυτό είναι ή από τη φύση του προδήλως ακατάλληλο ή κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας προδήλως απρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νόμο σκοπού δημοσίου συμφέροντος, όχι δε και όταν μπορεί να αμφισβητηθεί η σκοπιμότητα απλώς του μέτρου, κρίση η οποία εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.
11. Επειδή, την ως άνω ερμηνευτική άποψη ενισχύει και η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 1ης Ιουνίου 2010, Joze Manuel Blanco Perez, Maria del Pilar Chao Gomez κατά Consejeria de Salud y Servicios Sanitarios, Principado de Asturias (C – 570/2007 και C – 571/2007). Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι δεν αντίκειται στο άρθρο 49 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), με το οποίο απαγορεύεται η θέσπιση περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους, ρύθμιση της ισπανικής νομοθεσίας που θεσπίζει πληθυσμιακά κριτήρια για την χορήγηση αδειών ιδρύσεως νέων φαρμακείων και ελάχιστη απόσταση μεταξύ των φαρμακείων, εν όψει του επιδιωκομένου με τη ρύθμιση αυτή σκοπού, συνισταμένου στην εγγύηση του ασφαλούς και με ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμού του πληθυσμού με φάρμακα. Η ανωτέρω απόφαση αναφέρει, περαιτέρω, ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώρια εκτιμήσεως ως προς το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που επιθυμούν να εξασφαλίσουν, καθώς και τον τρόπο κατά τον οποίο θα επιτευχθεί το επίπεδο αυτό, ότι ούτε η οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 255 της 30.9.2005), ούτε κανένα άλλο νομοθέτημα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, που κατοχυρώνει τις θεμελιώδεις ελευθερίες διατυπώνει κανόνες προσβάσεως στις δραστηριότητες του τομέα της φαρμακευτικής υπηρεσίας και ότι στην εικοστή έκτη αιτιολογική σκέψη της ανωτέρω οδηγίας προβλέπεται ότι η γεωγραφική κατανομή των φαρμακείων εξακολουθεί να εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.
12. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αιτών, ο οποίος είχε λάβει την υπ’ αριθ. 2658/1987 άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, με την από 10.5.2006 αίτησή του, επιδοθείσα στην αρμόδια υπηρεσία στις 11.5.2006, ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια ιδρύσεως φαρμακείου στο Δήμο Αθηναίων. Με την υπ’ αριθ. 15174, σχ. 15323/12.5.2006 πράξη του Αντινομάρχη Αθηνών εχορηγήθη η ζητηθείσα άδεια. Στη συνέχεια, όμως, η πράξη αυτή ανεκλήθη με την ήδη προσβαλλόμενη πράξη, με την αιτιολογία ότι η αίτηση περί χορηγήσεως της ανωτέρω αδείας επεδόθη στην αρμόδια υπηρεσία μετά τη δημοσίευση του ν. 3457/2006, σύμφωνα με τον οποίο για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου σε δήμους με πληθυσμό 1501 κατοίκων και άνω απαιτείται αναλογία 1500 κατοίκων για κάθε φαρμακείο και, συνεπώς, η χορήγηση της ζητηθείσης αδείας θα είχε ως αποτέλεσμα την υπέρβαση της κατά νόμον αναλογίας μεταξύ πληθυσμού και αριθμού φαρμακείων στον ανωτέρω Δήμο. Η αιτιολογία αυτή είναι νόμιμη, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, η θέσπιση με το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 2 του ν. 1963/1991, πληθυσμιακών κριτηρίων για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, που συνιστά περιορισμό της ελευθερίας των εχόντων άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού να ασκήσουν το ελεύθερο επάγγελμα του φαρμακοποιού, δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στην κατοχυρούμενη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητος, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
13. Επειδή, το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία εκυρώθη μαζί με το εν λόγω Πρωτόκολλο με το νδ 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει τα εξής: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
14. Επειδή, με τις ανωτέρω διατάξεις κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας κάθε προσώπου, την οποία δύναται να στερηθεί μόνο για λόγους δημοσίας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Η απλή προσδοκία, όμως, ότι δεν θα μεταβληθεί το νομοθετικό καθεστώς, το οποίο διέπει τις προϋποθέσεις για την άσκηση ενός επαγγέλματος, όπως είναι το ελεύθερο επάγγελμα του φαρμακοποιού, το οποίο, μάλιστα, λόγω της φύσεώς του συνδέεται αμέσως με την προστασία της δημοσίας υγείας, αλλά και με τη λειτουργία του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, δεν δύναται να θεωρηθεί δικαίωμα περιουσιακής φύσεως, ακόμη και όταν το δικαίωμα αυτό νοείται ευρύτερα ως ένα οικονομικό συμφέρον με περιουσιακή αξία (πρβλ. απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επί της υπ’ αριθ. 8410/1978 προσφυγής, αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Stec και άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 12.4.2006, σκέψη 53, Slivenko και άλλοι κατά Λεττονίας της 9.10.2003, σκέψη 121, Kopecký κατά Σλοβακίας της 28.9.2004, σκέψη 35, Ozturk κατά Τουρκίας της 28.9.1999). Συνεπώς, ο τυχών απλώς αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού δεν δύναται να επικαλεσθεί κεκτημένο δικαίωμα ή, έστω, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη διατήρηση της υφισταμένης, κατά τον χρόνο που απέκτησε την εν λόγω άδεια ή της μεταγενέστερης νομοθεσίας, που αφορά την άσκηση του ελευθέρου επαγγέλματος του φαρμακοποιού. Τούτο δε διότι η νομοθεσία αυτή είναι δυνατόν να τροποποιηθεί από το νομοθέτη στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως, την οποία διαθέτει, τόσο για τη διαπίστωση της υπάρξεως τυχόν προβλημάτων απτομένων του δημοσίου συμφέροντος, τα οποία απαιτούν τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπισή τους, όσο και για την επιλογή των καταλλήλων για τη θεραπεία των προβλημάτων αυτών μέτρων. Εξ άλλου, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, ο κάτοχος αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, πλην της ασκήσεως του ελευθέρου επαγγέλματος του φαρμακοποιού, έχει τη δυνατότητα να ασκήσει και άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες [βλ. ιδίως τα άρθρα 89 του ν. 2072/1992 (Α΄ 123) και 40 του ν. 2519/1997 (Α΄ 165) περί συστάσεως, αντιστοίχως, κλάδου νοσοκομειακών φαρμακοποιών και κλάδου νοσοκομειακών φαρμακοποιών του Εθνικού Συστήματος Υγείας, το παράρτημα Δ΄ τμήμα Ε΄ περ. 6 του πδ 517/1991 (Α΄ 202), στο οποίο προβλέπεται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ιδιωτική κλινική υποχρεούται να διαθέτει φαρμακείο, πρέπει να έχει έναν τουλάχιστον φαρμακοποιό με άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, το άρθρο 29 του ν. 5607/1932, το οποίο ορίζει ότι εργοστάσια ή εργαστήρια φαρμακευτικών προϊόντων πρέπει να διευθύνονται από χημικό ή επιστήμονα φαρμακοποιό, το άρθρο 5 παρ. 2 του αν.ν. 517/1968, το οποίο προβλέπει τη διατήρηση σε λειτουργία κληρονομικού φαρμακείου με υπεύθυνο επιστήμονα φαρμακοποιό, το άρθρο 2 του νδ 363/1941 (Α΄ 268), το οποίο ορίζει ότι άδεια ιδρύσεως φαρμακαποθήκης χορηγείται σε φαρμακοποιούς]. Εν όψει των προαναφερθέντων δεν εδημιουργήθη υπέρ του αιτούντος κατάσταση χρήζουσα προστασίας κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. ή την αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης, ως εκ του ότι είχε αποκτήσει από το έτος 1987 την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού. Συνεπώς, οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η θέσπιση, με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3457/2006, πληθυσμιακού κριτηρίου για την χορήγηση αδείας ιδρύσεως φαρμακείου, παραβιάζουν το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., το άρθρο 17 του Συντάγματος, με το οποίο προστατεύεται η ιδιοκτησία και την αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης, πρέπει να απορριφθούν.
15. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Δέχεται την παρέμβαση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και
Επιβάλλει στον αιτούντα τη δικαστική δαπάνη του παρεμβαίνοντος Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ και της Περιφέρειας Αττικής, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2013
Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος Η Γραμματέας
Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Φεβρουαρίου 2014.
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
Σωτ. Αλ. Ρίζος Μ. Παπασαράντη
ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ
Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.
Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.
Αθήνα, ……………………………………….
Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας
./.
