ΣτΕ 459/13, Ολομ., ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ, το πρόστιμο του α. 24παρ1-3 ν.2214/94 οπ. τροπ. α.3παρ.9 ν.2753/99 και αφορά τις ΑΕ ακινήτων που δεν ονομαστικοποίησαν τις μετοχές τους δεν αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας (μειοψ.)

ΣΤΕ ΟΛΟΜ.

Αριθμός 459/2013
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Π. Πικραμμένος, Πρόεδρος, Ν. Σακελλαρίου, Α. Ράντος, Αντιπρόεδροι, Ε. Σαρπ, Ν. Μαρκουλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Μ. Καραμανώφ, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Μ. Ε. Κωνσταντινίδου, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Ι. Ζόμπολας, Σ. Μαρκάτης, Η. Τσακόπουλος, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Α. Σταθάκης, Ο. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Σύμβουλοι, Π. Μπραΐμη, Μ. Σταματοπούλου, Ε. Μουργιά, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι, Η. Τσακόπουλος, Δ. Κυριλλόπουλος, καθώς και η Πάρεδρος Ελ. Μουργιά μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπαδοπούλου.
Για να δικάσει την από 26 Μαρτίου 2007 αίτηση:
της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΕΡΟΠ – ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΩΝ (ΕΡΟΠ Α.Β.Ε.Ε.), που εδρεύει στη Ρόδο (Αυστραλίας 28), η οποία παρέστη με το δικηγόρο Γεώργιο Στεφανάκη (Α.Μ. 4198), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Θεόδωρο Ψυχογιό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου κατόπιν της υπ΄ αριθμ. 1374/2009 αποφάσεως του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια τα ζητήματα που αναφέρονται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ΄ αριθμ. 144/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία επέχει θέση εισηγήσεως, από τον εισηγητή, Σύμβουλο Ι. Γράβαρη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, λόγω κωλύματος, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του π.δ. 18/1989 (Α΄8), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 (Α΄ 241), της Παρέδρου Μαρίας Σταματοπούλου, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την υπόθεση, μετέσχε αντ’ αυτής στη διάσκεψη ως τακτικό μέλος η Πάρεδρος Ελένη Μουργιά, αναπληρωματικό έως τότε μέλος της συνθέσεως (Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας 66Α/4.4.2011).
2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 144/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποίαν απορρίφθηκε έφεση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της 278/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε ομοίως απορριφθεί προσφυγή της εν λόγω εταιρείας κατά της 696/2000 πράξεως του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας Ρόδου, με την οποία της είχε επιβληθεί πρόστιμο 99.480.000 δραχμών κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 24 (παρ. 1-3) του ν. 2214/1994, γιατί θεωρήθηκε ότι κατά παράβαση των οριζομένων στις διατάξεις αυτές δεν είχε μετατρέψει τις μετοχές της σε ονομαστικές, παρόλο που κατά τη δημοσίευση του πιο πάνω νόμου ποσοστό άνω του 60% των κεφαλαίων της ήταν επενδεδυμένο σε αστικά ακίνητα.
3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται στην Ολομέλεια κατόπιν της 1374/2009 αποφάσεως του Β΄Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία παραπέμφθηκαν προς επίλυση, κατά το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, τα ακόλουθα ζητήματα: α) Αν η διάταξη της παραγράφου 11 του άρθρου 6 του ν. 3296/2004, με την οποία καταργήθηκαν οι εφαρμοσθείσες ως άνω διατάξεις του ν. 2214/1994, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και της ίσης εφαρμογής του νόμου, καθ’ ο μέρος ανέτρεξε και κατέλαβε «επιλεκτικά» τους παραβάτες των οποίων οι υποθέσεις ήταν εκκρεμείς κατά τη δημοσίευση του ν. 3296 ενώπιον των φορολογικών αρχών, έτσι ώστε να εξακολουθούν να υπόκεινται σε πρόστιμο ορισμένοι μόνο από τους παραβάτες – μεταξύ άλλων εκείνοι, όπως η αιτούσα, που οι υποθέσεις τους ήταν εκκρεμείς ενώπιον δικαστηρίων· και β) αν το επίδικο πρόστιμο, όπως προβλέπεται στο ανωτέρω άρθρο 24 του ν. 2214/1994, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
4. Επειδή, στο εν λόγω άρθρο 24 του ν. 2214/1994 (Α΄75/11.5.1994), όπως ίσχυε αρχικά, υπό τον τίτλο «Ονομαστικοποίηση μετοχών ανώνυμων εταιρειών», ορίζονται τα εξής: Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, ότι «Οι μετοχές των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών, που έχουν ως αντικείμενο εργασιών την εκμετάλλευση κλινικών, διαγνωστικών κέντρων, […] εκπαιδευτηρίων, φροντιστηρίων, […] και γενικά την παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ή εκπαίδευσης οποιασδήποτε μορφής και βαθμίδας, είναι υποχρεωτικά ονομαστικές στο σύνολό τους»· στο δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, ότι «Η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει και για τις λοιπές ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, με εξαίρεση τις ξενοδοχειακές, αυτές που ασχολούνται με την ανέγερση και πώληση οικοδομών, καθώς και τις εταιρείες που τελούν υπό εκκαθάριση, εφόσον τα κεφάλαιά τους στα οποία περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως αποθεματικά που έχουν σχηματίσει είναι επενδεδυμένα σε αστικά ακίνητα κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) και άνω»· στην παράγραφο 2, ότι «Οι υφιστάμενες ανώνυμες εταιρείες που εμπίπτουν στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού και το μετοχικό τους κεφάλαιο καλύπτεται συνολικά ή μερικά με μετοχές ανώνυμες, υποχρεούνται, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να μετατρέψουν αυτές σε ονομαστικές», και ότι «Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ο προϊστάμενος της αρμόδιας για τη φορολογία της εταιρείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει πράξη κατά της ανώνυμης εταιρείας με την οποία επιβάλλει σε βάρος της για κάθε μήνα καθυστέρησης, ανεξάρτητα αν υπήρχε ή όχι δόλος ή αμέλεια, πρόστιμο που ορίζεται σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί της κατά το χρόνο έκδοσης της πρώτης πράξης αξίας του συνόλου των μετοχών της, […]» στη δε παράγραφο 3, ότι «Για τις ανώνυμες εταιρείες, που εμπίπτουν στις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού, εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, καθώς και των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 4459/1965 (ΦΕΚ 35 Α΄), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 51 του ν. 542/1977 (ΦΕΚ 41 Α΄)», ότι «Στην περίπτωση που η αξία των αστικών ακινήτων ανώνυμης εταιρείας υπερβεί το εξήντα τοις εκατό (60%) του κεφαλαίου της, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως αποθεματικά σε κάποια διαχειριστική περίοδο, η ανώνυμη εταιρεία υποχρεούται να προβεί στην ονομαστικοποίηση των μετοχών της μέσα σε έξι (6) μήνες από το τέλος αυτής της διαχειριστικής περιόδου», και ότι «Εξαιρετικά για τις ανώνυμες εταιρείες που είναι εισηγμένες ή εισάγονται στο Χρηματιστήριο δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 4459/1965.». Εξ άλλου, με τον τελευταίο αυτό νόμο 4459/1965 (Α΄35) αντιμετωπίσθηκε από φορολογικής πλευράς, όπως αναφέρεται στην εισηγητική του έκθεση, το ζήτημα της υπεραξίας των αστικών ακινήτων και, μεταξύ άλλων, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 13, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 542/1977 (Α΄41), προβλέφθηκε ότι «Αι μετοχαί των ανωνύμων εταιρειών, αίτινες ανεξαρτήτως του εις το καταστατικόν των αναγραφομένου σκοπού, ασχολούνται εν τοις πράγμασι κυρίως εις την εκμίσθωσιν και εν γένει εις την εκμετάλλευσιν αστικών ακινήτων και τα κεφάλαια αυτών, περιλαμβανομένων και των αποθεματικών, είναι επενδεδυμένα εις αστικά ακίνητα κατά ποσοστόν ανώτερον του εξήκοντα επί τοις εκατόν (60%) είναι υποχρεωτικώς ονομαστικαί εν τω συνόλω των», στις δε παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου, στις οποίες παραπέμπει, κατά τ’ ανωτέρω, το άρθρο 24 του ν.2214/1994, ορίσθηκαν τα εξής: «4. Εφ’ εκάστης εξ επαχθούς αιτίας μεταβιβάσεως μετοχών των ανωνύμων εταιρειών, περί ων αι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλεται φόρος επί συντελεστή πέντε επί τοις εκατόν (5%) εις βάρος του μεταβιβάζοντος, υπολογιζόμενος επί της αξίας αυτών, κατά τον χρόνον της μεταβιβάσεως. Διά τον προσδιορισμόν της αξίας των μετοχών, λαμβάνεται υπ’ όψιν η αξία αυτών, διά την εξεύρεσιν της οποίας εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν.Δ. 118/1973 “περί Κώδικος Φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων” [που καθορίζουν τρόπο εξευρέσεως της αγοραίας αξίας]. Διά την μεταβίβασιν των μετοχών συντάσσεται υποχρεωτικώς συμβολαιογραφικόν έγγραφον. 5. Δι’ εκάστην μεταβίβασιν μετοχών των περί ων η παραγρ. 1 του παρόντος ανωνύμων εταιρειών, οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται, προ της συντάξεως του μεταβιβαστικού συμβολαίου, να επιδώσουν κοινήν δήλωσιν εις διπλούν, προς τον Οικονομικόν Έφορον τον αρμόδιον διά την φορολογίαν εισοδήματος της ανωνύμου εταιρείας και να καταβάλουν εξ ολοκλήρου συν τη δηλώσει τον αναλογούντα φόρον. […]». Στη συνέχεια εκδόθηκε ο ν. 2753/1999 («Απλοποιήσεις και ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος και άλλες διατάξεις», Α΄249), στο άρθρο 3 του οποίου περιελήφθησαν, μεταξύ άλλων, οι εξής ρυθμίσεις: Με την παράγραφο 4 προσετέθη στο άρθρο 13 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994) παράγραφος 2, κατά την οποία «φορολογείται αυτοτελώς με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) η πραγματική αξία πώλησης μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, που μεταβιβάζονται από ιδιώτες ή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ημεδαπά ή αλλοδαπά […]». Στην παράγραφο 8 ορίσθηκε ότι «οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 13 του ν. 4459/1965 (ΦΕΚ 35 Α) καταργούνται». Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αναφέρεται σχετικώς ότι «η κατάργηση αυτή κρίθηκε αναγκαία μετά την επιβολή [κατά την ανωτέρω παράγραφο 4] αυτοτελούς φορολόγησης πέντε τοις εκατό (5%) στην πραγματική αξία όλων γενικά των μετοχών των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών (επομένως και των κτηματικών Α.Ε.) που μεταβιβάζονται» και ότι «Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή αν δεν καταργούντο οι πιο πάνω διατάξεις του ν. 4459/1965, θα είχαμε την επιβολή διπλής φορολογίας στην αξία των μεταβιβαζόμενων μετοχών των ανωνύμων κτηματικών εταιρειών.». Περαιτέρω, με την παράγραφο 9 του αυτού ως άνω άρθρου 3 του ν. 2753/1999, η προμνημονευθείσα διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 2214/1994, περί επιβολής προστίμου για παράλειψη εμπρόθεσμης ονομαστικοποίησης μετοχών, αντικαταστάθηκε ως εξής: «Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, ο προϊστάμενος της αρμόδιας για τη φορολογία της εταιρείας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εκδίδει πράξη κατά της ανώνυμης εταιρείας με την οποία επιβάλλει σε βάρος της πρόστιμο, που υπολογίζεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) επί του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της, που είχε κατά το χρόνο λήξης της προθεσμίας προς ονομαστικοποίηση των μετοχών της». Ακολούθησε ο ν. 3296/2004, στην παράγραφο 11 του άρθρου 6 του οποίου ορίσθηκε ότι «Οι διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 και της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του Ν. 2214/1994 (ΦΕΚ 75 Α΄) καταργούνται» και ότι «Η κατάργηση περιλαμβάνει και υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των Φορολογικών Αρχών αναφορικά με την εφαρμογή των καταργούμενων διατάξεων.». Στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού αναφέρεται σχετικώς ότι «με τις [εν λόγω] διατάξεις καταργείται η υποχρέωση των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών των οποίων τα κεφάλαια είναι επενδεδυμένα σε αστικά ακίνητα κατά ποσοστό 60% και άνω να έχουν ονομαστικές μετοχές για ολόκληρο το μετοχικό τους κεφάλαιο» και ότι «η κατάργηση αυτή, καθώς και η κατάργηση του προστίμου που επιβαλλόταν για τη μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση ονομαστικοποίησης, κρίνεται σκόπιμη μετά την κατάργηση της επιβολής φόρου 5% επί της αξίας μεταβίβασης μετοχών των πιο πάνω εταιρειών που έγινε με τις διατάξεις του ν. 2753/1999 και δεδομένου ότι για τον υπολογισμό της αξίας των μεταβιβαζομένων μετοχών μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος – στις οποίες εμπίπτουν και οι κτηματικές- λαμβάνεται υπόψη και η διαφορά μεταξύ της πραγματικής αξίας των ακινήτων και της εμφανιζόμενης στα βιβλία των επιχειρήσεων.».
5. Επειδή, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1-3 του ν. 2214/1994, όπως ειδικότερα ορίζεται σ’ αυτές, οι ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες με κεφάλαια επενδεδυμένα σε αστικά ακίνητα σε ποσοστό 60% και άνω υποχρεώθηκαν, με την απειλή προστίμου, να μετατρέψουν τις μετοχές τους σε ονομαστικές μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του νόμου ∙ παράλληλα, η μεταβίβαση εξ επαχθούς αιτίας των μετοχών τους αυτών υπεβλήθη στη φορολογία που προβλεπόταν στο άρθρο 13 του ν. 4459/1965 για τις μετοχές των «κτηματικών» εταιρειών, με συντελεστή 5% επί της αξίας τους. Η εν λόγω φορολογία καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 3 του ν. 2753/1999, εξαιτίας δε της καταργήσεως αυτής καταργήθηκε εν τέλει, με την παράγραφο 11 του άρθρου 6 του ν. 3296/2004, τόσον η πιο πάνω υποχρέωση ονομαστικοποίησης όσο και η πρόβλεψη του προστίμου που την συνόδευε. Υπό τα δεδομένα αυτά, η τελευταία αυτή διάταξη, έστω και αν προέβλεψε την εφαρμογή της και στις υποθέσεις που ήταν εκκρεμείς στις φορολογικές αρχές, και ανεξάρτητα από τη συνταγματικότητα της «επιλεκτικής» αυτής αναδρομής, δεν είναι, πάντως, εφαρμοστέα σε παραβάσεις όπως η επίδικη, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα (ανωτ. σκέψεις 2 και 3), φέρεται διαπραχθείσα σε χρόνο κατά τον οποίον ίσχυε τόσο η πιο πάνω υποχρέωση ονομαστικοποίησης όσο και η συνδεδεμένη μ’ αυτήν φορολογία μεταβίβασης των μετοχών, σε χρόνο δηλαδή κατά τον οποίο δεν είχε συντρέξει ο λόγος που επέβαλε, κατά τ’ ανωτέρω, την κατάργηση της εν λόγω υποχρέωσης και της συνακόλουθης κύρωσης. Ως εκ τούτου, άλλωστε, δεν έχει, εν πάση περιπτώσει, έδαφος εφαρμογής εν προκειμένω η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ηπιότερης, ως προς την επιβολή κυρώσεων, διατάξεως (πρβλ. αντί άλλων ΣτΕ 1525/1955, 4158/2009), αφού η κατάργηση της διάταξης που προέβλεπε την επίδικη κύρωση υπαγορεύθηκε από τον πιο πάνω λόγο, δηλαδή την κατάργηση της φορολόγησης, και όχι από μεταβολή «επί το επιεικέστερον» των σχετικών αξιολογήσεων του νομοθέτη. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την αιτούσα είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
6. Επειδή, το πρόστιμο που προβλέπεται στην ως άνω διάταξη του άρθρου 24 (παρ. 1-3) του ν. 2214/1994, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε και εφαρμόσθηκε εν προκειμένω μετά την τροποποίησή της με την παράγραφο 9 του άρθρου 3 του ν. 2753/1999, επιβάλλεται, κατά τα προεκτεθέντα, στις ανώνυμες εταιρείες που παρέβησαν την υποχρέωσή τους να ονομαστικοποιήσουν εμπροθέσμως τις μετοχές τους. Συνίσταται δε το πρόστιμο αυτό σε ποσοστό 20% του κεφαλαίου τους που ήταν καταβεβλημένο κατά τη λήξη της σχετικής προθεσμίας. Με τα χαρακτηριστικά αυτά, η εν λόγω κύρωση, συναρτώμενη ευλόγως με στοιχείο τής κατά το χρόνο τής παράβασης οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, και επιβαλλόμενη για παράλειψη όλως τυπική, η στοιχειοθέτηση της οποίας με μόνη τη διαπίστωση της άπρακτης παρέλευσης της πιο πάνω προθεσμίας, δεν προσφέρεται από τη φύση της σε διαφοροποιήσεις ως προς τη βαρύτητα και σε συνακόλουθες επιμετρήσεις, δεν παρίσταται – και δη προδήλως – ούτε απρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού τού νόμου, ούτε μη αναγκαία προς τούτο, και, συνεπώς, δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου, καθιερώνεται δε ήδη και ρητώς στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου Π. Πικραμμένος, ο Αντιπρόεδρος Ν. Σακελλαρίου, οι Σύμβουλοι Μ. Καραμανώφ, Α. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιάς, Ι. Γράβαρης, Ι. Ζόμπολας, Α. Σταθάκης και Κ. Κουσούλης, καθώς και η Πάρεδρος Ε. Μουργιά, οι οποίοι διατύπωσαν τη γνώμη ότι η θέσπιση του ανωτέρω προστίμου, εν όψει του (δυνητικά) μεγάλου ύψους του και της βάσεως επιβολής του (μετοχικό κεφάλαιο), που δεν συνάπτεται αναγκαίως με την καθαρή θέση της εταιρείας και την αξία της μετοχής της ή την έκταση της παράβασης, αντίκειται στην ως άνω συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, εφ’ όσον δεν παρέχεται στη φορολογική αρχή και, εν συνεχεία, στα διοικητικά δικαστήρια, η δυνατότητα να προβούν στην (καθ’ όλα νοητή και εν προκειμένω) επιμέτρηση της κύρωσης στο αναγκαίο εκάστοτε μέτρο, εκτιμώντας τη βαρύτητα της παράβασης υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και λαμβάνοντας υπ’ όψη πρόσφορα προς τούτο κριτήρια, όπως ο βαθμός υπαιτιότητας, η διάρκεια της παράβασης, ο κίνδυνος διαφυγής φορολογητέας ύλης κ.λπ.
7. Επειδή, μετά την επίλυση των παραπεμφθέντων ως άνω ζητημάτων, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο Β΄Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Επιλύει τα παραπεμφθέντα ζητήματα και
Αναπέμπει την υπόθεση στο Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατά το σκεπτικό.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 και στις 8 Απριλίου 2011
Ο Πρόεδρος     Η Γραμματέας