ΣτΕ΅1739/2016, Στ’ 7μ, ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ, ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΝΑ ΔΙΑΒΙΒΑΣΕΙ ΦΑΚΕΛΟ ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΤΑΞΕΩΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

ΣΤΕ

Αριθμός 1739/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2012, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κων. Φιλοπούλου, Αντ. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 29 Σεπτεμβρίου 2008 αίτηση:

της Ευαγγελίας Μπραζιώτη του Αναστασίου, κατοίκου Κορδελιού Θεσσαλονίκης (Μεταμορφώσεως 13), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Βασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 467/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Κων. Φιλοπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1423641-1423644/2008 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 467/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, μόνιμης δικαστικής υπαλλήλου, κατά της 1576/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε απορριφθεί αγωγή της αναιρεσείουσας περί της υποχρεώσεως του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σ’ αυτήν, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 7.048,43 ευρώ και ειδικότερα α) ποσό 3.048,43 ευρώ ως αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 13.2.2001 μέχρι 31.12.2003 λόγω της παράλειψης του Υπουργού Δικαιοσύνης να διενεργήσει τη μετάταξή της από τον κλάδο ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων, στον οποίο είχε διορισθεί, σε θέση του κλάδου ΔΕ Γραμματέων, και β) ποσό 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης από την ανωτέρω παράλειψη του Υπουργού Δικαιοσύνης.

3. Επειδή, η κρινόμενη υπόθεση παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στην παρούσα επταμελή σύνθεση του Τμήματος με την 4001/2011 απόφαση της πενταμελούς συνθέσεως αυτού λόγω της σπουδαιότητας του ανακύψαντος ζητήματος αν μπορούσε να θεμελιωθεί η αξίωση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας στην παράλειψη μετατάξεώς της χωρίς την προηγούμενη κρίση του οικείου δικαστικού συμβουλίου.

4. Επειδή, όπως προκύπτει από το από 24.1.2012 σχετικό αποδεικτικό, αντίγραφο της ανωτέρω 4001/2011 παραπεμπτικής αποφάσεως, με την οποία ορίσθηκε και δικάσιμος ενώπιον της παρούσης επταμελούς συνθέσεως, έχει κοινοποιηθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας νομοτύπως και εμπροθέσμως. Επομένως, νομίμως συζητήθηκε η κρινόμενη υπόθεση κατά την παρούσα δικάσιμο, έστω και αν δεν παρέστη κατ’ αυτήν η αναιρεσείουσα (βλ. άρθρο 21 παρ. 5 π.δ. 18/1989, Α΄ 8).

5. Επειδή, στην παράγραφο 3 του άρθρου 92 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Α΄ 84), οριζόταν ότι: «Οι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών υπαλλήλων ενεργούνται ύστερα από σύμφωνη γνώμη δικαστικών συμβουλίων… Κατά των αποφάσεων που αφορούν προαγωγή, καθώς και των πειθαρχικών αποφάσεων των δικαστικών συμβουλίων, επιτρέπεται προσφυγή, όπως νόμος ορίζει». Εξάλλου, ο Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων (ν. 2812/2000, Α΄ 67/10.3.2000) όριζε, στο άρθρο 21, όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 2993/2002 (Α΄ 58), ότι: «1. Ως υπηρεσιακά και πειθαρχικά συμβούλια για τους δικαστικούς υπαλλήλους λειτουργούν τα παρακάτω δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια: α) Πενταμελές σε κάθε εφετείο και σε κάθε διοικητικό εφετείο, και β) Πενταμελές και επταμελές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. 2. Τα παραπάνω συμβούλια αποφασίζουν για την προαγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, απόσπαση, μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων…».

6. Επειδή, περαιτέρω, ο ως άνω Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων (Κ.Δ.Υ.), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, όριζε, στο άρθρο 18 παρ. 1, ότι οι θέσεις κάθε κατηγορίας δικαστικών υπαλλήλων κατατάσσονται, μεταξύ άλλων, στους εξής κλάδους και ειδικότητες: «α) Κατηγορία ΠΕ: αα. Κλάδος ΠΕ Γραμματέων… β) Κατηγορία ΤΕ: βα. Κλάδος ΤΕ Γραμματέων… γ) Κατηγορία ΔΕ: γα. Κλάδος ΔΕ Γραμματέων… δ) Κατηγορία ΥΕ: δα. Κλάδος ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων…». Στο δε άρθρο 83 του εν λόγω Κώδικα ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «1. Μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση άλλου κλάδου της ίδιας κατηγορίας του ίδιου ή άλλου τομέα επιτρέπεται με αίτησή του για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, μετά τη συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας στον κλάδο στον οποίο ανήκει, εφόσον ο δικαστικός υπάλληλος έχει τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για τη θέση, στην οποία μετατάσσεται. 2. Μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση κλάδου ανώτερης κατηγορίας του ίδιου ή άλλου τομέα επιτρέπεται με αίτησή του, μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, εφόσον απέκτησε μετά το διορισμό του τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για τη θέση αυτήν. 3. Η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου… 4. Για τη μετάταξη κατά τις προηγούμενες παραγράφους συνεκτιμώνται και τα ουσιαστικά προσόντα του δικαστικού υπαλλήλου». Εξάλλου, στο άρθρο 148 του ίδιου Κώδικα ορίσθηκαν τα εξής: «1. Δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα και κατά το διορισμό τους είχαν τα τυπικά προσόντα κατηγορίας ανώτερης από αυτήν, στην οποία διορίστηκαν, μετά τη συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας από το διορισμό τους επιτρέπεται να μεταταγούν σε κενή θέση κλάδου της ανώτερης κατηγορίας, του οποίου έχουν το προβλεπόμενο από τις οικείες οργανικές διατάξεις τυπικό προσόν διορισμού. Αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις στον κλάδο, στον οποίο γίνεται η μετάταξη, οι μετατασσόμενοι καταλαμβάνουν αντίστοιχες προσωρινές θέσεις που συνιστώνται με την πράξη της μετάταξης. 2. Όσοι μετατάσσονται σε προσωρινές θέσεις κατά την προηγούμενη παράγραφο καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις που θα κενωθούν στον οικείο κλάδο…. 3. … 4. Η μετάταξη κατά τις προηγούμενες παραγράφους διενεργείται ύστερα από αίτηση, που υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους στην υπηρεσία τους μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα. 5. … 6. Για τις μετατάξεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 83. 7. …». Σύμφωνα δε με την παράγραφο 1 του άρθρου δευτέρου του ως άνω Κώδικα, «η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει τρεις (3) μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά». Εξάλλου, το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε πριν από την εισαγωγή του ανωτέρω Κώδικα, επέτρεπε τη μετάταξη δικαστικού επιμελητή σε θέση ανώτερης κατηγορίας μετά τη συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας από το διορισμό του. Ειδικότερα η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του ν. 1835/1989, Α΄ 76 (όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 1968/1991, Α΄ 150) όριζε ότι: «5. Οι διοριζόμενοι κατά τα άνω στις θέσεις επιμελητών δικαστηρίων και κλητήρων δεν μπορούν να μεταταγούν σε θέση ανώτερη ως κατηγορία πριν από τη συμπλήρωση πέντε ετών από την ημέρα του διορισμού τους» (βλ. επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 5 του ν. 1805/1988, Α΄ 199, 8 παρ. 2 του ν. 294/1976, Α΄ 82, 17 παρ. 6 και 7 και 18 παρ. 1 του ν. 1586/1986, Α΄ 37 και 34 παρ. 10 του ν. 1876/1990, Α΄ 27).

7. Επειδή, από το συνδυασμό των παρατιθέμενων στις προηγούμενες σκέψεις διατάξεων του Συντάγματος και του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων συνάγεται ότι κάθε αίτηση δικαστικού υπαλλήλου περί μετατάξεώς του διαβιβάζεται υποχρεωτικώς στο έχον την αποφασιστική αρμοδιότητα δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Τυχόν δε άρνηση της Υπηρεσίας, ρητή ή σιωπηρή, να διενεργήσει τη διαβίβαση αυτή στο αρμόδιο όργανο αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως. Κατ’ εξαίρεση, δεν είναι υποχρεωτική η διαβίβαση αιτημάτων περί μετατάξεως στο αρμόδιο να αποφανθεί όργανο, εφόσον αυτά είναι προδήλως απαράδεκτα ή προδήλως αβάσιμα.

8. Επειδή, περαιτέρω, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 148 του Κ.Δ.Υ., οι οποίες, ως μεταβατικές, είναι στενώς ερμηνευτέες, και ενόψει της δημοσιεύσεως του εν λόγω Κώδικα στις 10.3.2000 και της ενάρξεως της ουσιαστικής ισχύος του στις 10.6.2000, εκ των δικαστικών υπαλλήλων, οι οποίοι υπηρετούσαν ήδη κατά τη δημοσίευση του Κώδικα και κατά το διορισμό τους είχαν τα τυπικά προσόντα κατηγορίας ανώτερης από αυτή στην οποία διορίσθηκαν, δικαιούνται να μεταταγούν σε θέσεις ανώτερης κατηγορίας μόνον εκείνοι, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την πενταετή υπηρεσία από του διορισμού τους το αργότερο έως τη λήξη της τασσόμενης τρίμηνης προθεσμίας για την υποβολή των σχετικών αιτήσεων (10.9.2000). Κατά την ειδικότερη γνώμη της Συμβούλου Αντ. Χλαμπέα, δικαίωμα μετατάξεως έχουν, κατά την έννοια των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων, μόνον οι δικαστικοί υπάλληλοι που είχαν ήδη συμπληρώσει την απαιτούμενη πενταετή υπηρεσία κατά την έναρξη της (ουσιαστικής) ισχύος του Κ.Δ.Υ. (10.6.2000). Μειοψήφησε η Σύμβουλος Β. Ραφτοπούλου, η οποία διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη, στην οποία προσχώρησε και η Πάρεδρος Β. Πλαπούτα: Κατ’ εξαίρεση, και δικαστικοί υπάλληλοι, οι οποίοι κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία της 10.9.2000 δεν είχαν συμπληρώσει την εν λόγω πενταετία, πλην, κατά το διορισμό τους είχαν, σύμφωνα με την ισχύουσα τότε νομοθεσία (προγενέστερη του Κ.Δ.Υ.), τη δυνατότητα μετατάξεως σε θέσεις κλάδου ανώτερης κατηγορίας, επειδή κατείχαν το αντίστοιχο προσόν, μπορούν να μεταταγούν στις θέσεις αυτές, μετά τη συμπλήρωση της πενταετίας από του διορισμού τους, εφόσον, βεβαίως, έχουν τα λοιπά κατά νόμο προσόντα και υπό την προϋπόθεση ότι είχαν υποβάλει αίτηση περί μετατάξεως έως τη λήξη της σχετικής τρίμηνης προθεσμίας (10.9.2000). Τούτο δε, κατά τη μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, οι δικαστικοί αυτοί υπάλληλοι θα εστερούντο, κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της δυνατότητας να υπαχθούν στην ως άνω ευεργετική ρύθμιση που εφαρμόσθηκε σε άλλους συναδέλφους τους, οι οποίοι είχαν διορισθεί προ της 10.9.1995 και μετετάγησαν είτε βάσει της τότε ισχύουσας νομοθεσίας είτε βάσει των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 148 του Κ.Δ.Υ. (βλ. ΣτΕ 725/20102300/2011).

9. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…». Όπως γίνεται δεκτό, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημιώσεως κατά τις εν λόγω διατάξεις αποτελεί, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημοσίου οργάνου και της επελθούσης ζημίας (ΣτΕ 305/201027311841/20071749/20033328/20013422/1999 επτ. κ.ά.).

10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 14655/30.1.1996 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (φ. Γ’ 285/13.2.1996) η ήδη αναιρεσείουσα διορίσθηκε ως δόκιμη επιμελήτρια δικαστηρίων, κατηγορίας ΥΕ με βαθμό Δ΄, σε κενή οργανική θέση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και, στη συνέχεια, τοποθετήθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης. Στις 16.6.2000 υπέβαλε αίτηση προς τον Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε τη μετάταξή της σε θέση του κλάδου ΔΕ Γραμματέων, κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου 148 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, συνυπέβαλε δε σχετικώς την από 19.2.1996 ανακοίνωση του διορισμού της ως δικαστικής επιμελήτριας, το από 25.6.1986 απολυτήριό της από το Τεχνικό – Επαγγελματικό Λύκειο Τρικάλων και το από 28.11.1991 πτυχίο της του Τμήματος Δασοπονίας του Τ.Ε.Ι. Καβάλας. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα υπέβαλε προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης την από 10.11.2003 δεύτερη αίτησή της με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο, η οποία περιήλθε στο Υπουργείο στις 4.12.2003, αλλά δεν εισήχθη στο αρμόδιο Δικαστικό Συμβούλιο προς κρίση, διότι διαπιστώθηκε ότι αυτή, μολονότι κατείχε τυπικό προσόν ανώτερης κατηγορίας (ΤΕ) και η ως άνω από 16.6.2000 αίτησή της ήταν εμπρόθεσμη, δηλαδή είχε υποβληθεί εντός τριών μηνών από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω Κώδικα, δεν είχε, ωστόσο, συμπληρώσει την απαιτούμενη πενταετή υπηρεσία έως τη δημοσίευση του εν λόγω Κώδικα (10.3.2000). Κατόπιν αυτών, η αναιρεσείουσα άσκησε αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 7.048,43 ευρώ, αναλυόμενο α) σε 3.048,43 ευρώ ως αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ίση με τις επιπλέον αποδοχές που στερήθηκε κατά το από 13.2.2001 μέχρι 31.12.2003 χρονικό διάστημα λόγω της παράνομης, κατά τους ισχυρισμούς της, παράλειψης του Υπουργού Δικαιοσύνης να διενεργήσει τη μετάταξή της σε θέση του ανώτερου κλάδου ΔΕ Γραμματέων σύμφωνα με τους ορισμούς του ως άνω άρθρου 148 του Κ.Δ.Υ. και β) σε 4.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που, κατά την άποψή της, υπέστη από την παράλειψη αυτή της μετάταξής της. Ειδικότερα, με την αγωγή της η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι, ενόψει των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου 83 παρ. 3 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων και του άρθρου 4 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45) περί της υποχρεώσεως των διοικητικών αρχών να αποφαίνονται επί των υποβαλλομένων αιτημάτων των διοικουμένων, όφειλε η Διοίκηση, μέσω του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά την κατάθεση της σχετικής ως άνω αιτήσεώς της, η οποία διαβιβάσθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, να προβεί στη διενέργεια της μετάταξης, καθόσον δεν είχε διακριτική ευχέρεια προς τούτο, αλλά, αντίθετα, η αρμοδιότητά της κατέστη δεσμία και, συνεπώς, η μη διενέργεια της μετατάξεώς της είναι παράνομη. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, με τη σκέψη ότι, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία κατά την υποβολή της αίτησής της για μετάταξη (16.6.2000), δεν συντελέσθηκε παράνομη παράλειψη του Υπουργού Δικαιοσύνης εκ του ότι δεν εξέδωσε αυτός απόφαση περί μετατάξεώς της μετά από σύμφωνη γνώμη του δικαστικού συμβουλίου. Κατά της αποφάσεως αυτής η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, το δικάσαν δε Διοικητικό Εφετείο δέχθηκε κατά πρώτον και αυτό ότι, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 148 παράγραφοι 1 και 4 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, η δυνατότητα μετάταξης αφορά μόνο τους δικαστικούς υπαλλήλους που είχαν συμπληρώσει πενταετία κατά τη δημοσίευση του εν λόγω Κώδικα (10.3.2000), και ότι, συνεπώς, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία κατά την υποβολή της αίτησή της για μετάταξη (16.6.2000), δεν στοιχειοθετήθηκε εν προκειμένω παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας με τη μη έκδοση απόφασης περί μετατάξεώς της και, συνακόλουθα, ούτε και αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα, αμφισβητώντας την ορθότητα της κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου, προβάλλει ότι εδικαιούτο την αιτηθείσα μετάταξη οποτεδήποτε και αν συμπληρωνόταν η απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις πενταετής υπηρεσία της.

11. Επειδή, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της επίδικης αγωγής, η αξίωση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας έχει θεμελιωθεί αφενός στην παράνομη παράλειψη του Υπουργού Δικαιοσύνης να προβεί στη διενέργεια της μετάταξής της στον κλάδο ΔΕ Γραμματέων και αφετέρου στην επίσης παράνομη παράλειψη της Διοικήσεως να διαβιβάσει τη σχετική περί μετατάξεως αίτηση της αναιρεσείουσας στο αρμόδιο προς τούτο όργανο. Κατά τη γνώμη, όμως, της Συμβούλου Αντ. Χλαμπέα, την οποία υποστήριξε και η Πάρεδρος Β. Πλαπούτα, το αποζημιωτικό αίτημα της επίδικης αγωγής, κατ’ ορθή ερμηνεία του σχετικού δικογράφου, στηριζόταν αποκλειστικώς στην προβληθείσα παράνομη παράλειψη της Διοικήσεως να διενεργήσει τη μετάταξη της αναιρεσείουσας σε ανώτερη κατηγορία.

12. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 7 σχετικά με την έννοια των ως άνω μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 148 του Κώδικα Δικαστικών Υπαλλήλων, εφόσον η αναιρεσείουσα, κατά τα ανελέγκτως κατ’ αναίρεση γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, δεν είχε συμπληρώσει στις 10.9.2000 την απαιτούμενη πενταετή υπηρεσία από του διορισμού της, δεν εδικαιούτο να μεταταγεί, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων αυτών, στον ανώτερης κατηγορίας κλάδο ΔΕ Γραμματέων, έστω και αν υπέβαλε εμπροθέσμως την από 16.6.2000 αίτησή της περί μετατάξεως. Επομένως, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, κατά την οποία, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν είχε συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία κατά την υποβολή της σχετικής αιτήσεώς της (16.6.2000), δεν συντελέσθηκε παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας με τη μη έκδοση αποφάσεως περί μετατάξεώς της, είναι, καταρχήν, ορθή, ανεξαρτήτως των επιμέρους αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Πρέπει δε, κατόπιν αυτού, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ειδικότερα ότι, κατά την ορθή έννοια των διατάξεων του άρθρου 148 του Κ.Δ.Υ., εδικαιούτο η αναιρεσείουσα την αιτηθείσα μετάταξη οποτεδήποτε και αν συμπληρωνόταν η απαιτούμενη από τις διατάξεις αυτές πενταετής υπηρεσία της. Κατά τη μειοψηφήσασα, όμως, γνώμη της Συμβούλου Β. Ραφτοπούλου και της Παρέδρου Β. Πλαπούτα, εφόσον η αναιρεσείουσα υπέβαλε, μέσα στην προβλεπόμενη από τον Κ.Δ.Υ. τρίμηνη προθεσμία από της ενάρξεως ισχύος του, αίτηση περί μετατάξεώς της σε ανώτερη κατηγορία, προβάλλοντας ότι είχε διορισθεί ως δικαστική επιμελήτρια πριν από την ισχύ του εν λόγω Κώδικα και ότι κατείχε πριν από το διορισμό της τυπικό προσόν κλάδου ανώτερης κατηγορίας, πληρούντο οι νόμιμες προϋποθέσεις μετατάξεώς της, η δε Διοίκηση όφειλε, εντός τριμήνου από τη συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας από του διορισμού της, να κινήσει τη σχετική διαδικασία (βλ. ΣτΕ 2300/2011). Επομένως, κατά τη γνώμη αυτή, θα έπρεπε για τον ως άνω λόγο, βασίμως προβαλλόμενο, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

13. Επειδή, περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τα ήδη εκτεθέντα, η ως άνω από 16.6.2000 αίτηση της αναιρεσείουσας περί μετατάξεώς της κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 148 του Κ.Δ.Υ., την οποία υπέβαλε αυτή στην υπηρεσία της (Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης), δεν εισήχθη προς κρίση στο αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 6, και δεδομένου ότι το αίτημα αυτό περί μετατάξεως της αναιρεσείουσας βάσει των ως άνω μεταβατικών διατάξεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο, στοιχειοθετήθηκε, εν προκειμένω, παράνομη παράλειψη της Διοικήσεως να διαβιβάσει την εν λόγω αίτηση στο αρμόδιο να αποφανθεί όργανο. Το δικάσαν Εφετείο, όμως, το οποίο δέχθηκε μεν ότι δεν εδικαιούτο η αναιρεσείουσα μετατάξεως κατ’ εφαρμογή των ως άνω μεταβατικών διατάξεων, αλλά δεν διέλαβε ειδική κρίση σχετικά με τη βασιμότητα της αξιώσεώς της προς αποζημίωση από την άποψη της παράλειψης της Διοικήσεως να διαβιβάσει το σχετικό αίτημά της στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, έσφαλε, δεδομένου ότι η παράλειψη αυτή αποτελεί, εν προκειμένω, αυτοτελή παράνομη συμπεριφορά των οικείων διοικητικών οργάνων, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Συνεπώς, για το λόγο αυτόν, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν δικαστήριο, προκειμένου να κριθεί εάν, για τη θεμελίωση ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας, συντρέχει, εν προκειμένω, εκτός από την κατά τα ανωτέρω παράνομη παράλειψη διαβίβασης του επίμαχου αιτήματός της στο αρμόδιο όργανο, και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής παράλειψης και της επελθούσης σε βάρος της αναιρεσείουσας ζημίας. Κατά τη μειοψηφήσασα, όμως, ως άνω γνώμη της Συμβούλου Αντ. Χλαμπέα και της Παρέδρου Β. Πλαπούτα, εφόσον η επίδικη αξίωση της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση δεν έχει θεμελιωθεί και στην παράνομη παράλειψη διαβίβασης στο αρμόδιο όργανο του περί μετατάξεως αιτήματός της, η κρινόμενη αίτηση είναι, κατά τη βάση αυτή, απορριπτέα.

14. Επειδή, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τον προαναφερθέντα λόγο, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση του τελευταίου λόγου αναιρέσεως που αναφέρεται σε άλλη επικουρική βάση της αγωγής.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.

Αναιρεί την 467/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου, και

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2012

Ο Πρόεδρος του Στ΄ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος

Αθ. ΡάντοςΕλ. Γκίκα

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016.

Ο Πρόεδρος του Στ´ ΤμήματοςΗ Γραμματέας του Στ´ Τμήματος

Χρ. ΡάμμοςΕλ. Γκίκα